Περί τυφλότητος

του Ζοζέ Σαραμάγκου

Εκδόσεις Καστανιώτη

1998 / σελ. 382

Μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά

Αν μπορείς να κοιτάξεις, δες.
Αν μπορείς να δεις, παρατήρησε.
Το βιβλίο των Συμβουλών (από την προμετωπίδα του βιβλίου)

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Αζινιάγκα, της Πορτογαλικής επαρχίας Ριμπατέζου. Ήταν γιός και εγγονός ακτημόνων αγροτών. Ο πατέρας του λεγόταν Ζοζέ ντε Σόζα. Το «Σαραμάγκου» (=άγριο ραδίκι) ήταν το παρατσούκλι της οικογένειας του πατέρα του, το οποίο κατά λάθος ενσωματώθηκε στην επίσημη καταγραφή του στα μητρώα γέννησης. Καταπιάστηκε με διαφόρων ειδών επαγγέλματα μέχρι να καταλήξει στη συγγραφή. Έγινε παγκόσμια γνωστός μετά τα πενήντα του. Μέλος του ΚΚ Πορτογαλίας από το 1969, δήλωνε άθεος και αυτοχαρακτηριζόταν πεσιμιστής.

Αξιοσημείωτη είναι η συγγραφή μιας σειράς εξαίρετων μυθιστορημάτων, όπως η τοιχογραφία της πορτογαλικής κοινωνίας στο Φωταγωγό, η αλληγορική προσέγγιση του καπιταλιστικού συστήματος και της παγκοσμιοποίησης στη Σπηλιά, η βιτριολική ανορθόδοξη ανασκόπηση της βιβλικής ιστορίας στον Κάιν, η προεπισκόπηση μιας κοινωνίας που αυτό-οργανώνεται ύστερα από τα υψηλά ποσοστά λευκού στις εκλογές στο Περί Φωτίσεως, καθώς και η αντιδογματική προσέγγιση της Καινής Διαθήκης στο Κατά Ιησούν Ευαγγέλιο.

Εξ αιτίας του τελευταίου, ο συγγραφέας ήρθε σε ρήξη με την πορτογαλική εκκλησία και εγκατέλειψε την Πορτογαλία για το ισπανικό νησί Λανθαρότε. Σε ρήξη ήρθε, επίσης και για τις δηλώσεις του ενάντια στη δράση των Ισραηλινών στην Παλαιστίνη και το Λίβανο. Ανέπτυξε παράνομη αντικαθεστωτική δράση κατά τα χρόνια της δικτατορίας του Σαλαζάρ, ενώ μεταγενέστερα ενεπλάκη με τη σύγχρονη πολιτική, καταγγέλλοντας με δριμύ τρόπο την παντοδυναμία των τραπεζών, τη δράση του ΔΝΤ, το καπιταλιστικό σύστημα και τον ακραιφνή φιλελευθερισμό. Πεθαίνει το 2010 σε ισπανικό έδαφος.

Το βιβλίο του Περί Τυφλότητος, γραμμένο το 1995, κυριολεκτικά ακροβατεί μεταξύ λογοτεχνίας του φανταστικού, πολιτικής αλληγορίας και φιλοσοφικού δοκιμίου. Με εντυπωσιακό τρόπο αναλύει την ομαδική τύφλωση και καταφέρνει να οδηγήσει τον αναγνώστη στην ίδια ψυχική κατάσταση με τους χαρακτήρες του βιβλίου. Η πλοκή του βιβλίου είναι καταιγιστική, μέσα σε ασφυκτικά πυκνογραμμένες σελίδες, με αναφορές για μια κοινωνία τυφλή, πρωτόγονη και διεφθαρμένη από τον πολιτισμό. Εκτός από την έλλειψη τοπικών προσδιορισμών, εμφανής είναι και η απουσία ονομάτων, γεγονός που δίνει έμφαση στα χαρακτηριστικά, τις ιδιότητες και τα συναισθήματα των προσώπων, χωρίς ονομαστικές ταμπέλες. Είναι η χαρακτηριστική γραφή και τεχνοτροπία του Σαραμάγκου, με πενιχρά σημεία στίξης και έλλειψη διαλογικής μορφής, στοιχεία που υποβοηθούν τη ροή του μυθιστορήματος, εξυπηρετώντας την προώθηση των φιλοσοφικών ερωτημάτων που προάγει.

Σε μια πόλη που δεν προσδιορίζεται ποια είναι, σε κάποιο δρόμο, ένα αυτοκίνητο είναι σταματημένο σε φανάρι. Ο οδηγός του περιμένει υπομονετικά να ανάψει πράσινο. Ξαφνικά, σ’ ένα κλείσιμο των ματιών, διαπιστώνει πως δεν βλέπει τίποτα πλέον παρά μόνο ένα απέραντο λευκό. Τα χρώματα έχουν χαθεί, το ίδιο και οι σκιές. Λευκό, μόνο λευκό και ούτε υποψία άλλου χρώματος. Έντρομος, ζητά βοήθεια από τους ανθρώπους που βρίσκονται τριγύρω. Με τη συνοδεία ενός νεαρού, ο οποίος στη συνέχεια του κλέβει το αυτοκίνητο, φτάνει στο σπίτι του. (Σε δεύτερο χρόνο τυφλώνεται και ο κλέφτης του αυτοκινήτου). Το ίδιο απόγευμα επισκέπτεται έναν οφθαλμίατρο.

Άμεσα ξεσπά επιδημία.

Στην αρχή η πολιτεία παίρνει τα μέτρα της με το μόνο τρόπο που γνωρίζει: αποφασίζει να κλείσει τους τυφλούς στην απομόνωση ενός ασύλου, με τη σκέψη πως έτσι δεν θα κολλήσουν τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι ασθενείς μεταφέρονται σ’ ένα εγκαταλελειμμένο φρενοκομείο.

Οι τρόφιμοι διαρκώς πληθαίνουν και τα κρούσματα συνεχώς αυξάνονται.

[…] «Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια δυνατή και ξερή φωνή, κάποιου που απ’ τον τόνο της φωνής του ήταν συνηθισμένος να δίνει διαταγές. Προερχόταν από ένα μεγάφωνο τοποθετημένο πάνω απ’ την πόρτα απ’ όπου είχαν μπει. Η λέξη Προσοχή ειπώθηκε τρεις φορές, ύστερα η φωνή άρχισε να λέει, “Η κυβέρνηση λυπάται που αναγκάστηκε ν’ ασκήσει αποφασιστικά αυτό που θεωρεί δικαίωμα και καθήκον της, να προφυλάξει δηλαδή με κάθε μέσο τον πληθυσμό ενώπιον της κρίσης που αντιμετωπίζουμε, η οποία κατά τα φαινόμενα μπορεί να προσδιοριστεί ως ένα είδος επιδημικού ξεσπάσματος τυφλότητας, που προσωρινά περιγράφεται ως λευκή πληγή, ελπίζει ότι μπορεί να βασίζεται στον πατριωτισμό και τη συνεργασία όλων των πολιτών για να σταματήσουμε τη διάδοση της μολυσματικής νόσου, αν όντως πρόκειται για τέτοια, και δεν αντιμετωπίζουμε μια σειρά ανεξήγητων προς το παρόν συμπτώσεων. Η απόφαση να συγκεντρώσουμε στο ίδιο μέρος τους πληγέντες, και σε κοντινό μέρος, ξεχωριστό όμως, αυτούς που βρέθηκαν σε κάποιου είδους επαφή μαζί τους πάρθηκε κατόπιν σοβαρής και ωρίμου σκέψεως. Η κυβέρνηση έχει πλήρη συνείδηση των καθηκόντων της και αναμένει ότι αυτοί στους οποίους απευθύνεται το μήνυμα αυτό, θ’ αναλάβουν επίσης, ως ευσυνείδητοι πολίτες που οφείλουν να είναι, τις ευθύνες που τους αντιστοιχούν, λαμβάνοντας υπόψη τους ότι η απομόνωση στην οποία τώρα βρίσκονται συνιστά, περ’ από τα προσωπικά συμφέροντα του καθενός, πράξη αλληλεγγύης προς το υπόλοιπο του έθνους μας. Τέλος, ζητούμε την προσοχή όλων σας στις οδηγίες που ακολουθούν, πρώτον, τα φώτα θα παραμείνουν αναμμένα και είναι ανώφελη κάθε προσπάθεια χειρισμού των διακοπτών, δεν λειτουργούν, δεύτερον, η έξοδος από το κτίριο χωρίς προηγούμενη άδεια συνεπάγεται άμεση θανάτωση, τρίτον, σε κάθε θάλαμο υπάρχει ένα τηλέφωνο του οποίου μπορεί να γίνει χρήση μόνο για να ζητήσετε απ’ έξω τη διάθεση προϊόντων ατομικής υγιεινής και καθαριότητας, τέταρτον, οι τρόφιμοι υποχρεούνται να πλένουν οι ίδιοι το ρουχισμό τους καθημερινά, πέμπτον, συνίσταται η εκλογή υπευθύνων θαλάμου, πρόκειται επομένως για σύσταση και όχι για διαταγή, οι τρόφιμοι μπορούν να οργανωθούν κατά το δοκούν αρκεί να τηρούν τους προηγούμενους κανόνες και αυτούς που ευθύς αμέσως θ’ ανακοινώσουμε, έκτον, τρεις φορές την ημέρα θα τοποθετούνται κιβώτια με τρόφιμα στην πύλη της εισόδου, δεξιά και αριστερά, και προορίζονται, αντίστοιχα, για τους ασθενείς και τους εκτεθειμένους στη μόλυνση, έβδομον, όλα τα υπολείμματα θα καίγονται […], όγδοον, η καύση οφείλει να γίνεται στα εσωτερικά προαύλια του κτηρίου ή στον περίβολο, ένατον, οι τρόφιμοι είναι υπεύθυνοι για τυχόν αρνητικά παρεπόμενα της καύσης, δέκατον, σε περίπτωση πυρκαγιάς, τυχαίας ή σκόπιμης, οι πυροσβέστες δεν θα επέμβουν, ενδέκατον, αντίστοιχα οι τρόφιμοι δεν πρέπει να υπολογίζουν σε κανενός είδους εξωτερική παρέμβαση στην περίπτωση που εκδηλωθούν ασθένειες, όπως επίσης και απείθεια ή επιθετική συμπεριφορά, δωδέκατον, σε περίπτωση θανάτου, οποιαδήποτε κι αν είναι η αιτία του, οι τρόφιμοι θα θάψουν χωρίς επισημότητα το πτώμα στον περίβολο, δέκατον τρίτον, η επικοινωνία μεταξύ των ασθενών και των εκτεθειμένων στη μόλυνση θα γίνεται από τον κεντρικό κορμό του κτηρίου, τον ίδιο από τον οποίον εισήλθαν, δέκατον τέταρτον, οι εκτεθειμένοι στη μόλυνση που τυχόν τυφλωθούν θα μεταβαίνουν αμέσως στην πτέρυγα των ήδη τυφλών, δέκατον πέμπτον, η ανακοίνωση αυτή θα επαναλαμβάνεται καθημερινά, την ίδια ώρα, για την ενημέρωση των νέων εισερχομένων. (ο τονισμός είναι του παρουσιαστή…) Η κυβέρνηση και το έθνος αναμένουν από τον καθένα σας να εκπληρώσει το χρέος του. Καληνύχτα’’». […]

Ο στρατός, που έχει αναλάβει τη φύλαξη των εγκαταστάσεων, πυροβολεί όποιον, έστω και από λάθος, πλησιάσει στην έξοδο. Εντός των ορίων του κτιρίου, και όσο πληθαίνουν οι τυφλοί, διαδραματίζονται παιχνίδια εξουσίας, υποταγής, χειραγώγησης. Η απογύμνωση της ανθρώπινης υπόστασης ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια όλων.

Οι τυφλοί, στα μάτια όσων ακόμα βλέπουν, δεν είναι πλέον άνθρωποι. Χρειάζεται να περιθωριοποιηθούν, να απομονωθούν – όλα «για το καλό του έθνους και της πολιτείας». Σαν τους φυλακισμένους, τους πάσχοντες από ανίατες νόσους, τους φτωχούς, τους άστεγους, εκείνους που για διάφορους λόγους αναγκάστηκαν να φύγουν από εκεί που έμεναν. Μας ενοχλεί να τους κοιτάζουμε – ίσως γιατί εμείς ακόμα βλέπουμε, ενώ εκείνοι όχι. Ίσως γιατί ξέρουμε πως δεν θα κρατήσει για πολύ.

Ο Ζοζέ Σαραμάγκου, στην ομιλία του για την απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, θα πει, μεταξύ άλλων: «με το ‘‘Περί τυφλότητας’’ ήθελα να θυμίσω σε όσους μπορεί να το διαβάσουν ότι διαστρέφουμε την ίδια την έννοια του ορθού λόγου όταν εξευτελίζουμε την ανθρώπινη ζωή, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσβάλλεται κάθε μέρα από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου, ότι το παγκόσμιο ψέμα έχει αντικαταστήσει τις περισσότερες (και διαφορετικές) αλήθειες (που βιώνουν οι πολίτες στην καθημερινή τους ζωή), ότι ο άνθρωπος σταματάει να σέβεται τον ίδιο του τον εαυτό, όταν χάνει το σεβασμό των συνανθρώπων του. Τότε, σαν να προσπαθούσα να ξορκίσω τα τέρατα που γεννούσε η τυφλότητα της λογικής, άρχισα να γράφω τις πιο απλές απ’ όλες τις ιστορίες: ένας άνθρωπος ψάχνει για έναν άλλο άνθρωπο συνειδητοποιώντας ότι στη ζωή δεν είναι τίποτα άλλο περισσότερο σημαντικό από την επικοινωνία με τον άλλο άνθρωπο».

«… Γιατί τυφλωθήκαμε, Δεν ξέρω, ίσως μια μέρα να καταφέρουμε να μάθουμε το λόγο, Θέλεις να σου πω αυτό που νομίζω. Λέγε. Νομίζω ότι δεν τυφλωθήκαμε, νομίζω ότι είμαστε τυφλοί, Τυφλοί που βλέπουν, Τυφλοί που δεν βλέπουν, κι ας βλέπουν»…

«… Ο φόβος τυφλώνει, …, Αυτή είναι η σωστή κουβέντα, ήμασταν ήδη τυφλοί τη στιγμή που τυφλωθήκαμε, ο φόβος μας τύφλωσε, ο φόβος θα μας κρατήσει τυφλούς. …»

Π.
Δημοσιεύθηκε στο φ. 204 της ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Both comments and trackbacks are currently closed.