Ο Σωκράτης είχε έναν κόκκορα… (Μέρος Α΄)

Είναι αληθές πως η συστηματική ενασχόληση με τον λόγο και τα πεπραγμένα προσωπικοτήτων παρελθόντων χρόνων αποτελεί, στις πλείστες των περιπτώσεων, ένα ταξίδι διαφώτισης και γνώσης. Ως εκ τούτου, η αναζήτηση της αλήθειας, δίχως απόλυτες φόρμες και πνιγηρές παρωπίδες, αποτελεί και τον κατάλληλο ραβδοσκοπικό δίχαλο σε κάθε πνευματικό ταξίδι για την διεύρυνση και τον εμπλουτισμό της αναρχικής θεώρησης. Στο παρόν κείμενο1 θα παρουσιάσουμε τον βίο και τις απόψεις του Σωκράτη, σε μια προσπάθεια να αναδείξουμε αφ’ ενός την σημασία του απελευθερωτικού του λόγου στους συγχρόνους του κι αφ’ ετέρου την απελευθερωτική δυναμική που παρουσιάζει το σύνολο της ζωής του εν γένει και του ήθους του, ειδικότερα στις μέρες μας. Προφανώς κι ένα μέρος των λεγομένων του, ουδόλως λειτουργεί απελευθερωτικά για τους εξουσιαζόμενους τού σήμερα. Τούτο βεβαίως σε καμμία των περιπτώσεων δεν δύναται να αποτελέσει τροχοπέδη στο να ψηλαφίσουμε λεπτομερώς όσα ο ίδιος μάς άφησε προφορικώς παρακαταθήκη και διασώθηκαν βεβαίως από τους μαθητές του μέσω της καταγραφής. Όπως άλλωστε και οι ουκ ολίγες από τις de profundis διαφωνίες μας με τους λεγόμενους «κλασσικούς» αναρχικούς του 19ου αιώνα ουδέποτε μας εμπόδισαν να αναδείξουμε τα αποθησαυρίσματα τού λόγου και, κυρίως, των εμπειριών τους.

Ωστόσο, θα ήταν χρήσιμο να κάνουμε για άλλη μια φορά πασίδηλο πως μια αναρχική ομάδα, αν πραγματικά αγωνιά για την συνολική απελευθέρωση, οφείλει να μένει σταθερά κι αταλάντευτα στο αντιπολιτικό μονοπάτι. Μ’ άλλα λόγια, δεν ομονοεί σε καμία των περιπτώσεων με τις πάσης φύσεως δημοκρατικές φλύκταινες, ασχέτως αν αυτές εκκινούν από ένα καθόλα «ένδοξο» παρελθόν ή αν πάλι αποτελούν δακρύβρεχτο πόθο της «αντιεξουσιαστικής» αριστεράς και των συν αυτής. Το αντιπολιτικό- αντικρατικό λοιπόν μονοπάτι δεν αποτελεί έναν ακόμη πομφόλυγα ελιγμού στο ημερολόγιο καταστρώματος κάποιων διασκεδαστών της καφενειακής μαρίδας, τόσο κάλπικο μάλιστα όσο ένα χαρτονόμισμα των έντεκα ευρώ. Αντιθέτως αποτελεί μια συγκεκριμένη, εν πολλοίς αναλυμένη και, κυρίως, ανιδιοτελή στάση και πρόταση συγκεκριμένων αναρχικών ομάδων και συλλογικοτήτων απέναντι στην σκλαβωμένη κοινωνία.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, δεν προτιθέμεθα να αφήσουμε στα χέρια κανενός ακαδημαϊκού «ειδικού» το όποιο μονοπώλιο άποψης, όσον αφορά πραγματικά φωτισμένους ανθρώπους που προσέφεραν απεριόριστα στο απελευθερωτικό μονοπάτι, με τίμημα μάλιστα την ζωή τους για αυτό, όπως ο Σωκράτης. Ας δούμε, λοιπόν, κατ’ αρχάς το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε ο ίδιος κι εν συνεχεία μια παρουσίαση όσων σχετίζονται έμμεσα ή άμεσα με την γενικότερη παρουσία του στην πόλη-κράτος της Αθήνας.

Όταν η ίδια η δύναμη γίνεται αδυναμία

Το 471/470 Π.χ., όταν γεννήθηκε ο Σωκράτης, η Αθήνα είχε ήδη προ πολλού αποτρέψει τον περσικό κίνδυνο (οι περσικοί πόλεμοι είχαν τελειώσει το 479 Π.χ.), η πόλη είχε ανοικοδομηθεί και ανακαινιστεί (478 Π.χ.), χτίζοντας γύρω της τείχη, είχε απαγορεύσει τις δημόσιες θέσεις για τους πολίτες τέταρτης κλάσης και είχε γίνει θαλάσσια ηγεμονία υπό τον Αριστείδη και τον Κίμωνα (277 Π.χ.), ενώ ο Θεμιστοκλής εκείνη την ίδια εποχή (471 Π.χ.) κατηγορούνταν για συνωμοσία κατά της ελευθερίας των ελλήνων και εξοριζόταν.

Η Αθήνα, στην οποία ο φιλόσοφος μεγάλωνε, αύξαινε την κυριαρχία της με τα μακρά τείχη που περιέκλειαν πλέον και τον Πειραιά (464 Π.χ.), είχε κάνει μερικές ακόμη ναυμαχίες μικρότερης σημασίας με τους Πέρσες και τους είχε απωθήσει (462 Π.χ.), εκστράτευσε ακόμη και στην Αίγυπτο, για να βοηθήσει τον σατράπη Ίναρο, που επαναστάτησε εναντίον του βασιλιά της Περσίας (460 Π.χ.) και, το σημαντικότερο, ασκούσε απροκάλυπτα την ηγεμονική της πολιτική στις πόλεις-κράτη (459 Π.χ.), που στους τύπους αποτελούσαν τους συμμάχους της. Διήγε μάχες με όποιον της εναντιωνόταν (Κόρινθος, Αίγινα, Βοιωτία, Επίδαυρος) και προκαλούσε σοκ και δέος, με αποτέλεσμα πολλές άλλες πόλεις να σπεύδουν… οικειοθελώς να δηλώσουν σύμμαχοί της (Αχαιοί, Φωκείς κ.ά.). Όσοι σύμμαχοι τολμούσαν ν’ αποστατήσουν (Εύβοια, Μέγαρα κ.ά.) δεν είχαν καλό τέλος. Οι Ρωμαίοι εξουσιαστές, μάλιστα, έσπευσαν στην πόλη της Αθήνας (454 Π.χ.), για να γνωρίσουν τους νόμους του Σόλωνα και να πάρουν μαθήματα πολιτικής, που, όπως έδειξε η ιστορία, τους φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιμα κατόπιν. Παρά την ισχυρή της δύναμη, η Αθήνα έμενε να αντιμετωπίσει το αντίπαλο δέος της Πελοποννησιακής συμμαχίας, με την οποία διαρκώς υπέγραφε ανακωχές, αλλά και δεν έπαυε να μάχεται χωρίς σταματημό. Η ανακωχή του 445 Π.χ. απλώς ανανέωνε μια παλιότερη, που δεν είχε ληφθεί υπ’ όψιν.

Τότε πια, η αθηναϊκή ηγεμονία φτάνει στο απόγειό της. Και μαζί της η αθηναϊκή δημοκρατία, που για να θρέψει την «ισότητα» των πολιτών της,2 την έχτισε πάνω στην ανισότητα των μη πολιτών και την εκμετάλλευση των όποιων «συμμάχων». Ο Περικλής απ’ το 444 Π.χ. κυβερνάει ουσιαστικά δίχως αντίπαλο. Ο αθηναίος στρατηγός εξουσιάζει για 25 χρόνια και επρόκειτο να κυριαρχεί για άλλα 15, μέχρι ο θάνατος μόνο να τον καθαιρέσει. Η ακμή της πόλης είναι τόση, που όχι μόνο χτίζει Παρθενώνες και ρετουσάρει το δημόσιο προφίλ της, αλλά στέλνει αποικιστές στους Θούριους, στην Κάτω Ιταλία, που τότε λεγόταν και Μεγάλη Ελλάδα (444 Π.χ.). Τους αποικιστές συνοδεύουν ο Ηρόδοτος, ο Πρωταγόρας και ο Ιππόδαμος (ο πολεοδόμος, που έδωσε το όνομά του στην οργάνωση της πόλης σε οικοδομικά τετράγωνα). Μια άλλη σημαντική αποικία της Αθήνας είναι κι η Αμφίπολη (437 Π.χ.) κι η Ηράκλεια (432 Π.χ.). Το πνεύμα του αποικισμού είναι η διάδοση μιας πολιτισμικής πραγματικότητας κι η επιβολή της, όχι με την ωμή βία, αλλά μέσω της συνήθειας, μιας έμμεσης μορφής επιβολής ακόμη αποτελεσματικότερης. Με άλλα λόγια, οι αποικίες ήταν εκπρόσωποι του αθηναϊκού πολιτισμού σε μακρινές από την Αθήνα περιοχές. Ο εκπολιτισμός αυτός ακολουθήθηκε ως πολιτική τακτική υποδούλωσης ποικιλοτρόπως απ’ τον Αλέξανδρο ως τους Αμερικάνους εξουσιαστές και τους Ευρωπαίους σήμερα.

Η εξουσιομανία, όμως, της Αθήνας δε μένει αναπάντητη. Με αφορμή τις προστριβές της Κέρκυρας και της Κορίνθου, που ήδη είχαν ξεκινήσει απ’ το 439 Π.χ. –ο Θουκυδίδης είναι αναλυτικότατος επί του θέματος– ξεκινά ο πελοποννησιακός πόλεμος (431 Π.χ.) μεταξύ της Αθηναϊκής Συμμαχίας με ηγερία την Αθήνα και της Πελοποννησιακής Συμμαχίας με αρχηγό τη Σπάρτη. Σα να μην έφταναν τα δεινά του ίδιου του πολέμου –που ενέπλεξε και κατέστρεψε όχι μονάχα τον τότε ελλαδικό κόσμο, αλλά και τις υφιστάμενες εξουσιαστικές δομές του (πόλεις-κράτη)–, ξεσπάει εντός των αθηναϊκών τειχών επιδημία πανώλης (430 Π.χ.), ο μεγάλος λοιμός, που διαρκεί 15 χρόνια και παίρνει στο πέρασμά της και τον Περικλή (μόλις το 429 Π.χ., στην αρχή του πελοποννησιακού πολέμου). Μέχρι το 404 Π.χ., που τελειώνει ο πόλεμος, η Αθήνα θα καταστραφεί οικονομικά και πολιτικά και θα ηττηθεί απ’ την ειδική τού πολέμου Σπάρτη, που είχε καταστήσει τον πόλεμο ως τρόπο ζωής. Αποτέλεσμα της ήττας, πέρα απ’ τις υλικές καταστροφές και την απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών, είναι η οικονομική της διάλυση, η επιβολή τυραννικού πολιτεύματος, ο εξαναγκασμός της σε βαρείς φόρους στους νικητές και το γκρέμισμα των τειχών που προστάτευαν την κυριαρχία της.

Στη δίνη όλων αυτών των γεγονότων, ο Σωκράτης προτίμησε να κρατήσει αποστάσεις, πέραν από ελάχιστες εξαιρέσεις. Δεν αναμείχθηκε με την πολιτική, όπως κάλλιστα θα μπορούσε, όντας δημοφιλής και με φίλους σε ανώτερες θέσεις στην Αθήνα. Έλαβε μέρος μόνο σε τρεις μάχες, στη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου: στην πολιορκία της Ποτίδαιας, στο Δήλιο της Βοιωτίας και στη μάχη της Αμφίπολης. Βέβαια, κανείς δε θα ψάξει τα ίχνη των ξυπόλητων βημάτων του Σωκράτη στην Αμφίπολη, δε θ’ αναζητήσει τα γεγονότα. Αρκούν τα παγερά μνημεία της εξουσίας, που μόνο μέγεθος κι αλαζονεία επιδεικνύουν, για να τραβήξουν για καιρό την προσοχή και να γίνουν σύμβολα «ελληνικότητας» και «εθνικής υπερηφάνειας».

Όταν δικάστηκαν οι δέκα αθηναίοι στρατηγοί με την κατηγορία ότι δεν περισυνέλεξαν τα πτώματα της ναυμαχίας των Αργινουσών, ο Σωκράτης, καθώς ανήκε στη φυλή που δίκαζε τότε την υπόθεση, ήταν ο μόνος που εναντιώθηκε σε μια ισοπεδωτική αντιμετώπισή τους, προτείνοντας να δικαστεί ο καθένας τους ξεχωριστά και όχι όλοι μαζί, κάτι που δεν ήταν αποδεκτό για την αθηναϊκή δημοκρατία. Η επιλογή τους να σώσουν τη ζωή τους κι αυτή των στρατιωτών τους, απ’ το να μαζέψουν τα πτώματα των συμπολεμιστών τους, ήταν καταδικαστέα για μια πόλη που δεν παρέλειπε να στήνει πολεμικά ηρώα. Τα πτώματα έπρεπε να περισυλλεχθούν πάσι θυσία. Η απόφαση του δικαστηρίου τους έκρινε ένοχους για παράβαση καθήκοντος, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο Σωκράτης, λοιπόν, δε θέλησε να τους καταδικάσει, αλλά να εξετάσει την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, ώστε να μη φανεί άδικος απέναντί τους και να εντοπίσει τα κίνητρα της πράξης τους. Δε σταμάτησε, όμως, να λέει τη γνώμη του και σε πιο δύσκολους καιρούς. Το 404 Π.χ. εναντιώθηκε στους τριάντα τυράννους,3 επειδή αρνήθηκε να γίνει καταδότης και να συλλάβει έναν αθηναίο δημοκράτη, τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο. Από αυτή του την άρνηση δεν φαίνεται να αντιμετώπισε σοβαρές διώξεις.

Φτάνοντας, όμως στο 399 Π.χ., σε ηλικία περίπου 70 ετών, έμελε να ζήσει την τελευταία πράξη του δράματος, όπου ο ίδιος θα επέλεγε τελικά το τέλος. Σε μεγάλη ηλικία πια κι έχοντας ήδη διατυπώσει – και πάντοτε μόνο προφορικά– τις απόψεις του και δημιουργήσει ομάδες μαθητών, μεταξύ των οποίων ο Πλάτων, ο Ξενοφώντας κι ο Αλκιβιάδης, η πόλη του, που ποτέ δεν εγκατέλειψε για να ζήσει ως κοσμοπολίτης, τού έθεσε το ερώτημα: εξορία ή θάνατος. Είχε να επιλέξει ανάμεσα στην πόση του κωνείου και στην αποβολή του απ’ την πόλη, μια ποινή που για μια πόλη-κράτος έμοιαζε με θάνατο, αλλά μόνον πολιτικό.

Το δικαστήριο της Ηλιαίας εκείνη τη μοιραία χρονιά τον δίκασε με τις κατηγορίες της ασέβειας στους θεούς και της διαφθοράς των νέων. Οι κατηγορίες αυτές για μια πόλη σαν την Αθήνα ισοδυναμούσαν με τρομοκρατία κατά μία σημερινή έννοια, καθώς τέτοιες πράξεις απειλούσαν την ουσία της κυριαρχίας επί των εντός των τειχών εξουσιαζομένων. Η φιλοσοφία, η προσωπικότητα κι ο τρόπος ζωής του Σωκράτη είχαν ισχυρή επίδραση στους νέους. Οι μαθητές του τού ήταν ως επί το πλείστον αφοσιωμένοι και μάλιστα αυτοί ανέλαβαν να καταγράψουν όσα είπε, φέρνοντάς τα ως εμάς, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε την ακριβή διατύπωση των λόγων του.

Εκτός από ενσυνείδητους συντρόφους –μιας και μοιράζονταν κοινή πνευματική τροφό– όμως, είχε και ισχυρούς αντιπάλους. Σε μια εποχή που η Αθήνα προσπαθούσε να ανακάμψει απ’ την ήττα του πελοποννησιακού πολέμου και η υπέρ-δύναμή της είχε καταβαραθρωθεί σε βαθμό εξευτελισμού, θα μπορούσαμε να πούμε, κάθε τι που συνέβαινε έπρεπε να φιλτράρεται απ’ τα «όσια και ιερά» της πόλης. Οι πολίτες «όφειλαν» να καταπνίξουν όποια ατομική και προσωπική τους φωνή, προκειμένου να κυριαρχήσει η άποψη του συνόλου. Η πολιτική είχε αναδειχτεί για άλλη μια φορά νικήτρια.

Μέσα σε τέτοιο κλίμα, ένας αντισυμβατικός άνθρωπος, όπως ο Σωκράτης, που υποστήριζε ότι δεν διδάσκει και δεν έχει μαθητές, αλλά τον ενδιαφέρει να αναζητήσει την απόλυτη αλήθεια, πιστεύοντας στην ατομική ηθική, δεν χωρούσε πουθενά. Μάλιστα, όχι μόνο δεν χωρούσε, αλλά αποτελούσε κι εμπόδιο, καθώς οι ιδέες του διασπείρονταν από στόμα σε στόμα. Η φωνή του έπρεπε να πάψει. Η μαιευτική του μέθοδος, μέσα απ’ τον διάλογο και τις ερωταποκρίσεις, ήθελε να υπενθυμίσει στον συνομιλητή του την αναλλοίωτη ουσία που έφερε ήδη μέσα του, αλλά η μνήμη του είχε αποβάλει.

Σωκράτης Σωφρονίσκου Αλωπεκεύς

Ποιος ήταν ο Σωκράτης; Ήταν ο επικίνδυνος για τη δημοκρατία, που διακήρυσσαν οι σφογγοκωλάριοι της εξουσίας, καταδικάζοντάς τον; Ήταν ο διεφθαρμένος σοφιστής, που διακωμωδούσε ο Αριστοφάνης στις κωμωδίες του (ιδιαίτερα στις Νεφέλες) και που φαίνεται να αντιμετώπιζε με χιουμοριστική διάθεση κι ο ίδιος; Ήταν αυτός που μας παρουσιάζει ο συντηρητικός και φιλοκρατιστής μαθητής του Πλάτων; Τις περισσότερες φιλοσοφικές ιδέες του Σωκράτη και γεγονότα της ζωής του, τα αντλούμε απ’ αυτόν, ομολογουμένως, καθώς βάζει τον δάσκαλό του να πρωταγωνιστεί σε πολλά του έργα. Μήπως ήταν εκείνος που περιγράφει ο άλλος του μαθητής, ο Ξενοφώντας, που προσπαθεί να περισώσει ό,τι θυμάται απ’ τον δάσκαλό του; Ίσως να ήταν, τελικά, αυτός που διάλεξε να ξυπνήσει μέσα στον καθένα τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Σωκράτης είναι όλα τα παραπάνω, αφού έτσι τον εκλάμβαναν οι γύρω του, αλλά και τίποτε απ’ αυτά. Όπως άλλωστε συμβαίνει με τον καθένα μας, που γεννιέται μέσα στα πρόσωπα των άλλων και πεθαίνει εκεί, αλλά κι επιστρέφει στον εαυτό του, για να νικήσει τη λήθη.

Βιογραφίες του Σωκράτη μπορεί να βρει κανείς εύκολα· εξ άλλου δεν είναι πρόθεση μας να μακρηγορήσουμε για το βίο του. Καίτοι, ας αναφέρουμε ότι ήταν αθηναίος κι απ’ τους δυο γονείς του και μάλιστα αρχικά λένε ότι εξάσκησε το επάγγελμα του πατέρα του· ήταν δηλαδή γλύπτης και αντλούσε την καταγωγή του απ’ τον Δαίδαλο. Όπως δείχνουν τα πράγματα έζησε ως φτωχός από επιλογή, ασκώντας την τέχνη του εκ-μαιευτήρα της αλήθειας. Είναι πασίγνωστο ότι απέφευγε να παίρνει ενεργό μέρος στην πολιτική κι επέλεγε να πορεύεται τον δικό του δρόμο, αδέσμευτο κομματικά,4 ακολουθώντας την εσωτερική του πεποίθηση για το σωστό. Εν τέλει, έφτασε να θεωρείται ολιγαρχικός από τους δημοκρατικούς και δημοκρατικός απ’ τους ολιγαρχικούς. Οι δημοκρατικοί, μάλιστα, που διαδέχτηκαν τους Τριάκοντα και ασκούσαν μια δημαγωγική πολιτική, που θα ζήλευαν κι οι σύγχρονοι πολιτικοί, με εμπάθεια στράφηκαν εναντίον του, καθώς ήταν μια ενοχλητική παρουσία, απ’ την οποία ήθελαν ν’ απαλλαγούν.

Δεν ζούσε μοναχικά. Είχε γυναίκα την Ξανθίππη, με την οποία έκανε τρεις γιους κι ο μεγαλύτερος, ο Λαμπροκλής, παρουσιάζεται ως μειράκιο την εποχή της εκτέλεσής του, ενώ ο πιο μικρός ήταν ακόμη παιδί. Ο Ξενοφών παρουσιάζει την Ξανθίππη ανυπόφορη και δύστροπη. Μάλιστα, όταν στο Συμπόσιο (του Ξενοφώντα) τον ρωτάει ο Αντισθένης γιατί παντρεύτηκε μια γυναίκα τόσο δύσκολη, όσο η Ξανθίππη και δεν την εκπαιδεύει, εκείνος απαντά αφοπλιστικά: όπως όσοι θέλουν να μάθουν να δαμάζουν άλογα, ξεκινάνε απ’ τα πλέον άγρια, γιατί, αν καταφέρουν να δαμάσουν εκείνα, δε θα δυσκολευτούν και με τα πιο εύκολα, έτσι κι αυτός, αν κατάφερνε να ζει με την Ξανθίππη, δε θα βρισκόταν κανείς να τον δυσκολέψει μετά. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να ζει ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η… συνταγή της Ξανθίππης διευκόλυνε τα πράγματα.

Η προσωπικότητά του ήταν, όπως είναι φυσικό για έναν έντιμο άνθρωπο, σύμφωνη με τον τρόπο ζωής του. Όλοι όσοι μιλούν για την εξωτερική του εμφάνιση συμφωνούν ότι ήταν μεν άσχημος, αλλά ωστόσο γοητευτικός. Είχε πλατιά, πλακουτσωτή και γυρτή μύτη, μάτια γουρλωτά, χοντρά και σαρκώδη χείλη και μια «μάλλον ανοικονόμητη κοιλιά», όπως ο ίδιος λέει στο Συμπόσιο του Ξενοφώντα. Το βλέμμα του ήταν πολύ έντονο. Κοιτούσε τους ανθρώπους με έναν ιδιαίτερο τρόπο, που τους έμενε αξέχαστος, αλλά δεν ήταν σε θέση να περιγράψουν. Όταν τον χαρακτηρίζουν, λοιπόν, άσχημο, αναφέρονται προφανώς στα πρότυπα ομορφιάς, όπως αποτυπώθηκαν στα λεγόμενα κλασσικά γλυπτά (και μας άφησαν οι Ρωμαίοι, με τα χοντροκομμένα αντίγραφά τους, ως αμυδρή εικόνα). Γιατί η ομορφιά και η ασχήμια όχι μόνον είναι σχετικές, αλλά και τελείως απατηλές τις περισσότερες φορές. Για τον Σωκράτη πάντως όμορφο (καλόν) ήταν το ωφέλιμο (αγαθόν).

Δεν ενδιαφερόταν ούτε για την εξωτερική εμφάνιση ούτε για τις ανέσεις. Περιφερόταν συνήθως ξιπόλητος και φορούσε έναν και μοναδικό, παμπάλαιο μανδύα, ενώ οι επικριτές του τον φώναζαν «άπλυτο». Ακόμη κι οι μαθητές του παραδέχονταν ότι το να τον δει κανείς με παπούτσια και πλυμένο ήταν σπάνιο και ενδεικτικό κάποιου ιδιαίτερου γεγονότος. Διέθετε αντοχή, εγκράτεια –όχι αδιαφορία– στις υλικές απολαύσεις και αυτοκυριαρχία. Και στον χειμώνα της ναυμαχίας της Ποτίδαιας λένε ότι βάδιζε ξιπόλητος στο παγωμένο έδαφος. Οι άλλοι στρατιώτες, που είχαν φασκιωθεί, για να προστατευτούν απ’ το κρύο, τον αντιπάθησαν, καθώς νόμιζαν πως το ’κανε για να τους εξευτελίσει. Εκείνος, όμως, δεν είχε τέτοιες προθέσεις, καθότι έντιμος κι ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Όσον αφορά τις ερωτικές του προτιμήσεις, αυτές δεν παρέκλιναν απ’ αυτές της εποχής του, που αποδέχονταν ως κάτι φυσικό τον έρωτα μεταξύ ανδρών, χωρίς αυτό να δηλώνει απόλυτη επιλογή. Μ’ άλλα λόγια, η επιλογή του εραστή δεν απέκλειε αυτή της ερωμένης. Απεναντίας, η μία συμπλήρωνε την άλλη, κατά κάποιον τρόπο. Οι απόψεις του για τον έρωτα αποτελούν μάλιστα κι ένα ξεχωριστό φιλοσοφικό κομμάτι, που παρουσιάζει σε κάποια έργα του ο Πλάτων.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση
  1. Ο τίτλος του κειμένου σχετίζεται με το τέλος του Σωκράτη και θα γίνει σαφέστερα αντιληπτός στο γ΄ μέρος. Παραπέμπει βέβαια και στην ταινία των αδελφών Taviani, Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα (1972), η οποία αναφέρεται στην ομάδα αναρχικών, που προσπάθησε να απελευθερώσει ένα χωριό απ’ τον κρατικό ζυγό, αλλά η επιχείρηση απέτυχε κι ο Τζούλιο Μανιέρι συνελήφθη. Στη φυλακή, θυμάται το τραγούδι, που έδωσε τον τίτλο στην ταινία και που τραγουδούσε, όταν ήταν μικρός, όταν τον κλείδωναν σαν τιμωρία μέσα στο σκοτάδι.
  2. Προνόμιο αθηναίου πολίτη είχαν όσοι άρρενες ενήλικες είχαν εκπληρώσει την στρατιωτική τους θητεία (18 ως 20) και κατάγονταν από πατέρα και μητέρα αθηναίους (σύμφωνα με μια ρύθμιση του Περικλή)· με άλλα λόγια, το πολιτικό κριτήριο στηριζόταν στις σχέσεις αίματος· ας μην το ξεχνάμε αυτό. Είχε δηλαδή φυλετικά κριτήρια η διάκριση του αθηναίου πολίτη και των προνομίων του στην αθηναϊκή δημοκρατία. Την ιδιότητα του πολίτη μπορούσαν να αποκτήσουν και μέτοικοι, εφ’ όσον είχαν προσφέρει σημαντικό έργο στην πόλη (π.χ. Αριστοτέλης).
  3. Το ολιγαρχικό καθεστώς των Τριάκοντα διήρκησε οκτώ μήνες στη διάρκεια του 404 Π.χ., μετά τη λήξη του πελοποννησιακού πολέμου. Ακολούθησε το δρόμο κάθε δικτατορίας, εξολοθρεύοντας όποιον στεκόταν εμπόδιο στο δρόμο της κι έπεσε, όταν οι τύραννοι άρχισαν να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Ας μην ξεχνούμε πως η εξουσία εξευτελίζει κι αυτούς που την ασκούν.
  4. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν πολιτικές διαιρέσεις με έντονες μεταξύ τους διαμάχες, με κυριότερα τρία πολιτικά κόμματα που έδρασαν στους κόλπους της αθηναϊκής δημοκρατίας: το κόμμα των πεδιακών, το κόμμα των παραλίων και το κόμμα των διακρίων, ενώ μετά την τυραννίδα μονιμοποιήθηκαν δύο πολιτικοί σχηματισμοί, το ολιγαρχικό και το δημοκρατικό κόμμα.

Both comments and trackbacks are currently closed.