Ο Σωκράτης είχε έναν κόκκορα… (Μέρος Γ΄)

Αυτό μου συμβαίνει από παιδί· μια φωνή μέσα μου, που, όταν έρχεται, πάντα με αποτρέπει από μια μελλοντική πράξη, αλλά ποτέ δε με προτρέπει. Αυτό είναι που εναντιώνεται στο να ασχοληθώ με τα πολιτικά ζητήματα και μου φαίνεται ότι κάνει θαυμάσια. Γιατί, Αθηναίοι, να ξέρετε καλά ότι, αν εγώ είχα από παλιά επιχειρήσει ν’ ασχοληθώ με τα πολιτικά πράγματα, θα με είχατε σκοτώσει εδώ και πολύ καιρό και ούτε τον εαυτό μου θα είχα ωφελήσει σε τίποτε ούτε εσάς. Μη μου κρατάτε κακία, επειδή λέω την αλήθεια. Σωκράτης, Απολογία (31d-e).

Ευρισκόμενος ενώπιον του δικαστηρίου, με κατήγορους που διέθεταν τις περγαμηνές των ευυπόληπτων πολιτών, ο Σωκράτης διατύπωσε μια απολογία με διάθεση να δικαιωθεί ή να πεθάνει, χωρίς να αφήσει κανένα ενδιάμεσο περιθώριο. Η δίκη έγινε σε ανοιχτό χώρο στην αγορά της Αθήνας, με υφασμάτινα παραπετάσματα για σκέπαστρα, προκειμένου να προστατεύουν απ’ τον ήλιο του Ιουνίου. Φαινομενικά, βασικός κατήγορος του Σωκράτη εμφανίζεται ο Μέλητος, «ένας άγνωστος νέος με ίσια μαλλιά κι αραιό μούσι», που μιλάει εκ μέρους των ποιητών. Στην πραγματικότητα, ήταν το ανδρείκελο του βασικού κατηγόρου Άνυτου, ενός απ’ τους πιο ισχυρούς δημοκρατικούς πολιτευτές, ηγετικής φυσιογνωμίας στη μάχη εναντίον των Τριάκοντα και εκπροσώπου στη δίκη των πολιτικών, των εμπόρων και των τεχνιτών. Είχε επί της ουσίας πολιτικές διαφωνίες με τον Σωκράτη, καθώς δεν τον έβρισκε τόσο δημοκράτη όσο θα ήθελε. Ας μην ξεχνάμε ότι η περίοδος αυτή για την Αθήνα είναι τα χρόνια ανάδειξης των δημαγωγών της, που κι ο Αριστοφάνης δεν χάνει ευκαιρία να σατιρίσει. Άλλος κατήγορός του ήταν ο Λύκων, άγνωστος κατά τα άλλα, εκπρόσωπος των ρητόρων. Βασικό μέλημά τους ήταν, στο όνομα των πολιτών που εκπροσωπούσαν, να απαλλαγούν απ’ την παρουσία της αλογόμυγας της πόλης.

Οι κατήγοροί του είχαν ήδη περάσει απ’ την ελεγκτική του μέθοδο και η άγνοια κι η ανηθικότητά τους είχαν αποκαλυφθεί. Οι κατηγορίες φτιάχτηκαν έτσι, ώστε να μη φανεί ότι η δίωξη στηριζόταν σε πολιτικές θέσεις. Οι δημοκρατικοί είχαν συμφωνήσει να δοθεί αμνηστία στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Για τον Σωκράτη, που θεωρούνταν ολιγαρχικός στα μάτια τους, έπρεπε να βρεθούν άλλου είδους κατηγορίες. Έτσι, προβάλλουν αδικήματα θρησκευτικής και ηθικής φύσεως. Το ένα είναι ότι ο φιλόσοφος δεν αναγνωρίζει τους θεούς της πόλης, αλλά θέλει να εισάγει «καινά δαιμόνια», μ’ άλλα λόγια νέες θεότητες. Το άλλο είναι, ότι διαφθείρει τους νέους, μέσω των συναναστροφών που έχει μαζί τους και της διδασκαλίας του. Προτεινόμενη ποινή: θάνατος. Η άλλη εναλλακτική ήταν να αυτοεξοριστεί, ώστε ν’ απαλλαγεί. Κανείς δε θα τον αναζητούσε, εφ’ όσον απάλλασσε την αθηναϊκή δημοκρατία απ’ την παρουσία του.

Η απάντηση του Σωκράτη σε όλα τα παραπάνω παρουσιάζεται στην Απολογία, που συνέγραψε ο Πλάτων και δείχνει ν’ αποτυπώνει αν όχι κατά λέξη, τουλάχιστον το γενικό πνεύμα των λόγων του. Ακόμη κι αν ο Πλάτων έκανε προσθήκες κι εξιδανικευμένες περιγραφές, ο φιλόσοφος πράγματι στάθηκε απέναντι στο δικαστήριο της Ηλιαίας και μίλησε έτσι περίπου. Η πολιτεία τον δίκασε για τις «αμαρτωλές» κοινωνικές του απόψεις, σύμφωνα με τα κριτήριά της. Απ’ την αρχή της απολογίας του, ο Σωκράτης κάνει εμφανή την περιφρόνησή του τόσο για τους κατηγόρους του, όσο και για τον όχλο και τη μάζα που τους εξέθρεψε.

Εξ αρχής δηλώνει ότι θα πει όλη την αλήθεια, χωρίς ωραίους και περίτεχνους λόγους με πολλά στολίδια. Θα μιλήσει με τις λέξεις που χρησιμοποιεί και στην αγορά (§17). Ξεκινάει απ’ όσους τον κατηγορούν ότι με τη διδασκαλία του διαφθείρει τους νέους. Δεν αποδέχεται καν την ιδιότητα του δασκάλου και δεν αναγνωρίζει όσους τον συναναστρέφονται ως μαθητές. Το αποδεικνύει με την παρατήρηση ότι δεν πληρώνεται όπως οι σοφιστές, προκειμένου να τους διδάξει, αλλά απλώς συνομιλεί μαζί τους, τους συναναστρέφεται. Σ’ όσους τον αντιμετωπίζουν ως επικίνδυνο, εξαιτίας της σοφίας του, απαντά ότι η μόνη του σοφία, που ο ίδιος δε βρήκε κανέναν άλλο να διαθέτει, αποτελεί η αναγνώριση της προσωπικής του άγνοιας. Το έχει δηλώσει δημοσίως πως ένα πράγμα γνωρίζει· ότι δεν γνωρίζει τίποτε (το γνωστό εν οίδα ότι ουδέν οίδα). Ψάχνοντας, μάλιστα, να βρει ένα σοφό είτε ανάμεσα στους πολιτικούς είτε στους πολίτες κάθε κατηγορίας (και στους τεχνίτες, που θεωρούνταν κατώτεροι), εξέτασε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και με τη συζήτηση ανακάλυψε την έλλειψη σοφίας τους, γεγονός που τον κατέστησε μισητό σε δυσβάστακτο βαθμό. Τελικά, έβγαλε το συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη σοφία πολύ λίγο αξίζει κι ίσως καθόλου, μπροστά στη θεϊκή (§ 18-23).

Η κατηγορία για αθεΐα ή ότι εισάγει καινούριους θεούς στη λατρεία της πόλης κρύβει περισσότερα από όσα με την πρώτη ματιά μπορούμε να αντιληφθούμε. Για τους αθηναίους, η πίστη στους θεούς της πόλης ισοδυναμούσε με πίστη στους νόμους και το πολίτευμα. Οι δώδεκα θεοί δεν εκπροσωπούν απλώς ανθρώπινες ιδιότητες, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν επιπροσθέτως τους θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας στην πόλη. Καθιέρωναν μια πραγματικότητα, που απαιτούσε υπακοή και πίστη. Η θεσμοθετημένη θρησκεία αυτή την περίοδο έχει πάρει συγκεκριμένες διαστάσεις, που βρίσκουν την έκφρασή τους στους εντυπωσιακούς ναούς και τα μνημεία τέχνης που την υπηρέτησαν. Η κατηγορία, λοιπόν, αυτή ισοδυναμούσε με ανυπακοή προς την εξουσία, με αμφισβήτηση της επιβεβλημένης πραγματικότητας. Η θεϊκή του αταξία απειλούσε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά των εφησυχασμένων συνειδήσεων.

Στη συζήτησή του με τον βασικό του κατήγορο Μέλητο πάνω στην εν λόγω  κατηγορία, ο Σωκράτης απαντάει κάτι πολύ πιο ουσιώδες απ’ το να αρνηθεί ή να παραδεχτεί το ατόπημα της αθεΐας (§ 26d-e). Δηλώνει ότι πιστεύει τα ίδια με τον Αναξαγόρα, που ομοίως είχε πρωτύτερα καταδικαστεί για τις απόψεις του. Το συμπέρασμά του είναι (§28):[…] πολλοί με μίσησαν πολύ, να ξέρετε πως αληθεύει. Αυτό το μίσος θα με καταδικάσει. Όχι ο Μέλητος ή ο Άνυτος, αλλά η συκοφαντία και ο φθόνος των πολλών. Αυτά καταδίκασαν βέβαια πολλούς και σπουδαίους ανθρώπους στο παρελθόν και νομίζω θα καταδικάσουν και στο μέλλον. Δεν υπάρχει κανένας φόβος να τελειώσει το πράγμα με μένα. Και σ’ όποιον πιστεύει ότι δεν αξίζει να κινδυνεύω να πεθάνω για την ενασχόλησή μου, θα απαντούσα ότι είναι λάθος να νομίζει ότι πρέπει να υπολογίζει τον κίνδυνο του θανάτου ένας άνθρωπος που μπορεί να ωφελήσει έστω και λίγο· αντίθετα, μόνο εκείνο πρέπει να εξετάζει: όταν κάνει κάτι, αν η πράξη του είναι δίκαιη ή άδικη και αν αρμόζει σε καλό ή κακό άνθρωπο […].

Μέσα από μια σειρά ερωτήσεων, ο Σωκράτης στη δίκη του αναγκάζει τον Μέλητο να παραδεχτεί ότι επιδιώκει κάτι ακραίο κι ενδιαφέρεται μόνο να κολακεύσει το ακροατήριο και το δικαστήριο. Ο βασικός του κατήγορος ομολογεί ότι θεωρεί πως κανείς άλλος εκτός απ’ τον Σωκράτη δε διαφθείρει τους νέους. Ο Σωκράτης τον ειρωνεύεται: οι νέοι θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι, αν μόνο ένας τους διέφθειρε, ενώ οι άλλοι τους ωφελούσαν (§24d-25c).

Ευθαρσώς δηλώνει πως δε θα σταματήσει να φιλοσοφεί κι ουδόλως σκοπεύει να χαριστεί στους αθηναίους· τους κατηγορεί ότι φροντίζουν περισσότερο για τη φήμη τους και τον πλουτισμό, ενώ παραμελούν τη φρόνηση, την αναζήτηση της αλήθειας και τη φροντίδα της ψυχής τους (29d). Εκείνος, όμως, δε θα σταματήσει να τους παρακινεί για την βελτίωση της ψυχικής τους κατάστασης, ακόμη κι αν πρόκειται να πεθάνει πολλές φορές γι’ αυτό. Πιστεύει ότι δεν υπάρχει τρόπος ο χειρότερος να βλάψει τον καλύτερο, ακόμη κι αν ο πρώτος εκτελέσει τον δεύτερο, ή τον εξορίσει ή του στερήσει την ιδιότητα του πολίτη. Θεωρεί χειρότερο να διαπράξει κανείς αδικία, όπως αυτή που θα διαπράξουν σε βάρος του οι Αθηναίοι, αν τον καταδικάσουν (30 d-e).

Ούτε η εξουσία τον τρόμαξε, ώστε να αδικήσει κάποιον, είτε στην περίοδο της δημοκρατίας είτε της τυραννίας των Τριάκοντα. Δεν αποδέχεται ότι υπήρξε καν δάσκαλος κανενός (32c-d, 33a). Ωστόσο, διαπιστώνει ότι πολλοί τον εκτιμούν γι’ αυτό που είναι. Προτιμάει να θανατωθεί, παρά να διασυρθεί. Άλλωστε, είναι ήδη 70 ετών, οπότε η θανατική καταδίκη φρονεί πως θα τον απαλλάξει απ’ τον εκφυλισμό των γηρατειών: Πραγματικά, πολλές φορές παρατήρησα ανθρώπους που θεωρούνται σπουδαίοι, όταν δικάζονται, να κάνουν ποταπά πράγματα, επειδή νομίζουν ότι θα πάθουν κάτι φοβερό, αν πεθάνουν, σα να επρόκειτο να μείνουν αθάνατοι, αν εσείς δεν τους σκοτώσετε (35a).

Η απολογία του Σωκράτη ουσιαστικά δεν έχει τα στοιχεία εκείνα που θα της έδιναν την κυριολεκτική της σημασία. Μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για την απόφαση. Ο κατηγορούμενος δικαιούνταν να προτείνει μία ποινή που θα θεωρούσε δίκαιη για τον εαυτό του. Αν πρότεινε την εξορία, οι αθηναίοι θα ήταν ικανοποιημένοι και θα συμφωνούσαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν με πιο αναίμακτο τρόπο. Δεν επέμεναν να τον σκοτώσουν. Ίσα-ίσα, θα τους βόλευε η εξορία του Σωκράτη, για να φανούν οι ίδιοι επιεικείς και να μην εγείρουν αντιδράσεις, καθώς ο φιλόσοφος ήταν δημοφιλής. Ωστόσο, ο ίδιος θα έχανε την ουσία της φιλοσοφίας και του τρόπου ζωής του: θεώρησε προτιμότερο το άλγος οιασδήποτε επικείμενης τιμωρίας, από την αυτοαναίρεση ενός έντιμου βίου. Γι’ αυτό, προτείνει ως ποινή κάτι αδιανόητο για τα αυτιά που τον ακούν: να σιτίζεται ισόβια δωρεάν στο πρυτανείο, ως αναγνώριση εκ μέρους των αθηναίων της προσφοράς του στον πνευματικό γίγνεσθαι της πόλης. Με τον τρόπο αυτό τους εξωθεί να πάρουν την απόφασή τους. Όταν μαθαίνει το απευκταίο εις βάρος του ούτε οργίζεται ούτε ξαφνιάζεται. Απορεί, μάλιστα, που η αναλογία των ψήφων υπέρ του ήταν τόσο μεγάλη. Η καταδίκη του ήρθε με 281 ψήφους. Περίμενε μεγαλύτερη συμμετοχή στην καταδικαστική απόφαση (36d).

Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτή τη δίκη συγκρούστηκαν δύο κόσμοι. Ήταν η κορύφωση της αντιπαράθεσης μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας· καίτοι, μιας φιλοσοφίας που δεν καθόταν σε έδρανα, αλλά στοχαζόταν πάνω στην ουσία της ζωής. Ο Σωκράτης άκουγε τη συνείδηση και την ελεύθερη βούλησή του, δεν του αρκούσε η υπακοή στους νόμους ενός κράτους. Η αθηναίων πολιτεία, όμως, που τον δίκασε, όπως και κάθε πολιτεία, ορθώς ένιωσε πως μια θρυαλλίδα αδούλωτης ψυχής ψηλάφιζε ενδελεχώς τα κρατικά της στεγανά, που όσο στέρεα κι αν παρουσιάζονταν, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα άθροισμα λουστραρισμένων αυταπατών. Όταν κάποιος υπακούει μόνο στην ελεύθερη έκφρασή του, φυσικό επακόλουθο είναι ν’ αμφισβητήσει τις παραδεδεγμένες πραγματικότητες, που τα πλήθη αποδέχονται σιωπηλά. Και τότε, δεν είναι διόλου απίθανο, η πρότερη έννομη τάξη να εκτραπεί σε ατραπό  Αναρχίας.

Τη φυλακή τη θεωρεί υποτιμητική, ότι ταιριάζει σε δούλο (37c). Η εξορία που γι’ άλλους θα ήταν δυσβάστακτη τιμωρία, καθώς θα τους απόκοβε απ’ την πόλη τους (όπως αναπτύχθηκε στο α’ μέρος), τον ίδιο δε θα τον ενοχλούσε, εφ’ όσον πάλι θα ήταν σε θέση να συνομιλεί με τους νέους και να φιλοσοφεί (37b-e). Το ζήτημά του είναι ότι δε θα τους κάνει την χάρη να τον εξορίσουν. Όταν ακούει ότι η ποινή που του επιβλήθηκε είναι ο θάνατος, θεωρεί ότι καταδικάστηκε, όχι επειδή δεν είχε επιχειρήματα, αλλά γιατί δεν ήταν ξεδιάντροπος και δουλοπρεπής, ώστε να κλαίει, παρακαλώντας, για να τον αθωώσουν (38d-e). Πιστεύει πως η κακία, που νίκησε την ψυχή των κατηγόρων του, τρέχει πιο γρήγορα απ’ την εσχατιά του βίου. Τέλος, κάνει μια ορφική τοποθέτηση για το θάνατο, εκφράζοντας μια προσδοκία μετά θάνατον ζωής. Ακόμη, λέει, κι αν ο θάνατος ήταν μεγάλος ύπνος, πάλι γι’ αυτόν θα ήταν αγαθός, αφού η ψυχή του θ’ απελευθερωνόταν.

Αλλά έφτασε πια η ώρα να πηγαίνουμε· εγώ, για να πεθάνω κι εσείς, για να ζήσετε. Ποιος απ’ τους δυο μας πηγαίνει σε καλύτερη μοίρα δεν το ξέρει κανείς άλλος παρά ο θεός (42).

Περιμένοντας στο κελλί

Το διάστημα που ο Σωκράτης μένει φυλακισμένος, μέχρι να εκτελεστεί η καταδίκη του σε θάνατο (αφού επιστρέψει το αθηναϊκό πλοίο απ’ τη Δήλο) το μαθαίνουμε απ’ τον Πλάτωνα στο έργο του Κρίτων. Η φυλακή του Σωκράτη δεν είναι ξεκάθαρο που βρισκόταν. Ίσως σε κάποιες σπηλιές κοντά στο λόφο του Φιλοπάππου, ίσως στο κτήριο που λειτουργούσε ως δημόσια φυλακή στα ΝΔ της αγοράς, για όσους επρόκειτο να εκτελεστούν. Μάλλον θα ταίριαζε ως φυλακή του η τελευταία. Στο κείμενο αυτό του Πλάτωνα, ο φιλόσοφος συνδιαλέγεται με τον φίλο του Κρίτωνα, ο οποίος προσπαθεί να τον πείσει να το σκάσει, δωροδοκώντας τον φρουρό, καταφεύγοντας σε άλλη πόλη για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Σωκράτης, όμως, είναι ανένδοτος. Δεν δέχεται την απόλυτη εξουσία της πόλης πάνω στον πολίτη, δέχεται όμως ότι η σχέση τους βασίζεται στην ισχυρή εξάρτηση. Θεωρεί ότι, αφού ούτε η δική του πόλη δεν μπόρεσε να τον καταλάβει, ποια άλλη πόλη θα μπορούσε να το κάνει.

Όταν ο Κρίτων μπαίνει στο κελί του, τον βρίσκει να κοιμάται ήσυχος και θαυμάζει την ηρεμία του. Ο Σωκράτης δεν ενδιαφέρεται για τη γνώμη των πολλών ούτε τον νοιάζει που θα τον θανατώσουν. Ο Κρίτων στηρίζει τα επιχειρήματά του στον ομηρικό ηθικό κώδικα,1 τονίζοντας την αξία της κοινής γνώμης. Τον Σωκράτη, όμως δεν τον φοβίζει η δύναμη των πολλών, σα να ήταν παιδάκι, με φυλακίσεις και πρόστιμα (46c).

Στο έργο Κρίτων ο Σωκράτης παρουσιάζεται να υποστηρίζει πως η ανυπακοή στους νόμους αποτελεί σφάλμα (50a-c)· θεωρεί την αψήφησή τους αδικία, μια άποψη που ο Πλάτων ανέπτυξε στα πολιτικά του έργα, όπως οι Νόμοι και η Πολιτεία. Για τον Πλάτωνα ο νόμος εκφράζει μια θεϊκή αλήθεια, είναι ο τρόπος να διατηρηθεί η τάξη επί γης και ουρανού. Λογικό φαίνεται να έβαλε μια τέτοια άποψη και στο στόμα του δασκάλου του. Ωστόσο, ανάλογου ύφους θεώρηση δεν διακρίνεται στην Απολογία. Παρ’ όλο που δεν φεύγει απ’ την Αθήνα και παραμένει μετά την καταδικαστική απόφαση, δεν συμφωνεί με τους νόμους της (52b-53). Αποδέχεται, βέβαια, την απόφαση που όρισε γι’ αυτόν η πόλη. Δεν εμπιστεύεται τους δικαστές ούτε τους ανθρώπινους μεταβλητούς νόμους. Πιστεύει ωστόσο στους φυσικούς νόμους που ξεπερνούν τις ανθρώπινες αδυναμίες. Άλλωστε, δεν γνωρίζουμε αν αυτή η συνάντηση με τον Κρίτωνα συνέβη πράγματι, φέροντας αυτά τα χαρακτηριστικά. Ο Πλάτων επιδιώκει να πλάσει την πορεία του Σωκράτη προς το θάνατο μέσα από στάδια. Ακόμη δίνει βαρύτητα στον κόσμο των ιδεών, όταν καταγράφει τα έργα του. Μονάχα στον Φίληβο, ώριμο έργο του, συμφιλιώνει σε μια ενότητα το αισθητό και το νοητό, το περατό και το άπειρο (Γένεσις εις ουσίαν, 26d), παύοντας να περιφρονεί το αισθητό, χάριν του ιδεατού.

Ο Σωκράτης, αντιμετωπίζοντας ένα ζήτημα εν τη γενέσει του, δεν υπήρξε επ’ ουδενί τόσο δογματικός, όσο ο Πλάτων, που, όχι απλώς συνέχισε τις ιδέες του, αλλά θέλησε να τις ενισχύσει με σκυρόδεμα, κάνοντάς τες σκληρές κι άτεγκτες, όμοιες με ιδεολογήματα. Δεν ήταν, όμως, ο Σωκράτης που δογμάτισε υπέρ του κόσμου των ιδεών. Αναζήτησε μία αλήθεια πέρα απ’ τον αισθητό κόσμο (τον κόσμο που μπορούσε να αντιληφθεί με τις αισθήσεις του), όπως θα έκανε κι ένας σαμάνος, που θα πίστευε πέρα απ’ όσα του φανερώνουν τα μάτια του. Ο Πλάτων επιχείρησε να εκλογικεύσει ακόμη και το ά-λογο. Ποτέ δε συμφιλίωσε, ούτε καν στον Φίληρο, που προαναφέρθηκε, το αισθητό με το νοητό. Γι’ αυτόν ήταν ζήτημα υποταγής, όχι συμφιλίωσης. Η πολιτεία με τους νόμους της είναι θεϊκή για τον Πλάτωνα. Ο άνθρωπος ως πολίτης προσπαθεί να μοιάσει στους θεούς.

Ωστόσο, για τον Σωκράτη είναι ζήτημα εντιμότητας να παραμείνει πιστός στη θέση του. Οποιαδήποτε προσπάθεια να ξεφύγει του θανάτου θα αναιρούσε όσα υποστήριξε με την ίδια τη ζωή του. Θ’ αναιρούσαν την ηθική του ακεραιότητα, η οποία δομήθηκε όχι χάρη στη γνώμη και την αποδοχή των πολλών, αλλά χάρη στις προσωπικές του αρχές, που τον έκαναν ό,τι υπήρξε. Κι αυτή η ύπαρξη διαπερνά το βραχύ του βίου, δεν φοβάται το θάνατο και στέκει ακλόνητη, ατενίζοντας την αιωνιότητα.

Οι τελευταίες στιγμές

Αμέσως μετά την εκτέλεση της καταδίκης, οι αθηναίοι μετάνιωσαν για την απόφασή τους. Ως φόρο τιμής στη μνήμη του και μάλλον σε μια προσπάθεια να ξεπλύνουν τις ενοχές τους, έκλεισαν τις παλαίστρες και τα γυμναστήρια, τιμώρησαν τους κατηγόρους του και του έστησαν χάλκινο άγαλμα. Ήταν, όμως, πια αργά. Η τελευταία πράξη του δράματος παίζεται στον Φαίδωνα του Πλάτωνα, όπου οι μαθητές και οι φίλοι του Σωκράτη πηγαίνουν να τον αποχαιρετήσουν. Ο Φαίδων είναι αυτός που περιγράφει τα γεγονότα.

Το έργο αυτό του Πλάτωνα είναι της ωριμότητάς του. Μέσα απ’ την κορύφωση του ήρωα που θριαμβεύει στον πόνο, επιχειρεί ν’ αναδείξει την αθανασία της ψυχής. Ο Πλάτων, πριν το γράψει, είχε κάνει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο, όπου ήρθε σ’ επαφή με τους ορφικούς και τους πυθαγόρειους και μελέτησε συστηματικότερα τις απόψεις τους. Στο έργο του αυτό, ο Σωκράτης παρουσιάζεται διαφορετικά· ως ιδανικός άνθρωπος και φιλόσοφος που στέκεται αγέρωχος μπροστά στο θάνατο. Ο Φαίδων περιγράφει στον Εχεκράτη τις αναμνήσεις του απ’ τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη. Ο Εχεκράτης δεν μιλά σχεδόν καθόλου, εμφανίζεται σε κάποιες στιγμές ως σχολιαστής. Ο Φαίδων μεταφέρει τους διαλόγους που άκουσε. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν δούλος απ’ την Ηλεία, που ο Σωκράτης έβαλε έναν πλούσιο φίλο του να τον εξαγοράσει, γιατί εντυπωσιάστηκε απ’ την ευφυΐα του. Μάλιστα, ο Φαίδων διατηρούσε και σε μεγάλη ηλικία μακριά κώμη, κάτι που φαινόταν αστείο στους Αθηναίους. Ο Εχεκράτης ήταν ένας πυθαγόρειος, που δεν υπήρξε μαθητής του Σωκράτη.

Μιας κι έπρεπε να περιμένουν το πλοίο απ’ τη Δήλο,2 πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα. Ο Σωκράτης δεν έμεινε μόνος τις ώρες του δεσμωτηρίου· εκεί ήταν ο Απολλόδωρος, ο Κριτόβουλος μαζί με τον πατέρα του, ο Κρίτων, ο Ερμογένης, ο Επιγένης, ο Αισχίνης, ο Αντισθένης, ο Κτήσιππος ο Παιανεύς, ο Μενέξενος, και μερικοί άλλοι από τους ντόπιους. Από τους ξένους ήταν ο Σιμμίας και ο Κέβης από την Θήβα, ο Φαιδωνίδης από τα Μέγαρα, ο Ευκλείδης και ο Τεριγίων. Από την πρώτη ημέρα στο δεσμωτήριο τον επισκέπτονταν, μαζεύονταν όλοι μαζί απ’ έξω και περίμεναν να μπουν να τον επισκεφθούν. Όσο περίμεναν, συζητούσαν. Την τελευταία μέρα μαζεύονται όλοι να τον δουν. Ο Σωκράτης τούς ζητάει να απομακρύνουν την Ξανθίππη, που τον θρηνεί. Λίγο πριν, ο φύλακας τον απάλλαξε απ’ τις αλυσίδες που τον είχαν δεμένο στα χέρια και τα πόδια. Ο φιλόσοφος προσπαθεί να τους φτιάξει το κέφι με αστεία. Πότε καταφέρνουν να γελάσουν και πότε κλαίνε.

Οι παριστάμενοι κι ο Σωκράτης συζητούν για την ψυχή, που είναι αθάνατη. Δεν έχει τίποτε μαζί της, όταν πηγαίνει στον Άδη, παρά μονάχα την παιδεία και τον τρόπο ζωής που έκανε πριν. Η συζήτηση κρατάει επί μακρόν. Ώσπου, φτάνει το καράβι απ’ τη Δήλο. Η ώρα έχει έρθει.

Πλένεται πριν πιει το δηλητήριο, για να μην μπουν κατόπιν στον κόπο να τον πλύνουν οι γυναίκες. Ρυθμίζει πρακτικά ζητήματα και δίνει εντολή ν’ αποχωρήσουν οι γυναίκες και τα παιδιά (116e). Το ηλιοβασίλεμα πλησιάζει. Ο φύλακας που του φέρνει το κώνειο, του εκφράζει την εκτίμησή του, λέγοντάς του ότι δεν του το προσφέρει ουσιαστικά ο ίδιος, αλλά όσοι τον καταδίκασαν κι αποχωρεί δακρυσμένος. Ο Σωκράτης, αν και έχει στη διάθεσή του κι άλλες ώρες, δεν θέλει να καθυστερήσει περισσότερο. Οι οδηγίες που του δίνει ο δούλος καθώς του προσφέρει το ποτήρι είναι να περπατήσει, αφού το πιει, ώστε να κυκλοφορήσει ταχύτερα στο αίμα του. Τότε θα νιώσει τα πόδια του βαριά. Έπειτα, θα πρέπει να ξαπλώσει και το δηλητήριο θα ενεργήσει. Εκείνος το παίρνει, λέγοντας: πρέπει να ευχόμαστε η μετοίκησή μας να είναι καλότυχη, αυτό εύχομαι και πίνει με ηρεμία το κώνειο. Αυτή τη φορά κανείς εκ των παρισταμένων δεν κατορθώνει να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Ο Σωκράτης, όμως, τους ζητά να πάψουν και να κάνουν ησυχία. Ακολουθεί τις οδηγίες του δούλου και σύντομα παύει να νιώθει τα πόδια του. Όσο η παράλυση εξαπλώνεται, σκεπάζει μ’ ένα μαντήλι το πρόσωπό του που πλέον κοιτάζει το θάνατο. Για μια στιγμή, όμως, το ξεσκεπάζει για την τελευταία παραγγελιά: Κρίτωνα, οφείλουμε προσφορά έναν κόκορα στον Ασκληπιό. Να εξοφλήσετε το χρέος, μην το αμελήσετε.3 Κι ο Κρίτων: εν τάξει, μήπως θέλεις τίποτε άλλο; Εκείνος τίποτε άλλο δεν ήθελε, δεν ήταν πια εκεί. Δεν απάντησε, είχε στυλώσει το βλέμμα.

Αυτή η τελευταία φράση ήταν αρκετή, για να ξεσηκώσει θύελλα συζητήσεων απ’ τους μεταγενέστερους μελετητές. Γιατί τάζει ο Σωκράτης έναν κόκορα στον θεό της υγείας; Ήταν η ζωή του μια αρρώστια που θεραπεύτηκε, όπως λέει ο Nietzsche; Κι όμως, δεν ήταν. Για τον Σωκράτη, ο εαυτός μας είναι η ψυχή μας, ενώ το σώμα το όργανο που αυτή καθοδηγεί και το χρησιμοποιεί για τη ζωή. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι ο ίδιος δεν ήταν ένα απρόσωπο πρόσωπο αρετής, αλλά ένας αθηναίος με σάρκα και οστά (Zeller, Die Philosophie der Griechen). Θεραπεύτηκε απ’ τη σπατάλη μιας μάταιης ζωής, όπως την έβλεπε να διαβρώνεται απ’ την ανηθικότητα και την πολιτική. Και με το τελευταίο τάμα ένωσε ζωή και θάνατο. Τα χρωστούμενα της ζωής παραμένουν και μετά θάνατον. Η ζωή για τον Σωκράτη δεν ήταν μόνο η δική του, ήταν η ζωή της ανθρωπότητας που νοσούσε. Δεν υποστήριζε την αυτοκτονία. Σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς θα αντιδρούσε η παραδοξολογία κι η ειρωνεία του. Δε θα είχε, μάλλον, καν την «πολυτέλεια» να πιει το κώνειο. Θα έπρεπε να ζει σε μια ολόκληρη κοινωνία-φυλακή, η οποία το τελευταίο που αναζητά είναι η ευδαιμονία της ελευθερίας και το πρώτο ο ακόρεστος κορεσμός της ύλης. Τελικά, όμως, κέρδισε το στοίχημα με τον εαυτό του. Χωρίς να γράψει λέξη, τον ξέρουν όλοι και πολλοί χρησιμοποιούν τις μεθόδους του και ενδιαφέρονται για τις ιδέες του.

Η ζωή διαχύθηκε μέσα στον θάνατο. Όσο το σώμα του άφηνε τη ζωή, η ψυχή του κοιτούσε την αιωνιότητα. Το πνεύμα του, ανέγγιχτο στον χρόνο, ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να είναι παρόν. Πριν λίγα χρόνια μάλιστα, το 2012, ξαναδικάστηκε από μια κουστωδία ευρωπαίων και αμερικανών δικαστών, που παρακολουθήθηκε διαδικτυακά από χιλιάδες αργόσχολους καναπεδόφιλους. Η απόφαση αθωωτική. Τι να πει κανείς· έκαστος στο είδος του και οι εξουσιαστές στις πολιτικές τους μασκαράτες. Άλλωστε, ένας νεκρός Σωκράτης είναι ακίνδυνος για τους εκάστοτε δικαστές. Οι ζωντανοί είναι επικίνδυνοι και καταδικάζονται παντού και πάντα στα δικαστήρια του κόσμου τούτου.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Το κείμενο, Ο Σωκράτης είχε έναν κόκκορα…, δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 142 και 143

______________________

  1. Ο ομηρικός ηθικός κώδικας παραμένει ζωντανός αιώνες μετά και σε διαφορετικές κοινωνίες απ’ αυτήν που τον γέννησε. Αυτό που πρέσβευε ήταν ότι μέσα στα πλαίσια της πόλης, το άτομο μπορεί να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά και να συνεργάζεται με τους υπόλοιπους, όταν μπορεί να υπερασπίζεται τους οικείους του και να βλάπτει τους εχθρούς του. Απ’ τον ομηρικό ηθικό κώδικα διαπνέεται κι ο Επιτάφιος του Θουκυδίδη, δια στόματος Περικλή.
  2. Το πλοίο, με το οποίο κάποτε είχε πάει ο Θησέας στην Κρήτη: αν τα κατάφερνε ο Θησέας να εκπληρώσει τον άθλο του εναντίον του Μινώταυρου, είχε τάξει στον Απόλλωνα να στέλνει κάθε χρόνο θεωρία στην Δήλο κι είχε μείνει από τότε η συνήθεια. Ώσπου να γυρίσει το καράβι, η πόλη έπρεπε να μένει καθαρή από θανάτους, οπότε κι η θανατική καταδίκη του Σωκράτη έπρεπε να αναβληθεί.
  3. Κρίτων, τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρύονα, απόδοτε και μή αμελήσετε.

Σχετικά βιβλία:

James A. Colaiaco, Σωκράτης εναντίον Αθηναίων
W.C. Guthrie, Σωκράτης
Κωστής Παπαγιώργης, Σωκράτης: ο νομοθέτης που αυτοκτονεί
Βασίλης Αναστασιάδης, Τα αίτια της καταδίκης του Σωκράτη
Ψαρομηλίγκος Αρτ., Λάζου Β, Καρτάλης Κ. (επιμ.), Οι μεγάλες δίκες: Η δίκη του Σωκράτη (συλλογικό)
Diels H.-Kranz W., Οι προσωκρατικοί
Πλάτων, Απολογία Σωκράτους
Πλάτων, Κρίτων
Πλάτων, Φαίδων

 

Both comments and trackbacks are currently closed.