Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ή κτηνοτρόφοι-γεωργοί; (μέρος Β΄)

Καλλιεργώντας φυτά και µεγαλώνοντας ζώα: µια ανθρωπολογική προοπτική της εξηµέρωσης (Growing plants and raising animals: an anthropological perspective on domestication)

Μια ενδιαφέρουσα άποψη του ανθρωπολόγου Tim Ingold

 Εισαγωγή:

Στα εθνογραφικά παραδείγματα φαίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρα αυτό που παρουσιάστηκε στο πρώτο μέρος, ότι δηλαδή οι σχέσεις με τη γη και το περιβάλλον δεν είναι ούτε δεδομένες ούτε μονοδιάστατες, όχι μόνο στις παρελθούσες κοινωνίες, αλλά και στις σύγχρονές μας. Η γη δεν είναι αγροτεμάχιο προς επένδυση, ούτε μόνο προς χρήση. Ακόμη και κοινωνίες ή κοινότητες που καλλιεργούν τη γη, δεν την αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο που τεμαχίζεται, αγοράζεται, πωλείται και απλώς παράγει. Δεν είναι εν ολίγοις αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά μια οντότητα, που προσφέρει όσο αυτή θέλει, μια παρουσία που γεννάει, μια ενότητα, που αγκαλιάζει ό,τι φιλοξενεί στα σπλάχνα της, χωρίς σχέσεις εξουσίας και υποταγής. Η γεωργία δεν συνεπάγεται σχέσεις παραγωγής, αλλά εμπεριέχει πολλές περισσότερες διαστάσεις από όσες μπορεί η σύγχρονη δυτική σκέψη να φανταστεί. Δεν περιορίζεται επίσης στην «απελευθέρωση» των ζώων, αλλά στην αμοιβαία και καθολική συνύπαρξη, όπου η ζωή και ο θάνατος είναι ένας αέναος κύκλος. Αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη ισότητα κάθε πλάσμα, όταν αντιλαμβανόμαστε πως κι εμείς είμαστε μια αλυσίδα στον κύκλο της ζωής κι όχι η κορυφή μιας τροφικής πυραμίδας.

Ιθαγενής γνώση: τέσσερα εθνογραφικά παραδείγματα

Το επόμενό μας βήμα είναι να εξετάσουμε κάποιους τρόπους με τους οποίους οι σύγχρονοι μη-δυτικοί λαοί κατανοούν τις σχέσεις τους με τα καλλιεργημένα φυτά και τα εξημερωμένα ζώα. Σε ό,τι ακολουθεί, παρουσιάζω τέσσερα εθνογραφικά παραδείγματα. Το πρώτο προέρχεται από τη μελέτη του Philippe Descola (1980) για τους Ινδιάνους Achuar στο ανώτερο τμήμα του Αμαζονίου, το δεύτερο αντλείται από το έργο της Marilyn Strathern (1980) για τους λαούς του όρους της περιοχής Hagen στα υψίπεδα της Παπούα-Νέα Γουινέα και το τρίτο βασίζεται σε μια πρόσφατη μελέτη απ’ τους Walter van Beek & Pieteke Banga (1992) στο Dogon στο Mali, στη Δυτική Αφρική. Για το τέταρτο και τελευταίο μου παράδειγμα επιστρέφω στη Νότιο Αμερική και στη μελέτη των Stephen Gudeman & Alberto Rivera (1990) των χωρικών αγροτών της Boyacα, στην Κολομβία.

α) Οι Achuar του ανώτερου τμήματος του Αμαζονίου

Οι Achuar καλλιεργούν μια τεράστια ποσότητα φυτικών ειδών, από τα οποία το πιο δημοφιλές είναι το manioc, σε κήπους, που έχουν καθαριστεί μέσω της τεχνικής «κόβω και καίω» στο αρχικό δάσος. Το κέντρο της οικιακής ζωής είναι το σπίτι, που στέκεται στο κέντρο του κήπου του, που περιβάλλεται με τη σειρά του από μια τεράστια έκταση δάσους. Αν και αναμένεται ένας άνδρας να προετοιμάσει έναν κομμάτι γης για κήπο σε κάθε μια από τις συζύγους του, η καλλιέργεια, η διατήρηση κι η συγκομιδή από τα κομμάτια αυτά είναι αποκλειστικά έργο των γυναικών. Όλα τα μέλη του σπιτιού τακτικά συμμετέχουν στις δραστηριότητες της συλλογής, που συγκεντρώνονται σε οικείες περιοχές, μέσα σε μια κοντινή περιοχή του δάσους. Πέρα από αυτό είναι η ζώνη του κυνηγιού, ένα ριψοκίνδυνο μέρος, στο οποίο κυριαρχούν οι άντρες και στο οποίο οι γυναίκες ριψοκινδυνεύουν, μόνο όταν συνοδεύονται από τους άντρες τους.

Η τροφοσυλλογή για τους Achuar είναι μια υπόθεση αναψυχής – μια περίσταση για μια ευχάριστη μέρα έξω. Αλλά το κυνήγι είναι ένα αρκετά διαφορετικό ζήτημα. Οι σχέσεις των ανδρών με τα ζώα που κυνηγούν διαμορφώνονται με βάση την ανθρώπινη σχέση της συγγένειας: όπως οι άνθρωποι με τους συγγενείς (πεθερικά) τους, τα πλάσματα του δάσους έχουν την τάση να είναι ευαίσθητα και τα αισθήματά τους καταπραΰνονται διαρκώς με γενναιόδωρες δόσεις γοητείας που αποπλανά. Πάνω από όλα, είναι απαραίτητο να έχουν με το μέρος τους τις «μητέρες του κυνηγιού», τα πνεύματα-φρουρούς των ζώων, που ασκούν το ίδιο είδος ελέγχου με την κηδεμονία τους, όπως κάνουν οι ανθρώπινες μητέρες στα παιδιά τους και στα οικιακά ζώα (Descola 1994: 257). Επιπλέον, η μητρότητα επεκτείνεται επίσης στη σχέση της γυναίκας με τα φυτά που καλλιεργεί στον κήπο της. Έχει δύο είδη απογόνων, τα φυτά στον κήπο και τα παιδιά στο σπίτι της κι επειδή τα δύο βρίσκονται σε συναγωνισμό για την ανατροφή που εκείνη μπορεί να τους παρέχει, οι σχέσεις ανάμεσά τους απέχουν πολύ απ’ το να είναι αρμονικές. Στο manioc, για παράδειγμα, αποδίδεται η δύναμη να θηλάζει το αίμα ανθρώπινων βρεφών. Έτσι, παρά την ειρηνική του εμφάνιση, ο κήπος είναι τόσο γεμάτος από απειλές, όσο είναι το γύρω δάσος (ό.π.: 206).

Εφαρμόζοντας ορθόδοξες ιδέες για ανθρωπολογική ανάλυση, μπορεί να τείνουμε να αντιτάξουμε το δάσος και τον κήπο μπροστά από τις γραμμές ενός διαχωρισμού ανάμεσα στο άγριο και το εξημερωμένο, αν και στην άκρη του δάσους, επίσης, βρίσκονται τα σημάδια των εξωτερικών ορίων της ανθρώπινης κοινωνικοποίησης της φύσης και το ζήτημα της μετάβασης, στο οποίο η παραγωγή δίνει χώρο στη συλλογή. Αλλά αυτό, όπως δείχνει ο Descola, θα ήταν βαθιά παράταιρο σε σχέση με την κατανόηση των Achuar. Επειδή κατασκευάζουν και διατηρούν τους κήπους τους, οι Achuar δεν βλέπουν τους εαυτούς τους ως εμπλεκόμενους σε ένα πρόγραμμα εξημέρωσης του πρωτόγονου κόσμου του δάσους. Πράγματι, η αποικιακή εικόνα της κατάκτησης της φύσης είναι εντελώς ξένη με το δικό τους τρόπο σκέψης. Για αυτούς, το δάσος είναι από μόνο του ένας τεράστιος κήπος, αν κι αναντικατάστατος και οι σχέσεις ανάμεσα στα συστατικά του μέρη κυβερνώνται από τις ίδιες αρχές «οικιακότητας», που δομούν το ανθρώπινο νοικοκυριό, αλλά σε μια υπέρ-ανθρώπινη κλίμακα. Η τάση ανάμεσα στα φυτά του κήπου και στον καθρέφτη των παιδιών, σε περιορισμένη κλίμακα, η τάση ανάμεσα στα πλάσματα του δάσους και στους άντρες κυνηγούς· παρομοίως, η φροντίδα της γυναίκας για τους καρπούς της και τα οικιακά ζώα είναι εντεταλμένη σε μεγάλο βαθμό στην φροντίδα των «μητέρων του κυνηγιού», για τα είδη υπό την ευθύνη τους. Εν συντομία, οι μορφές του κήπου στους Achuar είναι ένας μικρόκοσμος του δάσους: «δεν είναι τόσο ο πολιτισμικός μετασχηματισμός μιας αναλογίας άγριου χώρου ως πολιτισμικής ομολογίας στην ανθρώπινη τάξη μιας πολιτισμικής πραγματικότητας της ίδιας θέσης σε μια υπέρ-ανθρώπινη τάξη». Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια εκδοχή μικρής κλίμακας της κοινωνίας της φύσης, το κομμάτι γης του κήπου «αντιλαμβάνεται προσωρινά την κατ’ αξία ιδιότητα μιας οικιακής αγριότητας» (ό.π.: 220).

β)  Οι λαοί του όρους Hagen

Οι λαοί του όρους Hagen, στην Παπούα-Νέα Γουινέα (από όπου και το «Hageners») καλλιεργούν καρπούς –ειδικά taro (κολοκάσι), yams (είδος γλυκοπατάτας) και γλυκοπατάτες– στο δάσος που έχει αποψιλωθεί. Επίσης, ανατρέφουν γουρούνια. Έχουν μια λέξη, το mbo, για τη δραστηριότητα της καλλιέργειας, που επίσης χρησιμοποιείται για ό,τι καλλιεργείται, όπως οι τομές που γίνονται μέσα στο έδαφος. Γενικεύοντας, μπορεί να αναφέρονται σε κάθε άλλο σημείο ανάπτυξης, μέσα στο ανθρώπινο πεδίο των ανθρωπίνων σχέσεων: έτσι, ένα αναθρεμμένο γουρούνι μπορεί να είναι mbo σε σχέση με την αγέλη που θα αποφέρει και οι άνθρωποι μπορεί να είναι mbo, σε σχέση με τη θέση τους στην επικράτεια της φυλής. Το αντίθετο του mbo είναι το rmi. Αυτός ο τελευταίος όρος χρησιμοποιείται για πράγματα ή δυνάμεις που βρίσκονται πέρα από την έκταση της ανθρώπινης ανατροφής. Οι αρχικά καλλιεργημένοι βολβοί έχουν τα άγρια αντίστοιχά τους και αυτά είναι τα rmi, όπως είναι και τα άγρια γουρούνια και άλλες μορφές του δάσους. Υπάρχουν επίσης πνεύματα rmi που προστατεύουν αυτά τα άγρια φυτά και ζώα, όπως οι άνθρωποι προφυλάσσουν τους κήπους και τα γουρούνια τους (Strathern 1980: 192). Πράγματι, με μια πρώτη ματιά, οι όροι mbo και rmi δείχνουν να έχουν τα λίγο-πολύ ακριβή τους ισοδύναμα με τις συμβατικές μας αντιλήψεις για το «άγριο» και το «οικιακό» αντίστοιχα.

Παντελώς απούσα από την αντίληψη των Hagen, ωστόσο, είναι η ιδέα του οικιακού περιβάλλοντος, που «σχηματίζεται» από την άγρια φύση. Το mbo δεν αναφέρεται σε έναν περίκλειστο χώρο του οικισμού, καθώς αντιτάσσεται στους περιβάλλοντες θάμνους και δάση. Οι Hageners δεν προσπαθούν να υποτάξουν ή να αποικίσουν την αγριότητα. Αν και τα πνεύματα-άρχοντες των μορφών του δάσους έχουν τις σφαίρες επίδρασής τους, όπως κι οι άνθρωποι έχουν τις δικές τους, στόχος δεν είναι να «δαμάσουν, αλλά να έρθουν σε συμφωνία μαζί τους» (ό.π.: 194). Το rmi είναι απλώς αυτό που βρίσκεται έξω από τα όρια της ανθρώπινης φροντίδας και κοινωνικότητας. Αισθητά, αν και ο αντίθετος όρος mbo παίρνει την αρχική του σημασία από την πράξη της καλλιέργειας, δεν χρησιμοποιείται για οποιοδήποτε άλλο στάδιο κηπευτικής διαδικασίας, ούτε για την ίδια τη γη του κήπου (ό.π.: 200). Στην καλλιέργεια, κάποιος δεν μεταμορφώνει τη φύση, με την έννοια ότι επιβάλλει μια λογική τάξη πάνω στη δεδομένη υλικότητα. Μάλλον, κά­ποιος βάζει ένα σπόρο ή κάνει μια τομή στο έδαφος έτσι, που να βγάλει ρίζες και να αναπτυχθεί. Καθώς οι ρίζες του επεκτείνονται μέσα στο έδαφος, έτσι το φυτό έλκει την τροφή του από το περιβάλλον του, παίρνοντας σταδιακά την ώριμη μορφή του.

Όπως και οι Achuar, οι Hageners σχηματίζουν μια παράλληλο ανάμεσα στα φυτά και τα παιδιά που μεγαλώνουν. Το παιδί, που τοποθετείται με τη γέννησή του σε ένα πεδίο ανατροφής –όπως το φυτό τοποθετείται στο έδαφος– αναπτύσσεται σταθερά προς την ωριμότητα ως ένα υπεύθυνο, που φροντίζει για τον εαυτό του, ον αντλώντας την τροφή του από την σχέση του με τους άλλους, ακόμη κι αν οι τελευταίοι, όπως οι ρίζες του φυτού, εκτείνονται ακόμη πιο πέρα έξω από το κοινωνικό περιβάλλον (Strathern 1980: 196). Δεν υπάρχει σημασία, ωστόσο, με την οποία το παιδί αρχίζει τη ζωή ως ένα πράγμα της φύσης, στο οποίο μια ηθική διάσταση κανόνων και αξιών προστίθεται μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης. Το παιδί δεν ξεκινά ως rmi και γίνεται mbo. Είναι mbo εξωτερικά, με την αρετή του να φυτρώνει μέσα στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων. Όπως, επίσης, με την καλλιέργεια των βολβών τους και στην ανατροφή των γουρουνιών τους, οι Hageners δεν επιβάλλουν μια κοινωνική τάξη πάνω σε ένα περιβάλλον, το οποίο αποτελείται από «μια φύση ακατέργαστη». Μάλλον συγκροτούν, σαν εγγενώς κοινωνικό, το ιδιαίτερο περιβάλλον, μέσα στο οποίο αποκτούν την ύπαρξή τους τα φυτά και τα ζώα τους, βγάζουν ρίζες και αναπτύσσονται στην ωριμότητα.

γ) Οι Dogon στο Mali

Οι Dogon, όπως πολλοί άλλοι αφρικανικοί λαοί (Morris 1995: 306), δημιουργούν μια οξεία αντίθεση ανάμεσα στις κατηγορίες των ana (χωριό) και oru (θάμνος) (van Beek & Banga 1992: 67). Μέσα και γύρω από το χωριό, οι άνθρωποι καλλιεργούν τη βασική καλλιέργεια του κεχριού και διατηρούν κήπους με κρεμμύδια και καπνό, ωστόσο εξαρτώνται, επίσης, από τους θάμνους ποικιλοτρόπως. Είναι πηγή για καυσόξυλα για το μαγείρεμα, για την παρασκευή και την όπτηση κεραμικής. Η ξυλεία χρειάζεται, επίσης, για το χτίσιμο σπιτιών και σιταποθηκών και για περιφράξεις κήπων. Οι θάμνοι επίσης αποφέρουν κρέας (ΣτΜ από τα ζώα που διαβιούν σε αυτούς), καρυκεύματα και φρούτα, φύλλα για να χρησιμοποιηθούν ως τροφή για τα βοοειδή και πολλά ιατρικά βότανα. Ωστόσο, η εξάρτηση του χωριού από τους θάμνους πηγαίνει ακόμη βαθύτερα από τη λίστα των προϊόντων που θα υποδείκνυε. Από την σκοπιά των Dogon, οι θάμνοι δεν είναι τίποτε λιγότερο από πηγή της ίδιας της ζωής και μαζί της όλης της γνώσης, της σοφίας, της δύναμης και της θεραπείας. Αλλά με τον ίδιο συμβολισμό, προκαλεί φόβο σε μεγάλο βαθμό. Είναι μια ζώνη κίνησης και ροής, στην οποία όλη η σταθερότητα και οι βεβαιότητες της ζωής του χωριού διαλύονται. Τα πάντα μετατοπίζονται και αλλάζουν – ακόμη κι οι βράχοι και τα δέντρα μπορούν να περπατήσουν από τόπο σε τόπο. Τα πολλά πνεύματα, που περιπλανώνται στο δάσος, μπορεί ν’ αλλάζουν μέρη του σώματος με τους ζώντες ανθρώπους· οι άνθρωποι-κυνηγοί, ριψοκινδυνεύοντας εκεί, γίνονται σαν τα ζώα που κυνηγούν και, καθώς το κάνουν, η ύπαρξή τους στο παρόν απορροφάται στον χρονικό ορίζοντα που συνδέει παρελθόν και παρόν, ζωή και θάνατο (van Beek & Banga 1992: 67-8).

Η κοσμολογία των Dogon πιστεύει σε ένα εντροπικό σύστημα, στο οποίο η διατήρηση του χωριού εξαρτάται από μια διαρκή εισροή ζωτικής δύναμης από τους θάμνους, που αποψιλώνονται μερικώς και χρησιμοποιούνται στη διαδικασία. Αν το χωριό είναι ένα μέρος σταθερότητας, όπου τα πράγματα μένουν στη θέση τους και οι κατάλληλες διακρίσεις διατηρούνται, είναι επίσης κι ένα μέρος στασιμότητας. Με μια σχεδόν ακριβή αντιστροφή της σύγχρονης Δυτικής έννοιας της παραγωγής τροφής, όπως η δήλωση της ανθρώπινης γνώσης και δύναμης πάνω στη φύση, εδώ είναι η φύση που –με τη μορφή των θάμνων- κρατάει την απόλυτη δύναμη πάνω στην ανθρώπινη ζωή, ενώ τα καλλιεργημένα χωράφια και οι κήποι είναι μάλλον θέσεις κατανάλωσης, παρά παραγωγής, όπου η ζωτική δύναμη ενεργοποιείται (used up). «Η γνώση διασκορπίζεται… και η γνώση εξανεμίζεται, εκτός κι αν ενδυναμωθεί πάλι από τους θάμνους» (ό.π.: 69).

δ)   Οι γεωργοί κτηνοτρόφοι της Bo­yacα

Ο αγροτικός λαός της Boyacα ισχυρίζεται ότι είναι η γη που του δίνει την τροφή του· ο ρόλος των ανθρώπινων όντων είναι να βοηθούν στη γέννηση της καλλιέργειας. Αναφέρεται ότι ένας αγρότης το έθεσε κάπως έτσι: «Ο άνθρωπος βοηθάει τη γη, η γη παράγει τους καρπούς» (Gudeman & Rivera 1990: 25). Παρομοίως, οι κότες δίνουν αυγά, τα πρόβατα γεννούν μικρά και οι αγελάδες μοσχαράκια. Εδώ, επίσης, ο αγρότης καλείται να βοηθήσει στην προσπάθεια των ζώων, κυρίως όπως μια μαία βοηθάει σε μια γέννα. Αλλά η απόλυτη πηγή της «ισχύος» ή της «δύναμης» (la fuerza), που κάνει τους ανθρώπους ικανούς να δουλέψουν, τα ζώα να αναπαράγονται και τους καρπούς να αναπτύσσονται, βρίσκεται στην ίδια τη γη. Η γη γίνεται αντιληπτή ως μια αποθήκη δύναμης, που δημιουργείται και διατηρείται από τον Θεό (ό.π.: 18). Έτσι, οι καρποί αντλούν δύναμη από τη γη, οι άνθρωποι με τη σειρά τους κερδίζουν δύναμη με την κατανάλωση των καρπών τους (ή την παραγωγή των ζώων, που η δύναμή τους αντλείται από την κατανάλωση της ζωοτροφής) και επεκτείνουν αυτή τη δύναμη με την δουλειά πάνω στη γη, η οποία ενισχύει ακόμη περισσότερο τη δύναμή της μέσα σε αυτό τον κύκλο.

Οι Gudeman & Rivera ανιχνεύουν σε αυτό το παραδοσιακό μοντέλο την ξεχωριστή απήχηση της φυσιοκρατίας του 18ου αι. Πράγματι, πηγαίνουν τόσο μακρυά, που προσφέρουν ένα παράθυρο στις πολύ πρωιμότερες ιδέες που ισχύουν στους γεωργούς του Παλιού Κόσμου, οι οποίοι αντηχούν ακόμη αυτές τις πρακτικές στους αγροτικούς κολομβιανούς παραδοσιακούς πληθυσμούς, καθώς και μέσα από τα κείμενα των ευρωπαίων πολιτικών οικονομολόγων. Η φυσιοκρατική άποψη ότι μόνο η γη επιτυγχάνει αξία, που ο αγρότης δαμάζει εκ μέρους της κοινωνίας, έχει το αντίστοιχό της στην ιδέα των κολομβιανών αγροτών ότι η ανθρώπινη ζωή ενισχύεται από τη δύναμη της γης. Και οι δύο απόψεις, επί πλέον, αντιστρέφουν τη σύγχρονη δυτική αντίληψη που βλέπει στη γη όχι ένα ενεργό αίτιο, αλλά μια αδρανή πηγή πρώτων υλών, που παίρνουν σχήμα από τον ανθρώπινο σχεδιασμό. Ο Marx (1930: 173) έγραφε για τη γη ως την πρώτη ανάμεσα στα όργανα του μόχθου κι ανέκαθεν έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε την παραγωγή ως μια διαδικασία εντός της οποίας η γη τοποθετείται στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Αλλά ο ίδιος ο αγροτικός πληθυσμός της Κολομβίας τοποθετεί τον εαυτό του στην υπηρεσία της γης. Και αντιμετωπίζουν την ικανότητά τους να δουλέψουν όχι από κάποια αδρανή άποψη της ύπαρξής τους, σύμφωνα με την αντίληψη του Μαρξισμού για την ιδέα του «μόχθου και της παραγωγής», αλλά ως δώρο δύναμης του Θεού, που τους απονέμεται μέσω της γης και της παραγωγής της και επεκτείνεται στη δραστηριότητά τους (Gudeman & Rivera 1990: 103-4).

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 150, Ιούνιος 2015

 

Both comments and trackbacks are currently closed.