Εξορύξεις υδρογονανθράκων: Μια ασύμμετρη απειλή.

Σαν ένας ιός της αλήθειας έκανε την εμφάνιση του ο κορωναϊός και ήρθε σε πάμπολλες περιπτώσεις να ξεσκεπάσει αλαζονείες, θέσφατα και δεδομένα. Σε ένα ζήτημα που όλοι συμφωνούν είναι στις οικονομικές συνέπειες και επιπτώσεις που θα επιφέρει η συγκεκριμένη πανδημία. Και ένας τομέας που έχει κατεβάσει ήδη ρολά είναι εκείνος του τουρισμού. Η ετήσια συμμετοχή στο ΑΕΠ του συγκεκριμένου κλάδου φτάνει έμμεσα στο 30% και οι αντίστοιχοι φόροι που εισπράττονται από το κράτος ανέρχονται στα 16 δις το χρόνο. Το 10% του εργατικού δυναμικού της χώρας απασχολείται στον τουρισμό και όπως καταλαβαίνει και ο πλέον αδαής, ο συγκεκριμένος τομέας είναι από τους πλέον σημαντικούς για την λεγόμενη ελληνική οικονομία.

Ε, λοιπόν ήρθε ο κορωναϊός έπληξε και πλήττει τον τουρισμό και τα μεγέθη ξεκίνησαν να κάνουν βόλτα για να ενημερώσουν και να δείξουν το μέγεθος της ζημιάς. Έτσι σαν μια προειδοποίηση θα λέγαμε. Μια ειδοποίηση για συλλογισμό και δράση. Γιατί αυτό που δρομολογείται εδώ και χρόνια στις θάλασσες της Μεσογείου με την εξόρυξη υδρογονανθράκων είναι ένας «άλλος» κορωναϊός με καταστροφικά αποτελέσματα. Ένα ατύχημα που πέρα από την ανυπολόγιστη οικολογική καταστροφή θα επιφέρει και τεράστια οικονομική ζημιά. Και εστιάζουμε και σε αυτή επειδή όλο το σύγχρονο σύστημα είναι δομημένο στον τεχνοοικονομικό πολιτισμό, στα οικονομικά μεγέθη και στην απόδοση αυτών.

Ίσως, τώρα, πολλοί ξενοδόχοι να αναλογιστούν το τί πραγματικά σημαίνει εξόρυξη υδρογονανθράκων και τό αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Όπως τόσο ξαφνικά και απρόβλεπτα, σκίζονται όλα τα business plans και οι προβλέψεις πάνε στο βρόντο για το 2020, έτσι και οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί σε κεντρικό επίπεδο για το μέλλον των θαλασσών θα επηρεάσει με τρόπο καθοριστικό τις ζωές όλων μας. Είναι άξιο απορίας πως τα θεσμικά όργανα ξενοδόχων κ.ά. δεν έχουν αντιληφθεί(;) την αλλοίωση των μέχρι σήμερα χαρακτηριστικών του τουρισμού στην Ελλάδα από την στιγμή που θα υπάρξουν πυλώνες εξόρυξης υδρογονανθράκων. Γενικά, είμαστε καχύποπτοι με όλους αυτούς που απαρτίζουν τα θεσμικά όργανα επειδή από τη μια εμφανίζονται ως εκπρόσωποι κλάδων και από την άλλη προσβλέπουν σε ιδιωτικά προνόμια. Όπως για παράδειγμα χαριστικές ρυθμίσεις σε δάνεια που έχουν πάρει για τις επιχειρήσεις τους (καθόλου τυχαίο το παράδειγμα!). Άρα η σιωπή ή η αδράνεια δεν είναι πάντα συνθήκες που υποδηλώνουν άγνοια αλλά το αντίθετο μάλιστα.

Οι αποφάσεις για έρευνα και μετέπειτα εξόρυξη υδρογονανθράκων ουσιαστικά πάρθηκαν επί υπουργίας Γ. Μανιάτη (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-Γ.Α.Π) και συνεχίστηκαν με αμείωτο ενδιαφέρον από όλους τους επόμενους. Η επικύρωση δε αυτών των αποφάσεων πάρθηκε επί πρωθυπουργίας Τσίπρα και συνεχίζεται από τον Κ. Μητσοτάκη. Συνεπώς αποτελεί μια κύρια επιλογή της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής ελίτ, την οποία ασφαλώς η κάθε κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει και να ικανοποιήσει ανταγωνιστικά συμφέροντα. Από το 2012 έως σήμερα, έχουν παραχωρηθεί 12 θαλάσσια και χερσαία οικόπεδα σε πετρελαϊκές επιχειρήσεις για έρευνα και εξόρυξη υδρογονανθράκων. Η συνολική έκταση των θαλάσσιων οικοπέδων ανέρχεται σε περίπου 58.000 τ.χλμ., ενώ των χερσαίων σε 17.000 τ.χλμ.[1]

Αυτή η «υπόγεια» διαπάλη συγκρουόμενων συμφερόντων έχει στον πυρήνα της την επιδίωξη για έλεγχο των πηγών ενέργειας και την κυριαρχία στις αγορές της, όπου ασφαλώς εμπλέκονται κράτη, κυβερνήσεις και όμιλοι, και η ταχύτητα με την οποία αποδίδονται οι αποφάσεις έχει να κάνει και με το γεγονός του χρόνου διακυβέρνησης που υπάρχει. Ασφαλώς, η δυνατότητα παραγωγής, από ένα κοίτασμα, διαπιστώνεται μονάχα στο τελικό στάδιο των ερευνών. Η κάθε εταιρεία εξόρυξης, όμως, που διαθέτει χρηματιστηριακή παρουσία άρα και αξία, χρησιμοποιεί τα παραχωρούμενα οικόπεδα ως δυνητικές εκμεταλλεύσιμες πηγές οι οποίες ενδέχεται να μην χρησιμοποιηθούν ποτέ. Τα κατέχουν για λόγους τζογαρίσματος μιας μετοχής ή πώλησης του χαρτοφυλακίου τους σε υποψήφιο αγοραστή. Γι’ αυτό, συχνά σε παγκόσμιο επίπεδο παρ’ ότι για μια εταιρεία είναι αποφασισμένο εσωτερικά να μην προχωρήσει σε εκμετάλλευση κοιτάσματος, παρουσιάζει την έξωθεν καλή μαρτυρία περί του αντιθέτου. Δυο αράδες ρεπορτάζ από κάποιους «δημοσιογράφους-παπαγαλάκια» και έτσι έχουμε αύξηση της μετοχής της εταιρείας ή την κερδοφόρα πώληση της. Άλλες φορές μικρές εταιρίες κάνουν τη «βρώμικη» δουλειά με το κράτος αποκτώντας άδειες ερευνών και εκμετάλλευσης και μετά πωλούν τα δικαιώματα αυτά σε μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους. «Καθαρές δουλειές» win-win που λένε και οι μπίζνεσμεν…

Κυρίαρχο παγκόσμιο πρόβλημα, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, αποτελεί η αύξηση της ζήτησης της ενέργειας στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος διαρκούς στοχευμένης μεγέθυνσης. Σε αυτό το ζητούμενο, στόχος μας και μέλημα μας δεν είναι άλλος από την κάθετη πτώση της χρήσης ενεργειακών πόρων, που μπορεί, όμως, να επιτευχθεί μόνο με μια ευρεία αλλαγή κοινωνικής δομής όπου στον πυρήνα της θα υπάρχει η φύση και ο άνθρωπος, με όρους ισότητας και δικαιοσύνης, ενός ανεξούσιου κόσμου. Και αυτό οφείλουμε να το έχουμε πάντα κατά νου στις οικολογικές δράσεις μας διότι ο συγκεκριμένος χώρος με την ετικέτα «περιβάλλον-οικολογία» τα χωράει όλα και όλους. Μπορούμε, υπό βασικές προϋποθέσεις, να συστοιχιζόμαστε σε έναν κοινό αγώνα, αλλά με διακριτό, περιεκτικό και ουσιαστικό λόγο.

Μια άλλη διάσταση είναι ότι τα πετρέλαια για να σχηματιστούν, χρειάστηκαν αρκετά εκατομμύρια χρόνια και μέσα σε εκατό χρόνια, όλο αυτό το δημιούργημα των εκατομμυρίων χρόνων γίνεται ενέργεια και ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα. Κλέβεται η δημιουργία και γίνεται ρύπος. «Πρώτα θα ξεκινήσουν από το φυσικό αέριο και όταν θα το εξαντλήσουν, οι αντλίες θα οδηγηθούν σε μεγαλύτερο βάθος για να τραβήξουν το πετρέλαιο που συνήθως βρίσκεται κάτω από το στρώμα του αερίου. Σε περίπτωση ατυχήματος, ακόμα και στη διάρκεια της δοκιμαστικής εξόρυξης, θα υπάρξουν επιπτώσεις σε όλο το παράκτιο σύστημα. Οι επιπτώσεις θα επηρεάσουν όλη τη χλωρίδα, την πανίδα, αλλά και τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες που σχετίζονται με την ακτή» δήλωσε ο Χρήστος Αναγνώστου, Διευθυντής Ερευνών του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).[2]

Επίσης, ο Θοδωρής Τσιμπίδης, ιδρυτής και επικεφαλής του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος» τονίζει: «από τη στιγμή που θα ξεκινήσουν έστω και οι δοκιμαστικές εξορύξεις, οι διαρροές θα είναι αναπόφευκτες και η καταστροφή θα είναι τεράστια και δεν θα αφορά μόνο στα οικοσυστήματα. Πέραν αυτού ανοίγουμε τις πόρτες για την πιθανότητα πρόκλησης ενός ατυχήματος όπως εκείνου που έγινε στον Κόλπο του Μεξικού, όπου οι Αμερικανοί με τα πιο σύγχρονα μέσα πολεμούσαν επί ένα μήνα, ανήμποροι να σταματήσουν τη διαρροή. Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν διαθέτουμε ούτε εξοπλισμό, ούτε τεχνογνωσία, ούτε εξειδικευμένο προσωπικό που θα μπορούσε να δράσει κατασταλτικά. Αν το ίδιο συμβεί στις θάλασσές μας, θα παρακολουθούμε ανήμποροι την καταστροφή και θα κόβουμε τις φλέβες μας».

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους ερευνητές –ο ένας σε κρατικό φορέα– εκφράζουν με κατηγορηματικό τρόπο τις αντιρρήσεις τους. Επί πλέον οι θαλάσσιες εξορύξεις κρύβουν σημαντικούς κινδύνους ακόμα και σε «φυσιολογικές» συνθήκες λειτουργίας και σε ρηχά νερά. Μόνο στον Κόλπο του Μεξικού, το διάστημα 2001-2010 αναφέρθηκαν επισήμως 858 περιστατικά πυρκαγιών ή εκρήξεων, 1349 τραυματισμοί και 69 θάνατοι. Από τη στιγμή που θα υπάρξει διαρροή πετρελαίου στη θάλασσα, είναι πρακτικά αδύνατη η ανάκτησή του σε ποσοστό που ξεπερνάει το 90%. Σε βάθη μεγαλύτερα των 150μ. υπάρχει ακόμη υψηλότερος κίνδυνος ατυχήματος λόγω των μεγάλων πιέσεων που επικρατούν στον πυθμένα της θάλασσας. Όπως αναφέρεται και σε Πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής για το ατύχημα στον Κόλπο του Μεξικό προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ: «η εξόρυξη σε μεγάλα βάθη εγκυμονεί νέους κινδύνους, οι οποίοι δεν απαντώνται ικανοποιητικά από τις εκθέσεις για το που είναι ασφαλές να γίνει γεώτρηση, τι μπορεί να πάει λάθος και πώς να αντιμετωπιστεί αυτό». Το ίδιο, άλλωστε, πάνω-κάτω είπε και η ΕΔΕΥ (Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων), όταν μίλησε για έλλειμμα τεχνογνωσίας και εμπειρίας από τις εταιρείες.

Στο οικονομικό κομμάτι, η αλήθεια είναι ότι για τις εξορύξεις στον θαλάσσιο ελλαδικό χώρο υπάρχουν αρκετές χρηματοοικονομικές αναλύσεις για την βιωσιμότητα των συγκεκριμένων έργων και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα-μειονεκτήματα που παρουσιάζουν. Θα δούμε την ουσία αυτών, όχι ως μια κυρίαρχη διαδικασία επιλογής σε σύγκριση με την οικολογική-περιβαλλοντική επιβάρυνση, για να διαπιστώσουμε ότι ακόμη και με όρους καπιταλιστικούς και αυτές οι εξορύξεις είναι ζημιογόνες για τις κοινωνίες, τοπικές και ευρύτερες. Εν προκειμένω, οι εξορύξεις, ανεξαρτήτως ενδεχόμενου ατυχήματος, επηρεάζουν αρνητικά δυο σημαντικότατους οικονομικούς τομείς, εκείνους του τουρισμού και της αλιείας. Εννοείται ότι και σε αυτούς τους τομείς υπάρχουν τα «κακώς κείμενα» με υπεραλίευση, χρήση τρατών, υπερεκμετάλλευση εργατικού προσωπικού κ.ά.

Αξίζει να σημειωθεί, λοιπόν, ότι τα δύο θαλάσσια κοιτάσματα σε Πατραϊκό και Κατάκολο δύναται να αποφέρουν εκτιμώμενα έσοδα 300 εκατ. ευρώ ετησίως, όσα είναι τα έσοδα μόνο από την αλιεία του Ιονίου. Για την εξόρυξη νότια της Κρήτης, σε πολύ βαθιά νερά, άρα μεγαλύτερης επικινδυνότητας, τα οικονομικά οφέλη είναι 5% για την Περιφέρεια Κρήτης, 20% για το Κράτος και 75% για τις εταιρείες. Το WWF σε μελέτη του με τίτλο «το πραγματικό κόστος πετρελαίου στην Ελλάδα», κάνει χρήση αναλυτικών μοντέλων κόστους-οφέλους, χρησιμοποιώντας τέσσερα διαφορετικά σενάρια και επιτρέπει την ανάλυση ευαισθησίας των αποτελεσμάτων σε πολλαπλές μεταβλητές, είτε αυτές είναι μακροοικονομικές (για παράδειγμα μελλοντική τουριστική ανάπτυξη) είτε έχουν να κάνουν αμιγώς με το σκέλος των επιπτώσεων των εξορύξεων (πιθανότητες ατυχημάτων).

Ακόμη και αν αγνοηθούν οι πιθανότητες πολύ σοβαρών πετρελαιοκηλίδων, υπολογίζοντας μόνο την τακτική, επιχειρησιακή ρύπανση και μικρά περιστατικά ρύπανσης, τα κόστη θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 1,2 δισ. ευρώ σε ορίζοντα 25ετίας. Σε περίπτωση πρόκλησης μιας καταστροφικής πετρελαιοκηλίδας σε χρονικό ορίζοντα 25 ετών, οι αθροιστικές ζημιές θα μπορούσαν να αγγίξουν τα 5,9 δισ. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η σοβαρότερη επίπτωση αναμένεται στον τουριστικό τομέα και στον τομέα της αλιείας. Όπως είναι αναμενόμενο, οι περιοχές με μεγάλη τουριστική κίνηση θα υποστούν τη μεγαλύτερη ζημιά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ένα μόνο σοβαρό περιστατικό πετρελαϊκής ρύπανσης στην Κρήτη, θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές απώλειες που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ και απώλειες περισσότερων από 40.000 θέσεων. Ομοίως, τα νησιά του Ιονίου θα μπορούσαν να υποστούν απώλειες εισοδήματος της τάξης του 1,7 δισ. ευρώ και 18% μείωση των θέσεων εργασίας για 1-3 έτη.

Τα ευρήματα που απορρέουν καταδεικνύουν ότι η εξόρυξη υδρογονανθράκων στις ελληνικές θάλασσες, μπορεί δυνητικά να έχει καταστροφικές επιπτώσεις στις τοπικές οικονομίες, την ελληνική περιφέρεια και τελικά την συνολική οικονομία, στους φορολογούμενους πολίτες δηλαδή. Βάσει των καταγεγραμμένων ατυχημάτων τα οποία έχουν συμβεί και έχουν προκαλέσει πετρελαιοκηλίδες, γνωρίζουμε ότι το περιβαλλοντικό κόστος σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά το κόστος ζημιάς στην οικονομία. Έτσι, για παράδειγμα το ατύχημα του Exxon Valdez προκάλεσε μη περιβαλλοντική ζημιά 2,7 δισ. δολάρια, και εν τέλει κόστος περιβαλλοντικών επιπτώσεων 2,8 δις δολ.

Αλλά, απάντηση για τα ενδεχόμενα «οφέλη» μιας εξόρυξης έρχεται και από την 4η μεγαλύτερη παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου στην ΕΕ, τη Ρουμανία, καθώς η παραγωγή της αρκεί για να καλύψει το 40% της συνολικής της κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με έκθεση του οίκου Deloitte, η παραγωγή πετρελαίου και αερίου συμβάλλει μόλις κατά 1,2% στο ΑΕΠ της χώρας, ακόμα και αν συνυπολογιστεί η έμμεση συμβολή. Είδαμε και παραπάνω ότι μόνο το ΑΕΠ από τον τουρισμό στον ελλαδικό χώρο αγγίζει το 30% έμμεσης συμβολής!

Ακόμη και αν η Ελλάδα είχε ανάλογα κοιτάσματα, αξίζει να αναρωτηθεί κάποιος αν μπορούν πραγματικά να αντισταθμίσουν το ρίσκο μιας καταστροφικής ζημιάς στο φυσικό κεφάλαιο και τις τοπικές οικονομίες; Σε άλλες συνθήκες δεν θα υπήρχε καν ερώτημα για εξόρυξη ή μη. Αλλά στις μέρες μας, οι επιλογές των πετρελαϊκών εταιρειών αποφασίζονται από μια μικρή ελίτ, σε συνεργασία με την πολιτική ελίτ και με μοναδικό γνώμονα την κερδοφορία και τα συμφέροντά τους. Μια ελίτ η οποία, την ίδια ώρα που κλείνει το ρυπαρό και καρκινογόνο λιγνίτη, ανοίγει «δουλειές» με άλλες εξορύξεις για την ικανοποίηση των ντόπιων και διεθνών συμμοριών που λεηλατούν τους φυσικούς πόρους, που κλείνει τη μια πόρτα και ανοίγει την άλλη με σταθερές ποσότητες εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα.

Τώρα που ένα γεγονός πανδημίας έδειξε και δείχνει το μέγεθος των συνεπειών, δεν υπάρχουν περιθώρια για εφησυχασμό και έλλειψη δράσης για την αποτροπή των συγκεκριμένων εξορύξεων, οι οποίες αποφέρουν προβλέψιμα και καταστροφικά αποτελέσματα. Η αδράνεια και η άγνοια σκοτώνουν…

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 203, Απρίλιος 2020

[1]  To 13% της συνολικής έκτασης της χώρας.

[2]  Eφ. Δημοκρατική Ρόδου, Ν. Καλογήρου, 30.1.20.

Both comments and trackbacks are currently closed.