Βέρα Φίγκνερ (1852-1942), Μέρος Α΄

Τα απομνημονεύματα των Ρώσων επαναστατών του τέλους του 19ου αιώνα περιέχουν τα ονόματα πολλών γυναικών, οι οποίες κατέχουν εξέχουσα θέση. Οι στατιστικές των συλλήψεων δείχνουν ότι περίπου το 15% ήταν γυναίκες. Σε αυτές τις λίστες, το όνομα Vera Figner ξεχωρίζει ως συνώνυμο με αυτό της αφοσιωμένης επαναστάτριας. Πράγματι, η συμμετοχή της στο σχέδιο να δολοφονηθεί ο Τσάρος Αλέξανδρος Β΄, η δίκη της και τα επόμενα χρόνια φυλάκισης άφησαν ένα αποτύπωμα σε εκείνους που θα ακολουθούσαν μια μαχητική επαναστατική πορεία.

Η Figner γεννήθηκε στη Ρωσία της δεκαετίας του 1850, μια εποχή έντονου δημόσιου διαλόγου στην ιστορία της χώρας. Η Δυτική Ευρώπη βρισκόταν στο στάδιο της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις ενός σύγχρονου βιομηχανικού κράτους, ενώ για τα προηγούμενα 70 χρόνια η Ρωσία είχε σταθεροποιηθεί στο ζήτημα της δουλοπαροικίας και της εξάλειψής της, χωρίς να αλλάξει τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές.

Οι γονείς της Figner ήταν μέλη της τάξης των ευγενών. Ο πατέρας της Nikolai Figner εκπαιδεύτηκε ως δασοφύλακας, μια σταδιοδρομία που ακολούθησε μέχρι την απελευθέρωση των δουλοπάροικων το 1861. Στη συνέχεια έγινε ειρηνοδίκης και μετακόμισε με την οικογένειά του στο κτήμα του στο Νικοφόροβο, όταν η Βέρα ήταν 12. Η μητέρα της, Ekaterina Figner, ήταν κόρη δικαστή και είχε λάβει την τυπική οικιακή εκπαίδευση που ήταν συνηθισμένη στην εποχή της. Η Vera Figner θα περιγράψει τη ζωή των γυναικών στην επαρχία, ως «περιορισμένη μέσα στα στενά όρια ασήμαντων ενδιαφερόντων, και φαινόταν σαν να μην υπήρχε καμμία διαφυγή από αυτά τα όρια». Το νεανικό της όνειρο ήταν να γίνει τσαρίνα.

Κατά τη διάρκεια της παιδικής της ηλικίας, η Βέρα σπάνια έρχεται σε επαφή με τους γονείς της. Ως η μεγαλύτερη από τα έξι επιζώντα παιδιά, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της με νταντάδες και τα αδέλφια της. Το 1863, εγγράφεται στο Ινστιτούτο Rodionovsky στο Καζάν, όπου διδάσκεται κάτι περισσότερο από το συνηθισμένο πρόγραμμα σπουδών τελευταίας τάξης. Κατά τη διάρκεια των διακοπών από το σχολείο, διαβάζει μυθιστορήματα και περιοδικά που της συστήνουν η μητέρα και ο θείος της. Καθώς τα έξι παιδιά της μεγαλώνουν, η Ekaterina έχει περισσότερο χρόνο να περάσει με τα μεγαλύτερα παιδιά της. Η Βέρα σχημάτισε μια σταθερή σχέση με τη μητέρα της και θα παραμείνει αφιερωμένη σε αυτήν για το υπόλοιπο της ζωής της. Αν και ο Nikolai Figner πέθανε το 1870, όταν η Βέρα ήταν 18 ετών, είχε προφανώς μικρή επίδραση στη ζωή της εκτός από ένα πρώιμο πολιτικό μοντέλο. Η ίδια περιγράφει τους γονείς της, την ευρύτερη οικογένειά της και τους στενούς τους γνωστούς ως φιλελεύθερους δημοκράτες και όχι κάποιου είδους σοσιαλιστές. Bασικά πίστευαν ότι κάθε άτομο είναι υπεύθυνο να κάνει το μέγιστο καλό για να επηρεάσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Οι γονείς της και πολλοί άλλοι φιλελεύθεροι πίστευαν ότι η πορεία για την κοινωνική αλλαγή στη Ρωσία ήταν μέσω της τάξης των ευγενών και της υπηρεσίας τους προς το κράτος.

Μετά την αποφοίτησή της από το ινστιτούτο το 1869, η Φίγκνερ ήθελε να ακολουθήσει πανεπιστημιακές σπουδές. Οι γονείς της, ωστόσο, αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να ξεκινήσει σπουδές στο Καζάν. Εκεί συναντήθηκε με τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Αλεξέι Βιτόβιτς Φιλλίποφ, νομικό ερευνητή. Παντρεύονται το 1870, αρκετές εβδομάδες πριν πεθάνει ο πατέρας της, και η Φίγκνερ αποφασίζει να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της να παρακολουθήσει πανεπιστήμιο. Ήθελε να αποκτήσει ένα χρήσιμο πτυχίο, ελπίζοντας να βρει μια θεραπεία για τα κοινωνικά και οικονομικά δεινά που έπλητταν τη χώρα της. Επειδή τα ιατρικά πτυχία ήταν ανέφικτα στη Ρωσία, η Φίγκνερ, ο σύζυγός της και η αδελφή της Λυδία, αποφασίζουν να σπουδάσουν στο εξωτερικό· οι τρεις φεύγουν για τη Ζυρίχη της Ελβετίας το 1872, όταν η Φίγκνερ είναι 21 ετών.

Αφού εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη, συμμετέχει σε έναν κύκλο ρωσίδων γυναικών, έναν κύκλο συζητήσεων για γυναίκες με σκοπό να μάθουν να μιλούν «λογικά» για να εκφράζουν τις ιδέες τους μπροστά στους άνδρες και έτσι να αναθεωρήσουν αιώνες ρωσικών συνηθειών που αφορούσαν την αντιμετώπιση των γυναικών. Ο κύκλος συναντήθηκε μόνο δύο φορές πριν σπάσει σε μικρότερες ομάδες. Μία από αυτές τις ομάδες, η Fritsche, στην οποία ανήκε η Φίγκνερ και η αδελφή της, ενστερνίστηκε τον σοσιαλισμό και τον ταξικό πόλεμο. Τα μέλη της ομάδας έμελλε να γίνουν ηγετικές στις κινητοποιήσεις στην Ρωσία στα τέλη της δεκαετίας του 1870 και στις αρχές του 1880. Η Φίγκνερ ρούφηξε κυριολεκτικά τα βιβλία του Proudhon, του Fourier, του Blanc, του Bentham και του Bakunin. Από τα έργα αυτά και τις συζητήσεις με τις άλλες γυναίκες της ομάδας, διαμόρφωσε μια νέα κοινωνική ταυτότητα. Για τις γυναίκες του Fritsche, το έργο τους ήταν προφανές: να επιστρέψουν στη Ρωσία και να ζήσουν μεταξύ των εργαζομένων προκειμένου να φέρουν κοινωνική, πολιτική και οικονομική αλλαγή στη Ρωσία. Πιστεύουν ακράδαντα ότι το κλειδί για την επιτυχία της Ρωσίας θα είναι μια κοινωνική επανάσταση υπό την ηγεσία των εργαζομένων στα αστικά κέντρα. Η Φίγκνερ επεσήμανε ότι οι εργάτες των εργοστάσιων θα πρέπει να είναι η ομάδα στόχος, καθώς «ήταν πιο ανεπτυγμένοι διανοητικά». Ωστόσο, δεν πίστευε ότι είχε τη δύναμη να ζήσει ανάμεσα στους εργάτες και να επιβιώσει από τα εξοντωτικά ωράρια και τα επίπονα καθήκοντα του εργοστασίου.

Καθώς η Figner εξελίχθηκε ως σοσιαλίστρια, ο σύζυγός της Aleksei, ο οποίος δεν ήταν ποτέ κάτι περισσότερο από φιλελεύθερος, έγινε πιο συντηρητικός. Η ίδια αλλάζει πανεπιστήμιο το 1873, ως αποτέλεσμα ενός διατάγματος της ρωσικής κυβέρνησης που αναφέρει ότι οι φοιτητές της Ζυρίχης θα πρέπει να επιστρέψουν στη Ρωσία αμέσως, αλλοιώς θα τους απαγορευτεί να συμμετέχουν στις εξετάσεις αδειοδότησης άσκησης επαγγέλματος. Κατηγορούνται, επίσης, από την κυβέρνηση ότι μελετούν την ιατρική για να εξασκούν τον ελεύθερο έρωτα και να κάνουν αμβλώσεις. Ωστόσο, το διάταγμα δεν ανέφερε τίποτα για τις γυναίκες που σπουδάζουν αλλού, οπότε η Φίγκνερ μετακόμισε στη Βέρνη για να συνεχίσει την εκπαίδευσή της. Ο Αλεξέι δεν πηγαίνει μαζί της και από εκείνη τη στιγμή είναι ουσιαστικά χωρισμένοι. Ενώ η ίδια συνεχίζει τις σπουδές της, ο όμιλος Fritsche συντάσσει ένα πρόγραμμα πριν εγκαταλείψει τη Ζυρίχη, επικεντρώνοντας σε μια λαϊκιστική προσέγγιση των απόψεών τους. Αποφασίζουν, έτσι, να ζήσουν μαζί με τους αγρότες, και να εργάζονται σε χειρωνακτικές εργασίες.

Το 1875, μετά τη φυλάκιση της αδελφής της Λυδία στη Μόσχα για κατοχή εντύπων σοσιαλιστικού περιεχομένου, η Φίγκνερ επιστρέφει στη Ρωσία για να εργαστεί για τους επαναστάτες. Δεν βλέπει ούτε επικοινωνεί με τη Λυδία, ωστόσο, επειδή φοβάται ότι θα εντοπιστεί από τις αρχές. Το 1876, η Βέρα παίρνει μέρος στις εξετάσεις για βοηθός του ιατρού και μαία, και παίρνει πτυχίο και για τα δύο. Με την άδεια στο χέρι, συνεχίζει να υλοποιεί το σχέδιο που είχε ορίσει η οργάνωση Fritsche, ζώντας ανάμεσα στους ανθρώπους, με σκοπό να αυξήσει την πολιτική τους συνείδηση.

Πριν από το 1876, οι επαναστατικές ομάδες ήταν δύο τύπων – προπαγανδιστές και εξεγερμένοι. Οι προπαγανδιστές πίστευαν ότι οι άνθρωποι ήταν κενές πλάκες στις οποίες μπορούσαν να χαραχθούν οι σοσιαλιστικές αρχές. Οι αντάρτες πίστευαν ότι όλες οι μέθοδοι κοινωνικής αναταραχής ήταν νόμιμες και ότι ο λαός θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα κατάσταση μόνο μετά την κατάργηση τής υπάρχουσας. Από τις αποτυχίες και των δύο αυτών ομάδων ήρθαν οι Ναροντνικοί ή οι Λαϊκιστές. Το βασικό πρόγραμμα των Λαϊκιστών ήταν απλό: με την οργάνωση αναφορών που ο τσάρος δεν θα τιμήσει, θα αποδείκνυαν την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τις αγροτικές ανάγκες και, ως εκ τούτου, να ενθαρρύνει τη δυσαρέσκεια και να προκαλέσουν την εξέγερση μεταξύ των αγροτών. Έτσι, θα μπορούσαν να αποκτήσουν την ιδιοκτησία της γης για εκείνους που την δούλευαν. Νέες ομάδες, όπως η Γη και Ελευθερία και η Λαϊκή Θέληση, σχηματίστηκαν για να δώσουν αυτό το μήνυμα στους ανθρώπους.

Μετάφραση-απόδοση Π.

Both comments and trackbacks are currently closed.