Ο Σωκράτης είχε έναν κόκκορα… (Μέρος Β΄)

Οι ρίζες της φιλοσοφίας του Σωκράτη

Μιλώντας για τις απόψεις του, ας αναφερθεί πως είναι γνωστή η σχέση του Σωκράτη με τον Πυθαγόρα και τους Ορφικούς, όπως επίσης και η αντίθεσή του με τους σοφιστές, που αποτελούσαν το αντίπαλον δέος του στη φιλοσοφία. Για τους σοφιστές, δεν υπήρχε μια παγιωμένη αλήθεια, αναλλοίωτη, αλλά είχε ένα σχετικιστικό πρόσημο. Για τον Σωκράτη, απ’ την άλλη, ήταν ζωτικής σημασίας ν’ αναζητήσει την απόλυτη αλήθεια. Παρόλο που τα έργα των σοφιστών κάηκαν σχεδόν ολοσχερώς ήδη απ’ την αρχαιότητα1 ακόμη και τα ελάχιστα αποσπάσματά τους είναι αρκετά, για να ξεσηκώνουν και σήμερα ακόμη συζητήσεις. Αν και οι απόψεις των σοφιστών παρουσιάζονται ακόμη και στις μέρες μας ως αντίρροπες θεωρήσεις σε σχέση με τον Σωκρατικό λόγο, εν τούτοις αποτελούν κατ’ ουσίαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος με σταθερή αξία, που κυλάει διαρκώς και δεν χορταριάζει. Οι απόψεις αμφοτέρων ήταν ανατρεπτικές και ενόχλησαν τους συγχρόνους τους.

Ο Πυθαγόρας (ίσως 570-500/490 Π.χ.), που επέδρασε στη σκέψη του Σωκράτη, υπήρξε φιλόσοφος και μαθηματικός, που είχε ιδρύσει ένα δικό του πνευματικό ρεύμα, τους πυθαγόρειους. Μάλιστα, απ’ τον ίδιο δεν είχε σωθεί τίποτε, αλλά οι απόψεις του άρχισαν να καταγράφονται αργότερα απ’ τους μαθητές του, όπως, δηλαδή, συνέβη και με τον ίδιο τον Σωκράτη, αλλά κι αργότερα με τον Ιησού. Μέσα απ’ την επιστήμη, ο Πυθαγόρας επεδίωκε μια κάθαρση, όπως μαθαίνουμε απ’ τον Ιάμβλιχο. Του αποδιδόταν παντογνωσία και σαμανισμός, με την έννοια ότι εκστασιαζόταν, ήταν δηλαδή μάγος και θεραπευτής. Παρουσιάζεται ακόμη ως εισηγητής της γεωμετρίας στην Ελλάδα απ’ την Αίγυπτο (πυθαγόρειο θεώρημα). Λέγεται ότι αυτός πρώτος χρησιμοποίησε τη λέξη «κόσμος», για να δηλώσει το όλον. Προσπάθησε να ερμηνεύσει αριθμητικά το σύμπαν και υποστήριξε ότι σταδιακά ο άνθρωπος μπορεί να κερδίσει την αθανασία.

Οι Ορφικοί αποτελούσαν μία μυστηριακή λατρεία, που εμφανίστηκε περίπου στον 6ο αι. Π.χ. Οι μύστες θεωρούσαν ότι ο Ορφέας αναμόρφωσε τη λατρεία του Διονύσου, δίνοντάς της μια καθαρά πνευματική διάσταση. Μέσα από μια σειρά τελετουργικών (νηστείες, καθαρμοί, πνευματική εκγύμναση, αποχή απ’ το κρέας, εξορκισμοί) αναζητούσαν την απαλλαγή απ’ τον κύκλο των διαρκών μετενσαρκώσεων, ώστε να κερδίσουν τη θεία πληρότητα κι αθανασία.

Οι παραπάνω επιδράσεις είναι εμφανείς στη θεωρία του Σωκράτη, που υπερασπίστηκε ως το τέλος τις ιδέες του. Οι απόψεις του για την αναζήτηση της αιώνιας, αμετάβλητης αλήθειας, ο τρόπος ζωής του, απαλλαγμένος απ’ τα περιττά και προσανατολισμένος στην λιτότητα, η επιλογή του να συνομιλεί μόνο με κάθε ενδιαφερόμενο και συνήθως παρουσία άλλων, εν είδει διαλεκτικών αγώνων για την αποκάλυψη της αλήθειας, συνεχίζουν όχι μόνο ν’ αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ «ειδημόνων» και μη, αλλά και να τροφοδοτούν τη σκέψη και τον προσανατολισμό σ’ έναν άλλον τρόπο ζωής. Η οικουμενικότητα των απόψεών του, επειδή στρέφονταν στον άνθρωπο, που ζούσε ανάμεσα σε ανθρώπους, συνεχίζει να εμπνέει όχι απλώς μια φιλοσοφική ιδέα, αλλά κι ένα συγκεκριμένο modus vivendi. Και μάλιστα, χωρίς τούτες οι απόψεις να καταγραφούν απ’ τον ίδιο ποτέ. Όπως κάθε ιδέα, που τείνει να συγκροτηθεί σε μια συνολική θεώρηση του κόσμου, αρχικά είναι απλή. Έπειτα, από τη συναναστροφή και τη συζήτηση, η ιδέα δοκιμάζεται. Συνήθως, όμως, οι διαπρύσιες ιδέες στο πέρασμα τους στον κοινωνικό ιστό, καταλήγουν να χάσουν την αρχική τους ρευστότητα και να γίνουν συμπαγείς και άτεγκτες. Έτσι, αργότερα αναλαμβάνουν κάποιοι μαθητές να τη συγκροτήσουν σε κανονιστική θεωρία, σε κώδικα συμπεριφοράς, μια ηθικολογία, που μετατρέπει τις ιδέες σε ιδεολογίες (πολιτική θεωρία του Πλάτωνα) ή ακόμη και θρησκείες (χριστιανισμός).

Ο Σωκράτης ισχυριζόταν πως δε δίδασκε και δεν είχε μαθητές. Πράγματι, η διδασκαλία είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει συνήθως έναν πομπό κι έναν δέκτη. Ο Σωκράτης δεν αρκέστηκε ποτέ στον ρόλο του πομπού, παντογνώστη. Αλίμονο! Η σοφία του στηριζόταν ακριβώς στην παραδοχή της άγνοιάς του. Ενώ στα πρώτα του χρόνια ακολούθησε το επάγγελμα τού πατέρα του (λιθοξόος), στην ώριμη ηλικία του ακολούθησε το επάγγελμα της μητέρας του, της Φεναρέτης. Έγινε, δηλαδή μαιευτήρας. Έφερνε στο φως, μέσα από το βάθος τού κάθε συνομιλητή του, όποιος κι αν ήταν αυτός, όποια κι αν ήταν η κατάστασή του –οικονομική, μορφωτική, πνευματική– την αλήθεια που κρυβόταν. Η αλήθεια του καθένα, έβγαινε με πόνους στην ζωή, σαν βρέφος, παίρνοντας τις πρώτες της ανάσες στο φως. Δεν τον ένοιαζε να μεταδώσει μια έτοιμη γνώση, αλλά να βοηθήσει το συνομιλητή του να την γεννήσει ο ίδιος. Το αγαπημένο του μέρος ήταν η αρχαία αγορά της Αθήνας, όπου συναντούσε τόσο τους δικαστές και τους πλούσιους της πόλης, όσο και τους τεχνίτες και τους φτωχούς. Τον ήξεραν και τον αναγνώριζαν οι πάντες.

Απέκτησε με τον καιρό μια ομάδα ανθρώπων γύρω του, που θα μπορούσαν να ονομαστούν μαθητές του, αλλά ήταν μάλλον κάποιοι που πίστεψαν σ’ αυτόν και τον ακολουθούσαν ως σύντροφοι στις συζητήσεις του. Μερικοί ανάμεσά τους έγιναν πολύ γνωστοί κατόπιν κι ο καθένας τους τον έβλεπε με τα δικά του μάτια, περισώζοντας το παλίμψηστο της μνήμης του. Έτσι στα κείμενα του Πλάτωνα βλέπουμε τον ειρωνικό και ερωτικό Σωκράτη, στον Ξενοφώντα τον βαθιά σκεπτόμενο, αλλά χωρίς να δίνεται βαρύτητα στο φιλοσοφικό του πνεύμα, στον Αισχίνη τον παιδαγωγό με ιδιαίτερα διαδραστική προσωπικότητα στον Αριστοφάνη, τον ορφικό-πυθαγόρειο, τσαρλατάνο και σοφιστή (παρ’ όλο που αποτελούσε το αντίβαρο των σοφιστών), αλλά δοσμένο με χιούμορ, που κι ο ίδιος ο Σωκράτης αποδεχόταν ευχάριστα. Ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, ήταν ο πρώτος που εξέτασε το ίδιο το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του και αναγνώρισε τις μεθόδους του.

Ήταν αυτά κι άλλα ακόμη, όπως δείχνουν τα πράγματα. Τον απασχολούσε πάνω απ’ όλα η αρετή κι η ευδαιμονία, που δε θα την ορίζαμε με το σημερινό περιεχόμενο της ευτυχίας. Άλλωστε, ευτυχία είναι η καλή τύχη, ενώ ευδαιμονία το καλό πνεύμα. Η τελευταία δε βασίζεται στην τύχη. Είναι ζήτημα προσωπικής δουλειάς και προσπάθειας. Περνάει μέσα από έναν ηθικό βίο, που ακολουθεί δηλαδή κάποιες προσωπικές αρχές, οδηγώντας στην αρετή. Δεν έχει ουδεμία σχέση με την απόκτηση υλικών αγαθών ή φήμης, ούτε καν σωματικής υγείας, αλλά με την κατάσταση της ψυχής μας. Πρότεινε ότι, πάνω απ’ όλα, ο άνθρωπος πρέπει να είναι καλός κι αγαθός. Η εκμαίευση ξεκινάει με το να οριστούν οι παράμετροι ενός ζητήματος (έν αρχή ην τ’ όρίζειν), αλλά όχι για να παγιώσει μια έννοια, όπως κάνει ένα λεξικό, μα για να βρει την ουσία ενός ζητήματος, το αντικείμενο της κουβέντας. Πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει, για παράδειγμα, μια συζήτηση για την αρετή, αν ο καθένας την αντιλαμβάνεται αλλιώς; Αυτός είναι ο λόγος που η συζήτηση εκκινεί απ’ τη συμφωνία πάνω στον ορισμό της ουσίας της. Δεν τον ένοιαζε να διορθώνει και να λέει αυτός ποιο είναι το σωστό. Μέσα απ’ τη συζήτηση και την μαιευτική του μέθοδο, προσπαθούσε να αποκαλύψει την πλάνη, που ήταν μετά ζήτημα του καθενός αν θα την απομάκρυνε ή όχι απ’ τη σκέψη του. Οδηγούσε στην σοφία η ίδια η παραδοχή της άγνοιας εκ μέρους του συνομιλητή του. Ερχόταν έτσι η κάθαρση, το πνεύμα καθάριζε απ’ τις αυταπάτες του. Έμενε λοιπόν από ’κει και πέρα στη διάθεση του συνομιλητή να θέσει τα νέα ερωτήματα, για να βρει τον δικό του δρόμο προς την πραγματική γνώση.

Νυν υπέρ πάντων η πόλις

Επειδή μεγάλο μέρος των ιδεών του Σωκράτη διασώθηκαν λόγω του Πλάτωνα, που εμφανίζει σε διαλογική μορφή τα περισσότερα έργα του, παρουσιάζοντας τη διαλεκτική μέθοδο του φιλοσόφου, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τις ιδέες τού ενός απ’ τού άλλου. Περισσότερο απ’ όλους ο Πλάτωνας συγκρότησε την πολιτική του θεωρία πάνω στο γόνιμο έδαφος που άφησε ο Σωκράτης. Μόνο που στο πλατωνικό σύμπαν, οι ιδέες κατάντησαν τυραννικοί δυνάστες, που με την τεχνική τους εκλογίκευση θέλησαν να φτιάξουν το καλούπι του ιδανικού ανθρώπου, της ιδανικής πολιτείας, αλλά κι αυτού ακόμη του ιδανικού σύμπαντος, φυτεύοντάς του την συμπαντική τάξη. Για τον Πλάτωνα τα πάντα ήταν ζήτημα ευταξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι στράφηκε στις αυλές των τυράννων, για να υλοποιήσει τις ιδανικές του πολιτείες, με τραγικά μάλιστα αποτελέσματα και για τον ίδιο (κατέληξε να πωληθεί ως δούλος).

Ο Σωκράτης, όμως, επ’ ουδενί δεν υποστήριζε την ιδανική πολιτεία· απλώς πρόσφερε ακούσια τα υλικά σε έναν αρχιτέκτονα σαν τον Πλάτωνα να τη δομήσει. Το προσωπικό ήθος του Σωκράτη, που το εφάρμοσε σε όλη τη ζωή του, περιελάμβανε την αναζήτηση της πνευματικής ελευθερίας. Απλώς, πίστευε ότι, για να απελευθερωθεί η ψυχή, θα έπρεπε να αποδεσμευτεί κι απ’ το σώμα, μιαν ιδέα, που ο χριστιανισμός την έκανε μάστιγα. Η ελευθερία του Σωκράτη ξεκινούσε πριν απ’ όλα απ’ το ίδιο το άτομο. Αυτή η άποψη θεωρήθηκε η βασική του ύβρις απέναντι στην πόλη, που δεν εγκατέλειψε ποτέ, πέρα από κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις. Η Αθήνα, όσο προσπαθούσε ν’ αναζητήσει τα παλιά της μεγαλεία, που αφηγήθηκε, προκειμένου να τα κάνει κτήμα ες αεί ο συνομήλικός του Θουκυδίδης, σφίχτηκε γύρω απ’ τον εαυτό της. Στη θέση των τειχών που έριξε γύρω της, έφτιαξε άλλα στο εσωτερικό της. Έκανε αυτό που υπαγορεύει η άμυνα: αρνήθηκε τα λάθη της, οχυρώθηκε στη νοσταλγία του ενδόξου παρελθόντος της και, το κυριότερο, γιγάντωσε αυτό που αποτέλεσε προγενέστερα βασικό συστατικό της επιτυχίας της, ως μορφής εξουσιαστικής οργάνωσης: τη συντριβή της ατομικότητας προς όφελος της πολιτείας.

Η έννοια της πολιτείας μάλιστα συμπυκνώνει τόσο το γεωγραφικό περιεχόμενο, όσο και αυτό του πολιτεύματος. Η Αθήνα αυτό-χρίστηκε ιδανικός εκφραστής της δημοκρατίας, εκτρέφοντας αιώνες αργότερα τις φρούδες ελπίδες της ευρωπαϊκής διανόησης και της σύγχρονης αριστεράς, που ευαγγελίζεται άμεσες δημοκρατίες, για το καλό της αυτοδιαχείρισης μέσα στα όρια πάντοτε του παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού. Ενδεχομένως, αυτή η εμμονή στην ιδανική πολιτεία με το ιδανικό πολίτευμα των αγαθών πολιτών να ήταν απ’ τα πιο επιτυχή μυθεύματα, που για αιώνες τρέφουν την επιφανειακή ηρεμία της σύγχρονης Δύσης. Μια ηρεμία, όπως εκείνη της αθηναϊκής δύναμης, που βασίστηκε στα σαθρά θεμέλια της εκμετάλλευσης. Ό,τι έκανε η Αθήνα στους συμμάχους της, το έκαναν πολλά κράτη –της Δύσης και της Ανατολής– στις αποικίες και στις περιοχές που εξουσίαζαν. Στην Ευρώπη συγκεκριμένα, οι δύο μεγάλες παγκόσμιες ανθρωποσφαγές έφεραν τον αλληλοσπαραγμό των τότε ευρωπαϊκών δυνάμεων που μέχρι πριν συναγωνίζονταν για την επικράτηση στον υπόλοιπο κόσμο.

Η αθηναϊκή δημοκρατία «αγαπάει» τους πολίτες της και μόνον αυτούς· είναι λίγοι, εκλεκτοί, που έλκουν την ιδιότητά τους απ’ την «χρηστή» καταγωγή. Τρέφεται απ’ τους διαχωρισμούς των ανθρώπων σε κατηγορίες: τους κατατάσσει σε δούλους, ελεύθερους ή μέτοικους και τους λεγόμενους ελεύθερους σε ευγενείς, ζευγίτες και θήτες, μεταξύ άλλων. Η ιδιότητα του πολίτη είναι προνομιακή σε σχέση με τις άλλες κατηγορίες, αλλά απ’ την άλλη περισφίγγει σα μέγγενη το άτομο και του αποστερεί την ανθρωπινότητά του. Η ιδιαιτερότητά του αποσιωπάται και η ισόβια πολιτική ζωή γίνεται ένα είδος ισόβιας κάθειρξης. Δεν είναι τυχαίο ότι η εξορία για έναν αθηναίο πολίτη ισοδυναμούσε με θάνατο. Είναι λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι είχε συνδέσει την πόλη με την ταυτότητά του, με το σύνολο της ύπαρξής του. Ο βίος καταντούσε πολιτικός ή αβίωτος.2

Το ίδιο σήμερα συμβαίνει με τα λεγόμενα αναπτυγμένα κράτη, που ασκούν εφαρμοσμένη πολιτική… υψηλών προδιαγραφών, με νόμους που εφαρμόζονται πιστά και τυφλά σχεδόν, αλλά και με εξουσιαζόμενους που ζουν ως πολίτες, τρέφοντας αμέριστη εμπιστοσύνη για το κράτος τους. Γίνονται, μάλιστα προσπάθειες, ανεπιτυχείς προς το παρόν, να ενταχθεί και το ελλαδικό κρατίδιο σε αυτή τη λογική. Είναι αλήθεια ότι οι νεοέλληνες ουδέποτε ένιωσαν εμπιστοσύνη για τους κρατικούς θεσμούς κι ούτε έζησαν πραγματικά ως πολίτες. Διαρκώς διαβιούσαν για πολλά χρόνια στα όρια τής λογικής τού κράτους και το ταύτιζαν με δυνάστη. Ίσως γιατί το σύγχρονο ελλαδικό κράτος φυτεύτηκε ως πολιτισμικός καρπός από ξενόφερτα μπλοκ εξουσίας. Σήμερα, πρόλαβαν και φάνηκαν νωρίς τα ματωμένα δόντια της πολιτικής, πριν κερδίσει την εμπιστοσύνη κανενός.

Για την αξία, λοιπόν, της προσωπικής ελευθερίας, που έδειξε ο Σωκράτης στους συνανθρώπους του, δε θα μπορούσε να είναι αρεστός. Ήταν η αθηναϊκή αλογόμυγα, όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του (Απολογία, 30e-31a), που συγκρουόταν με τις παραδοσιακές βεβαιότητες κι αφύπνιζε την αμφισβήτηση. Αναμενόμενο η πόλη να θέλει να τον τιμωρήσει. Αναζητούσε τον προσωπικό του δρόμο. Εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι ο Σωκράτης με τις μεθόδους του ξυπνούσε και δεν αποκοίμιζε συνειδήσεις. Είναι προφανές ότι τον ενδιέφερε η ατομική πορεία του καθενός, να βελτιώσει τον εαυτό του πρώτα κι έπειτα τις σχέσεις του με τον κόσμο. Μια Αθήνα, όμως, που φοβόταν και τη σκιά της, δε θα τον άφηνε να διαδηλώνει όσα πίστευε έτσι ανενόχλητος, αποδεικνύοντας ότι κι οι πιο «σοφοί» –όσοι απολάμβαναν κύρος, πλούτο και τιμές, όσοι βρίσκονταν σε ανώτερα αξιώματα– δεν ήταν και τόσο σπουδαίοι ούτε ήξεραν καλύτερα για το τι θα έπρεπε να γίνει. Πώς, όμως, θα τους ανήκε το δικαίωμα να αποφασίζουν αυτοί για όλη την πόλη, αν δεν ήταν τόσο σοφοί, όσο δήλωναν; Αν δεν ήξεραν τίποτε, όπως απεδείκνυε με τη διαλεκτική του μέθοδο ο κοσμαγάπητος Σωκράτης, τότε γιατί να τους αποδέχονται οι εξουσιαζόμενοι ως κυβερνήτες; Την απάντηση την έδωσαν λίγα χρόνια αργότερα οι ίδιοι, στην δίκη που τον έσυραν. Η πραγματική αιτία, για την οποία δικάστηκε, ήταν βέβαια ότι η μέθοδός του αποδεικνυόταν στην πράξη αντιεξουσιαστική, στα πλαίσια της κοινωνίας που τον γέννησε.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση
  1. Το 410 Π.χ. ο σοφιστής Πρωταγόρας καταδικάστηκε απ’ την Αθήνα για αθεΐα και τα έργα του κάηκαν στην πυρά, ενώ ο ίδιος, προσπαθώντας να διαφύγει στη Σικελία, πνίγηκε με το καράβι που τον μετέφερε. Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι κι ο ίδιος ο Πλάτωνας, όπως λέγεται (Αριστόξενος, Βίοι ανδρών) –αν και δεν είναι βέβαιο– προσπάθησε να κάψει τα έργα του Δημόκριτου. Όποιοι χαίρονται με τις πυρές των ιδεών των αντιπάλων, θα πρέπει να ξέρουν ότι οι ιδέες είναι τόσο αδιάβροχες όσο και ανθεκτικές σε υψηλές θερμοκρασίες.
  2. Εδώ ταιριάζει η φράση του V. Ehrenberg (The Greek State): Επειδή οι έλληνες δεν χώριζαν κράτος από κοινωνία, η αντίληψή τους έπασχε από μια αξεπέραστη θεμελιακή αντίφαση.
Both comments and trackbacks are currently closed.