ΧΑΡΡΑΓΚΑ

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΑΙΝΕ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΟΥΣ

του Mahi Binebine

ΜΤΦ: ΕΛΓΚΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ /σελ. 179
Εκδ. ΑΓΡΑ, 2019

«Χαρράγκα: Αραβική λέξη. Χρησιμοποιείται στην Αλγερία για να χαρακτηρίσει τους πρόσφυγες και μετανάστες, που προσπαθούν να φθάσουν στην Ευρώπη με βάρκα και καίνε τα χαρτιά τους μόλις φτάσουν σε ευρωπαϊκό έδαφος ή τα πετάνε στην θάλασσα ή τα αφήνουν σε όσους μένουν πίσω για να τα καταστρέψουν, όταν καταφέρουν να μεταναστεύσουν και πάρουν άσυλο. Χαρράγκα είναι τα καμένα χαρτιά, αλλά και οι άνθρωποι που τα καίνε, και κατ’ επέκταση χαρράγκα σημαίνει τους ανθρώπους, που διασχίζουν παράνομα τα σύνορα, αλλά και οποιονδήποτε κάνει κάποια πράξη που δεν σέβεται τους νόμους. Από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, οι Αλγερινοί, Μαροκινοί και Τυνήσιοι χαρράγκα προσπαθούν να φτάσουν σε Ισπανικό έδαφος (Ανδαλουσία, Θέουτα, Μελίγια, διασχίζοντας το Γιβραλτάρ), στην Μάλτα ή στο ιταλικό νησί της Λαμπεντούζα, και από εκεί να συνεχίσουν το δρόμο τους για άλλες περιοχές της Ευρώπης. Οι Σενεγαλέζοι και οι Μαυριτανοί κατευθύνονται προς τα Κανάρια Νησιά, χρησιμοποιώντας τις «πατέρα», μικρές επίπεδες βάρκες, ή φουσκωτά σκάφη. Τα ποσοστά θανάτου των χαρράγκα είναι πολύ υψηλά και το εγχείρημά του διάπλου σε αυτές τις μικρές βάρκες πολύ επικίνδυνο. Ωστόσο, η βαθιά φτώχεια και ακραίες πολιτικές συνθήκες που επικρατούν στις βορειοαφρικανικές χώρες ωθούν τους χαρράγκα να το αποτολμούν.» (Σημείωμα της έκδοσης)

«ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που προέρχονται από διάφορα μέρη της Αφρικής έχουν συγκεντρωθεί στην Ταγγέρη και περιμένουν την κατάλληλη στιγμή για να μπαρκάρουν μ’ έναν διακινητή και να διασχίσουν τη θάλασσα για το Γιβραλτάρ: ο Αζούζ, ο αφηγητής, και ο ξάδερφός του ο Ρεντά απ’ το Μαρακές, η Νουαρά μια νέα γυναίκα με το μωρό της, ένας Αλγερινός που έχει σωθεί από μια σφαγή, ο Γιουσέφ και δύο άντρες απ’ το Μαλί. Όλοι ενωμένοι από την επίμονη δύναμη της ίδιας αναζήτησης: να αποσπάσουν από την μοίρα τους μια καινούργια ζωή, μια δεύτερη ευκαιρία.

Η αναμονή τους είναι σημαδεμένη με μνήμες απ’ το παρελθόν, με διηγήσεις από βιώματα, πορτραίτα και παθητικές φιγούρες: Ο Μοράντ έχει ζήσει πολύ καιρό στη Γαλλία και είναι περήφανος για τον τίτλο του «ο Απελαθείς της Ευρώπης». Η νέα γυναίκα θέλει να συναντήσει τον άντρα της που δουλεύει στη Γαλλία και δεν δίνει πια σημεία ζωής. Ο Αζούζ έχει λάβει κλασσική παιδεία χάρη στις καλόγριες, αλλά ο θάνατος εκείνης που τον προστάτευε τσάκισε την ορμή του· όσο για τον ξάδερφο του τον Ρεντά, αυτός κατόρθωσε να ξεφύγει από μία συντεχνία των ζητιάνων που τον είχε στρατολογήσει. Τρέμοντας από το κρύο και το φόβο, όλοι περιμένουν το σημάδι της αναχώρησης και προσπαθούν να εξηγήσουν τα φώτα που λάμπουν στον ορίζοντα: Δείχνουν τη γη της επαγγελίας ή μήπως είναι κάποια παγίδα;.» (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης).

Ο Mahi Binebine ζωγράφος, γλύπτης και μυθιστοριογράφος αγκαλιάζει τα πρόσωπα του μυθιστορήματος με τρυφερότητα, με ελπίδα ακόμα και όταν οι ρημαγμένες τους ζωές μοιάζουν με μια βάρκα τσακισμένη, ποτισμένες με δηλητήριο, μοναξιά, απελπισία, ο κόσμος τους σημαδεμένος από τις στερήσεις, την ασχήμια και τον πόνο, την απώλεια, το παρελθόν ένας τόπος που συνομιλεί μόνο με φαντάσματα.

«Όχι, εκεί κρυβόταν μια τραγική ιστορία. Ίσως είχε χάσει όλη του την οικογένεια, θερισμένη μονομιάς από τους άγιους του Καντζάρ, τους ανθρώπους του Θεού; Ίσως να βρέθηκε μόνος σ’ ένα σπίτι άδειο, ρημαγμένο; Ένα σπίτι που είχε ξαφνικά καταβροχθίσει στα πέτρινα σωθικά του όλη τη ζωή, που έκλεινε μέσα του. Τα γέλια των παιδιών. Πώς ένας ζωντανός άνθρωπος να επιζήσει σ’ αυτά; Να είσαι σύζυγος, θείος, φίλος και μια ώρα αργότερα, μετά από μια βόλτα στο φως της Σελήνης, να είσαι ένα τίποτα, να είσαι ένας σωρός πόνου. Ένας κόμπος από τύψεις και πίκρα. Μόνος. Ανήμπορος. Χωρίς να θέλεις να ζήσεις. Να μην έχεις το κουράγιο να θάψεις τους δικούς σου. Ούτε να αυτοκτονήσεις. Να γυρνάς γύρω γύρω, να κοπανάς το κεφάλι σου στους τοίχους. Να χώνεις τα νύχια σου στα μάγουλά σου, να χαρακώνεις το πρόσωπό σου, να πηγαίνεις απέναντι από την θάλασσα και να κλαις. Να σέρνεσαι πάνω στην υγρή άμμο, να ουρλιάζεις και να φτύνεις τον ουρανό. Τρέχεις και περπατάς σέρνοντας τις ημέρες και τις νύχτες. Να καταρρέεις από την κούραση. Να βυθίζεσαι σαν ένα κουρέλι σ’ έναν λήθαργο κατευναστικό, αλλά πρόσκαιρο. Να ξυπνάς με λυγμούς γιατί τα καστανιά μάτια ενός παιδιού με κατσαρά μαλλιά τρυπώνουν στα σκοτάδια του ύπνου σ’ ένα όνειρο που γρήγορα σβήνει».

Ο αφηγήτης, ο Αζούζ, γεννημένος, όπως πιστεύει, την κακιά στιγμή, στο κακό μέρος, μια ξεχασμένη ψυχή, χωμένη μέσα στην λάσπη, είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι προορισμένος να ζήσει στην άγνοια και στην μιζέρια· η λάμψη του ονείρου έρχεται να φωτίσει τον βούρκο. Θυμάται με τρυφερότητα τον τόπο του, τους ανθρώπους που τον αγκάλιασαν με τόση ανθρωπιά, τους ανθρώπους που έχασε, τους ανθρώπους που στερήθηκε και η νοσταλγία και η ανόθευτη αγάπη για την πατρίδα ποτίζει την καρδιά και το μυαλό του.

«Ύστερα, γυρνώντας προς το μέρος μου, μ’ ένα πατρικό χαμόγελο να φωτίζει το γέρικο ζαρωμένο μούτρο του κηπουρού, μαυρισμένο από τον ήλιο, είπε με την πιο τρυφερή φωνή του πως όταν τελειώσω τις κατακτήσεις μου, τις μάχες μου, τα ταξίδια μου, όταν έρθει ο καιρός ν’ ακουμπήσω κάπου το μπογαλάκι μου, πάντα θα μπορούσα να πάω στη μεριά της Μκγούνα. Θα υπάρχει πάντα, όσο ο Θεός το επιτρέπει, μια μικρή γωνιά από άργιλο, και αγάπη που θα με περιμένει».

Η αναμονή της αναχώρησης αβάστακτη, μια αναχώρηση που μοιάζει φωτισμένη από την ελπίδα, αλλά και από την συντροφικότητα βουτηγμένη στα όνειρα, που δεν τα στιγμάτισε η πίκρα, στα όνειρα που συνεχίζουν να πετούν ψηλά σ’ έναν ελεύθερο ουρανό…

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.