Κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ή κτηνοτρόφοι-γεωργοί; (μέρος Α΄)

Εισαγωγή

Έχοντας συζητήσει κατά καιρούς τα ζητήματα της μετάβασης από την τροφοσυλλογή και το κυνήγι στη γεωργία και λαμβάνοντας, βεβαίως, υπ’ όψιν ότι το ζήτημα είναι ανεξάντλητο, επιλέξαμε να μεταφράσουμε το παρακάτω κείμενο. Ας αναφερθεί, πρωτίστως, ότι η επιλογή τού εν λόγω κειμένου επ’ ουδενί έγινε για λόγους ταύτισης ιδεών με τον γράφοντα ή έστω ευρείας συμφωνίας απόψεων, αλλά διότι το παρόν κείμενο εξετάζει με ένα διαφορετικό τρόπο τη διάκριση ανάμεσα στους όρους «συλλογή» και «παραγωγή». Κάτι που, αν μη τι άλλο, προσφέρει σημαντικά σε μια σφαιρικότερη εξέταση τού, τρόπον τινά, «άσπονδου ζεύγους» κυνηγού-τροφοσυλλέκτη/γεωργού-κτηνοτρόφου. Επί προσθέτως δε λαμβάνει ως δεδομένο το γεγονός ότι ο άνθρωπος μεταμορφώνει τη φύση κι επιδρά σε αυτήν καθοριστικά, ούτε θεωρεί απαραίτητο ότι, άπαξ και καλλιεργήσει τη γη, την υποτάσσει. Γι’ αυτό κι αντλεί τα παραδείγματά του από λαούς διαφορετικών καταβολών, που, αν και καλλιεργούν, δεν βλέπουν τη γη μ’ επεκτατικές διαθέσεις.

Αυτή η ενδιαφέρουσα άποψη ανανεώνει το διάλογο για τις απαρχές της γεωργίας, καθώς δεν την εξισώνει με μια διάθεση άσκησης κυριαρχίας στο περιβάλλον, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν από κοινού, σε συνθήκες ελευθερίας κι όχι υποδούλωσης, ούτε ως κυριαρχούμενοι ούτε ως κυρίαρχοι, αλλά ως συνομιλητές του.

Όσον αφορά τώρα το ζήτημα της φυλάκισης μη ανθρώπινων πλασμάτων με σκοπούμενο την συστηματική τους εκμετάλλευση και δολοφονία, που περιγράφεται τόσο χαριτωμένα κι αθώα με τον όρο «κτηνοτροφία», θεωρούμε ουσιώδες να αναφερθεί για ακόμη μια φορά η αντίθεσή μας στην εν λόγω προσέγγιση. Εν τούτοις, κι όσον αφορά πάντα συνθήκες απολίτιστου κοινοτισμού κι ουχί μαζικές κοινωνίες, αντιλαμβανόμαστε εν μέρει το πλέγμα των αιτιών που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην υιοθέτηση μιας τέτοιας, εξουσιαστικής πρακτικής. Η φυλάκιση, είτε αφορά ανθρώπινα είτε μη ανθρώπινα πλάσματα, το μόνο που «προσφέρει» είναι να μας απομακρύνει γοργά και σταθερά από την ουσία της φύσεώς μας κι ως εκ τούτου κι από την ίδια την Αναρχία. Παρ’ όλα αυτά, είναι αδύνατον να γνωρίζουμε επακριβώς τις διατροφικές ανάγκες που θα προέκυπταν, αν υφίστατο στο σήμερα μια ελεύθερη κοινότητα κι αν, απευκταίο βέβαια, τα μέλη της υιοθετούσαν το παράδειγμα της κτηνοτροφίας, για να θρέψουν εαυτούς. Προφανώς και το θέμα είναι αδύνατον να εξαντληθεί σε λίγες αράδες.

Ακολουθεί το άρθρο του ανθρωπολόγου Tim Ingold, μεταφρασμένο από τα αγγλικά, άνευ αποδόσεων ή «στρογγυλεμάτων» σε σημεία ή και σε ολόκληρες παραγράφους με τις οποίες δεν ομονοούμε.

Η ανθρώπινη μεταμόρφωση της φύσης

Η διάκριση ανάμεσα στην παραγωγή και τη συλλογή επινοήθηκε για πρώτη φορά από τον Friedrich Engels. Σε μια σημείωση, γραμμένη το 1875, ανέδειξε την παραγωγή ως το πιο θεμελιώδες κριτήριο αυτού που βλέπαμε ως ενός είδους «κυριαρχίας» του περιβάλλοντος, που διακρινόταν ως ανθρώπινο: «το περισσότερο που μπορούν να κατορθώσουν τα ζώα είναι να συλλέξουν· ο άνθρωπος παράγει, προετοιμάζει τα μέσα της ζωής,… που χωρίς αυτόν η φύση δε θα μπορούσε να παράγει. Αυτό καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε απόλυτη μεταβίβαση των νόμων της ζωής της κοινωνίας των ζώων στην κοινωνία των ανθρώπων» (Engels 1934: 308). Η ουσία της παραγωγής στον Engels βρίσκεται στον εσκεμμένο σχεδιασμό μιας δραστηριότητας, με τις σκόπιμες και συνειδητές δράσεις, «προς καθορισμένους, προσχεδιασμένους στόχους» (ό.π.: 178, 237). Τα ζώα, μέσα από τις δραστηριότητές τους, ασκούν διαρκείς και αρκετά ριζικές επιδράσεις στα περιβάλλοντά τους, αλλά αυτές οι επιδράσεις είναι σε μεγάλο βαθμό χωρίς πρόθεση: το μη ανθρώπινο ζώο, σκέφτηκε ο Engels, δεν εργάζεται σε ό,τι το περιβάλλει, με σκοπό να τα αλλάξει· δεν έχει αντίληψη του έργου του.

Περιέργως, ωστόσο, όταν ο Engels εξετάζει τα συγκεκριμένα παραδείγματα της ανθρώπινης κυριαρχίας στην παραγωγή, τα έλκει αποκλειστικά από δραστηριότητες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, στα φυτά, τα ζώα και το ίδιο το τοπίο, που αποδεδειγμένα μεταμορφώθηκαν μέσα από τον ανθρώπινο σχεδιασμό (ό.π., 34, 178-9). Στην αντίθεση της συμπεριφοράς της συλλογής από μη ανθρώπινα είδη και στην ανθρώπινη διαχείριση φυτών και ζώων, ο Engels αφήνει ένα κενό που θα μπορούσε να γεμίσει, επικαλούμενος την ύπαρξη μιας ειδικής κατηγορίας ανθρώπων, γνωστών σε αυτόν και στους συγχρόνους του ως «αγρίους» –αν και τώρα, πιο ευγενικά, αποκαλούνται κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Ο άγριος είχε κατέβει, όπως ήταν, από τα δέντρα, αλλά ακόμη δεν είχε αφήσει τα δάση: περιορισμένος στον τόπο των λησμονημένων ανθρώπων, ανάμεσα στην εξέλιξη και την ιστορία, ήταν ένα ανθρώπινο ον που είχε ως τότε αποτύχει να αντιληφθεί τις δυνατότητες που του παρείχε η μοναδική του κατάσταση. Ανέκαθεν, η ανθρωπινότητα των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών με κάποιον τρόπο αμφισβητούνταν. Μπορεί να ήταν μέλη του είδους Homo Sapiens, αλλά ο τρόπος ζωής τους είναι τέτοιος που τους εξισώνει με άλλα ζωικά είδη, που επίσης αντλούν την ύπαρξή τους με τη συλλογή οποιουδήποτε πράγματος είναι «στο χέρι» (μαζεύεται άμεσα) από το περιβάλλον τους. Όπως έγραψε ο αρχαιολόγος Robert Braidwood το 1957, «ένας άνθρωπος που ξοδεύει όλη του τη ζωή, ακολουθώντας ζώα, μόνο για τα σκοτώσει και να τα φάει ή κινείται από το ένα κομμάτι γης με μούρα σε άλλο, ζει στην πραγματικότητα, όπως ακριβώς ένα ζώο» (Braidwood 1957: 22).

Ήταν αυτή η άδηλη αμφιβολία που επέτρεψε ακολούθως στον V. Gordon Childe να κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στη συλλογή και την παραγωγή –με όρους πρακτικά απαράλλακτους με αυτούς που πρότεινε ο Engels– για να δημιουργήσει μια γραμμή όχι ανάμεσα στους ανθρώπους και στα ζώα, αλλά στους «νεολιθικούς» ανθρώπους και στους διαδόχους τους απ’ τη μια και τους «παλαιολιθικούς» κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες απ’ την άλλη. Διασχίζοντας αυτή τη γραμμή, οι πρόγονοι των σημερινών γεωργών, βοσκών και των σημερινών κατοίκων των πόλεων παρουσιάζονταν να έχουν θέσει σε κίνηση μια επανάσταση στις τέχνες της επιβίωσης χωρίς παράλληλα να πράξουν το αντίστοιχο στην ιστορία της ζωής. Εισηγμένη από την εφεύρεση της επιστήμης της επιλλεκτικής συλλογής, ήταν μια επανάσταση, που μετέτρεψε τους ανθρώπους, σύμφωνα με τον Childe, σε «ενεργούς συνεργάτες της φύσης, αντί για παράσιτα της φύσης» (Childe 1942: 55). Αν και οι σύγχρονοι συγγραφείς μπορεί να εκφράζουν τη διάκριση κάπως διαφορετικά, η ιδέα της παραγωγής τροφής ως μοναδικού επιτεύγματος των ανθρώπων γεωργών και κτηνοτρόφων έχει γίνει τόσο κεντρική προκατάληψη για τους προϊστορικούς, όσο η κατανόηση των απαρχών του ανθρώπινου είδους για τους παλαιο-ανθρωπολόγους: εκεί που οι τελευταίοι αναζητούν τις εξελικτικές απαρχές των ανθρώπινων ειδών μέσα στη φύση, οι πρώτοι αναζητούν την αποφασιστική στιγμή, στην οποία η ανθρωπότητα υπερείχε της φύσης και μπήκε στο μονοπάτι της ιστορίας.

Η υπογράμμιση της διάκρισης ανάμεσα στη συλλογή και την παραγωγή, λοιπόν, είναι μια κυρίαρχη αφήγηση για τον τρόπο που τα ανθρώπινα όντα, μέσα από την πνευματική και σωματική τους εργασία, ανύψωσαν τον εαυτό τους πέρα από το αμιγώς φυσικό επίπεδο της ύπαρξης, στο οποίο περιορίζονται όλα τα άλλα ζώα κι έτσι συγκροτήθηκαν πάνω σε μια ιστορία του πολιτισμού. Μέσα από τους μετασχηματισμούς της φύσης, σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, οι άνθρωποι επίσης μεταμόρφωσαν τον εαυτό τους. Είναι γεγονός για τα ανθρώπινα όντα, ισχυρίζεται ο Maurice Godelier, ότι μόνο αυτά ανάμεσα στα ζώα «παράγουν μια κοινωνία, προκειμένου να ζήσουν» – και με τον τρόπο αυτό «δημιουργούν ιστορία» (Godelier 1986: 1, αρχική έμφαση). Με αυτό εννοεί ότι τα σχέδια και οι σκοποί της ανθρώπινης δράσης πάνω στο φυσικό περιβάλλον –μια δράση που αποδίδει μια επιστροφή στη μορφή του μέσου ύπαρξης– έχουν την πηγή τους στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων, ένα πεδίο πνευματικών πραγματικοτήτων («αναπαραστάσεις, κρίσεις, αρχές σκέψης»), που στέκεται πάνω και πέρα από την απόλυτη υλικότητα της φύσης (ό.π., 10-11).

Ο Godelier συνεχίζει με τη διάκριση πέντε «ειδών υλικότητας», που εξαρτώνται από τον τρόπο και την έκταση στην οποία τα ανθρώπινα όντα εμπλέκονται για το σχηματισμό της. Πρώτον, είναι το μέρος της φύσης που είναι πλήρως ανέγγιχτο από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Δεύτερον, υπάρχει το μέρος που έχει αλλάξει εξ αιτίας της παρουσίας των ανθρώπων, αλλά έμμεσα κι όχι σκόπιμα. Το τρίτο είναι το μέρος που έχει σκόπιμα μεταμορφωθεί από τα ανθρώπινα όντα και εξαρτάται από την προσοχή και την ενέργειά τους για την αναπαραγωγή του. Το τέταρτο μέρος περιλαμβάνει υλικά που τείνουν σε όργανα, όπως τα εργαλεία και τα όπλα. Και το πέμπτο μπορεί ίσως να αναγνωριστεί ως αυτό που βολικά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το «δομημένο περιβάλλον»: σπίτια, καταφύγια, μνημεία και τα παρόμοια (ό.π.: 4-5). Σε αυτή την κατάταξη ο κρίσιμος διαχωρισμός βρίσκεται ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο είδος, επειδή εκλαμβάνεται ότι σηματοδοτεί τη διάκριση ανάμεσα στο άγριο και στο εξημερωμένο. Το τρίτο μέρος της φύσης θεωρείται ότι περιλαμβάνει κυρίως εξημερωμένα φυτά και ζώα, ενώ τα βιοτικά συστατικά του πρώτου και του δεύτερου μέρους είναι είτε άγρια είτε, κυρίως, σε μια κατάσταση προ-εξημέρωσης. Επί πλέον, ο Godelier επισημαίνει την εξημέρωση των φυτών και των ζώων ως μια υποδειγματική ένδειξη για τη μεταμορφωτική δράση της ανθρωπότητας πάνω στη φύση. Αυτό μας αφήνει, ωστόσο, με δύο αξεδιάλυτα προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την κατάσταση των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών που δεν προσπάθησαν να μεταμορφώσουν το περιβάλλον τους, αλλά κυρίως να συνδιαλαγούν μαζί του με μια μορφή που παραμένει, όσο αυτό είναι δυνατό, χωρίς σημάδια από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αν, όπως ισχυρίζεται ο Godelier, «τα ανθρώπινα όντα έχουν ιστορία, επειδή μεταμορφώνουν τη φύση» (ό.π.: 1), πρόκειται να συμπεράνουμε ότι οι άνθρωποι που δε μεταμορφώνουν τη φύση στερούνται της ιστορίας; Από την πλευρά του ο Godelier ανθίσταται σε αυτό το συμπέρασμα: «δεν μπορώ να διακρίνω κανένα θεωρητικό λόγο, για να θεωρήσω τις μορφές ζωής και σκέψης χαρακτηριστικές των κυνηγών, των τροφοσυλλεκτών και των ψαράδων ως πιο φυσικών από αυτές των γεωργών και των κτηνοτρόφων (με ζώα ως περιουσιακό στοιχείο), που τους διαδέχονται» (ό.π.: 12). Οι δραστηριότητες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως όλων των ανθρώπινων όντων σε όλες τις εποχές και σε αντίθεση με αυτές όλων των μη-ανθρώπινων ζώων, υποβάλλονται από πνευματικές αναπαραστάσεις που έχουν την πηγή τους στα δι-υποκειμενικά πεδία της κοινωνίας. Ακόμη, πέρα από την κατασκευή εργαλείων και καταφυγίων (που ανταποκρίνονται αντίστοιχα στο τέταρτο και πέμπτο είδος υλικότητας), αυτές οι αναπαραστάσεις δεν επιγράφονται στο υπόστρωμα της φύσης. Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες έχουν μια ιστορία, αλλά η δική τους είναι μια ιστορία που δεν γράφεται ούτε στις σελίδες εγγράφων ούτε στην επιφάνεια της γης. Ανατρέποντας την κλασσική αντίληψη για τους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες ως πανούργων εκπροσώπων της ανθρωπότητας στη φυσική κατάσταση, ο Godelier διερευνά το περαιτέρω παράδοξο συμπέρασμα ότι είναι στις κοινωνίες τους, που τα σύνορα ανάμεσα στον πολιτισμό και τη φύση, το πνευματικό και το υλικό, έχουν την πιο σαφή τομή. Όσο πιο πολύ ο υλικός κόσμος υποτάσσεται στους σκοπούς της τέχνης, τόσο πιο πολύ «εξανθρωπίζεται» και πιο πολύ τα σύνορα της φύσης/πολιτισμού διαλύονται (ό.π.: 4).

Το δεύτερο πρόβλημα είναι αυτό που ο Godelier υπενίσσεται σε μια υποσημείωση, αλλά αποτυγχάνει να πάει πιο μακριά. Είναι επειδή για τους περισσότερους μη-δυτικούς λαούς «η ιδέα του μετασχηματισμού της φύσης από τα ανθρώπινα όντα δεν έχει νόημα» (ό.π.: 2, ν.1). Έτσι, οι άνθρωποι του παρελθόντος που αρχικά ήταν υπεύθυνοι για τα εξημερωμένα φυτά και ζώα πρέπει να έχουν αρκετά διαφορετικές ιδέες για το τι έκαναν. Στην επόμενη ενότητα παρουσιάζω ένα εύρος από συγκρίσιμες ιδέες, που προκύπτουν από την εθνογραφία των σύγχρονων μη-δυτικών κοινωνιών. Το σημείο που τονίζεται σε αυτή την ένωση είναι ότι η ιδέα της ιστορίας, καθώς αποτελείται από τον ανθρώπινο μετασχηματισμό της φύσης, όπως οι ιδέες της ίδιας της φύσης και της κοινωνίας ως ενότητας που αντιτίθεται στη φύση, έχει τη δική της ιστορία, στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, σε ένα συγκεκριμένο μέρος του κόσμου. Ανιχνεύοντας αυτή την ιστορία πίσω στις ρίζες της, μπορεί να βρούμε ότι αναπτύχθηκε από ένα σύνολο αντιλήψεων πολύ διαφορετικών από αυτές που ήταν οικείες σε εμάς σήμερα, ακόμη πιο στενές με τις εμφανώς εξωτικές κοσμολογίες των μη δυτικών άλλων».

Είναι πέρα από την έκταση αυτού του κεφαλαίου να καταγράψει την ιστορία της Δυτικής σκέψης σχετικά με την ανθρωπότητα και τη φύση: η μαζική πραγματεία του Glacken (1967) για το θέμα παραμένει αξεπέραστη. Αρκεί να πούμε ότι η ουσία αυτού του είδους σκέψης που αποκαλούμε «δυτική» είναι ότι θεμελιώνεται στην αξίωση της κυριαρχίας της ανθρώπινης λογικής. Ακόλουθη αυτού του ισχυρισμού είναι η ιδέα της δημιουργίας των πραγμάτων ως μιας αποτύπωσης προγενέστερων αντιλήψεων σε ένα υπόστρωμα πρώτης ύλης. Η ανθρώπινη λογική υποτίθεται ότι παρέχει τη μορφή, τη φύση και την υπόσταση με τις οποίες γίνεται αντιληπτή. Αυτή η ιδέα ήταν το υπομόχλιο της θεωρίας του Marx για την αξία, σύμφωνα με την οποία ήταν η δουλειά του σχηματισμού του υλικού από την ακατέργαστη στην τελική του κατάσταση, που προσδίδει αξία σε αυτό που ήδη «προσφέρει» η φύση. Αρχικά, δεν έχει διαφορά εάν αυτή η δουλειά αντιπροσωπεύει το μόχθο του τεχνίτη, στην κατασκευή του εξοπλισμού ή αυτόν του αγρότη ή του κτηνοτρόφου, στη διαχείριση των φυτών και των ζώων. Και τα δυο θεωρούνται παραδείγματα της δημιουργίας παραγωγής – η ανθρώπινη μεταμόρφωση της φύσης.

Ακόμη φτάνοντας σε αυτή τη θεωρία της αξίας, ο Marx στρέφεται σε μια παλιότερη ιδέα, πληρέστερα αναπτυγμένη στα γραπτά των γάλλων φυσιοκρατών, του Quesnay και του Turgot, στον 18ο αι. Για αυτούς τους συγγραφείς επίσης, ο ρόλος του τεχνίτη ήταν να αποτυπώσει έναν λογικό σχεδιασμό πάνω στο υλικό που παρέχει η φύση. Αλλά κάνοντάς το, δε δημιούργησε καμιά νέα αξία. Αντιθέτως, το έργο του ήταν κατανοητό ότι δεν προϋπέθετε τίποτε περισσότερο από την αναδιαμόρφωση αυτού που η φύση είχε ήδη φέρει στη ζωή. Η πραγματική πηγή πλούτου, σύμφωνα με τη φυσιοκρατία, ήταν η γη και βρισκόταν στην έμφυτη γονιμότητα. Και γι’ αυτό το λόγο, οι δραστηριότητες όσων δούλευαν στη γη, αναπτύσσοντας καλλιέργειες και μεγαλώνοντας ζώα, ήταν κατανοητές ως θεμελιωδώς διαφορετικές στον χαρακτήρα από τις δραστηριότητες αυτών που οι εργασίες τους βρίσκονταν στο πεδίο της κατασκευής.

Σε μια γλαφυρή ανάλυση, ο Gudeman (1986: 80-84) έχει δείξει πώς τα οικονομικά δόγματα της φυσιοκρατίας μορφοποιήθηκαν στενά πάνω στη θεωρία της αντίληψης και της νόησης, που προτάθηκε κάπου 70 χρόνια πριν από τον John Locke. Στην οικονομία της γνώσης του Locke ο φυσικός κόσμος είναι μια πηγή ακατέργαστων αισθήσεων που εισβάλλουν στα αισθητήρια όργανα του παθητικού ανθρώπινου παρατηρητή. Το πνεύμα τότε λειτουργεί σε αυτά τα δεδομένα που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, διαχωρίζοντάς και συνδυάζοντάς τα σε σχηματισμούς σύνθετων ιδεών. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σύμφωνα με τους φυσιοκράτες, η γη προμηθεύει τους κατοίκους της με βασικές πρώτες ύλες, στις οποίες η ανθρώπινη λογική προσθέτει σχήμα και νόημα. Όπως το θέτει ο Gudeman, «σε αυτά τα διανοητικά οικονομικά, η γεωργία είναι για τη βιοτεχνία ό,τι η αίσθηση ήταν για την πνευματική λειτουργία» (ό.π.: 83). Ο ρόλος του γεωργού είναι να λάβει την ουσιαστική απόδοση της παραγωγής της γης, αυτός του τεχνίτη να διανείμει τις μορφές της ανθρωπότητας. Όπου το έργο του γεωργού είναι παραγωγικό, με την έννοια ότι έχει ως αποτέλεσμα την εισροή πλούτου στην ανθρώπινη κοινότητα, είναι παρ’ όλα αυτά παθητικό, επειδή η δημιουργική ενέργεια που γεννάει αυτό τον πλούτο αποδίδεται στην ίδια τη γη και πίσω από αυτήν στη θεϊκή παρέμβαση. Αντιστρόφως, το έργο του τεχνίτη δεν είναι παραγωγικό, επειδή δεν προσθέτει τίποτε στον ανθρώπινο πλούτο, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ενεργό, επειδή παρακινείται από τον ανθρώπινο λόγο (ό.π.: 87).

Από αυτή την άποψη των πραγμάτων, αν και θα ήταν δίκαιο να περιγράψουμε την πράξη δημιουργίας ως ανθρώπινο μετασχηματισμό της φύσης, τέτοια δημιουργία δεν είναι ταυτόσημη, αλλά απόλυτα αντίθετη της παραγωγής, ακριβώς όπως ο τεχνίτης είναι το αντίθετο της γεωργίας. Η παραγωγή είναι μια διαδικασία ανάπτυξης, όχι δημιουργίας. Ο γεωργός, και γι’ αυτό το λόγο αυτός που ανατρέφει ζώα (ως ιδιοκτησία), υποτάσσεται σε μια παραγωγική δυναμική που είναι έμφυτη στον ίδιο το φυσικό κόσμο, παρά μεταμορφώνει τη φύση σε ένα όργανο για το δικό του σκοπό. Μακράν του να «βάλουν τη σφραγίδα της θέλησής τους πάνω στη γη», για να υιοθετήσω την ιμπεριαλιστική φράση του Engels (1934: 179), αυτοί που μοχθούν για τη γη, στο να καθαρίζουν χωράφια, μεταβάλλοντας το έδαφος, σπέρνοντας, θερίζοντας, βόσκοντας τα κοπάδια τους και τις αγέλες ή ταΐζοντας ζώα στους στάβλους τους – συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της φύσης και παράγωγα του ίδιου του είδους τους.

Στην κλασσική Ελλάδα, επίσης, η γεωργία κι η βιοτεχνία ήταν ξεκάθαρα αντίθετες, που ανήκουν όπως επισημαίνει ο Vernant (1983: 253) – «σε δύο διαφορετικά πεδία εμπειρίας, που είναι σε μεγάλο βαθμό αλληλοαποκλειόμενα». Η αντίθεση ανάμεσα στο να αναπτύσσεις πράγματα και να φτιάχνεις πράγματα εκφράστηκε εύγλωττα από τον αθηναίο σοφιστή Αντιφώντα, που έγραψε τον 5ο αι. π.Χ., προσκαλώντας μας να φανταστούμε ένα παλιό ξύλινο κρεβάτι, θαμμένο μέσα στο έδαφος, να βγάζει ρίζες και να βλασταίνει με πράσινα κλωνάρια. Αυτό που εμφανίζεται, ωστόσο, δεν είναι ένα καινούριο κρεβάτι, αλλά ένα φρέσκο ξύλο! Τα κρεβάτια φτιάχνονται, αλλά το ξύλο αναπτύσσεται (ό.π.: 260). Ως παραγωγός καρπών παρά ως δημιουργός αντικειμένων, ο γεωργός δεν αντιμετωπίζεται ως κάποιος που δρα πάνω στη φύση, πόσο μάλλον να τη μεταμορφώσει στους ανθρώπινους σκοπούς. Η εργασία πάνω στη γη ήταν κυρίως ένα ζήτημα ευθυγράμμισης με ένα γενικό σύστημα, ταυτόχρονα φυσικό και θεϊκά προσδιορισμένο, μέσα στο οποίο περικλείεται η οριστικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακόμη κι αν ήταν τεχνικά πιθανό να μεταμορφωθεί η φύση, η αυτούσια ιδέα αντιμετωπίζεται ως ασέβεια (ό.π.: 254).

Αν υπάρχει κάποιο παράλληλο εδώ με τα δόγματα της φυσιοκρατίας, παρά το τεράστιο κύλισμα του χρόνου, είναι αναμφίβολα επειδή και οι συγγραφείς της κλασσικής Ελλάδας και οι φυσιοκράτες του 18ου αι. ήταν σε θέση να πλησιάσουν ένα απόθεμα πρακτικής εμπειρίας στην εργασία της γης. Όταν έφτασαν στη γεωργία, ήξεραν για τι πράγμα μιλούσαν. Αλλά όσον αφορά την βιοτεχνία, οι σχετικές ιδέες τους δε θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Σύμφωνα με τους κλασσικούς έλληνες συγγραφείς, οι μορφές που ο τεχνίτης αντιλαμβανόταν με το υλικό του απέρρεαν όχι από το ανθρώπινο πνεύμα, σα να κατασκευάζει μια ορθολογική νοημοσύνη, αλλά τάσσοντας τον εαυτό του στους κανόνες της φύσης. Έτσι, η ιδέα να δημιουργείς, επιβάλλοντας ένα ορθολογικό σχέδιο πάνω σε μια πρώτη ύλη θα ήταν τελείως ξένη στην ελληνική σκέψη. «Ο τεχνίτης δε βρίσκεται στις διαταγές της φύσης: υπόκειται στις ανάγκες της μορφής. Αυτή η λειτουργία και η υπεροχή της είναι… να υπακούει» (ό.π.: 294). Αυτό, βέβαια, είναι το ακριβώς αντίθετο του ισχυρισμού του Godelier ότι στη διαχείριση των φυτών και των ζώων, στη δημιουργία εργαλείων και στην οικοδόμηση κτιρίων –π.χ. στην παραγωγή του τρίτου, τέταρτου και πέμπτου είδους υλικότητας– είναι η φύση που υπόκειται στις απαιτήσεις της ανθρώπινης μορφής. Η ιδέα ότι η παραγωγή συνίσταται πρακτικά πάνω στη φύση, απορρέοντας από μια υπερβατική πηγή στην κοινωνία, είναι ουσιαστικά σύγχρονη.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 149, Μάιος 2015
Both comments and trackbacks are currently closed.