Η αιώνια μεσημεριανή βαρεμάρα

Η ιστορία διαδραματίζεται κάπου στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 και εκτυλίσσεται με άλλους όρους μέχρι και σήμερα.

Μεσημέρι, οι μεγάλοι ξεκουράζονται και τα παιδιά πρέπει να κάνουν ησυχία. Η τηλεόραση, αν υπάρχει, πρέπει να παίζει χαμηλόφωνα, όπως και οι συζητήσεις. Ότι και να κάνεις πρέπει να είναι ελάχιστο και συγχρόνως τόσο μεγάλο, ώστε να καλυφτεί αυτή η τεράστια βαρεμάρα του μεσημεριού. Το μυαλό σου πρέπει να δουλέψει, πρέπει να πάρει στροφές δημιουργίας, αλλοιώς νιώθεις ότι αυτό το μεσημέρι θα σε καταπιεί. Κάπου εκεί γεννιέται η δημιουργία, δημιουργείς με ελάχιστο υλικό και κατασκευάζεις κόσμους, παιχνίδια και ιστορίες. Αντικρίζεις τον εαυτό σου και όλους αυτούς που σε περιτριγυρίζουν, έχεις χρόνο να σκεφτείς και να δημιουργήσεις, ώστε όταν βγεις ξανά το απόγευμα να είσαι ένα βήμα πιο δυνατός και όχι κουρασμένος και αδύναμος λόγω βαρεμάρας. Να εξηγήσεις στους φίλους σου το νέο παιχνίδι που σκέφτηκες, την νέα κατασκευή που έκανες και όλα αυτά να τα δοκιμάσετε όλοι μαζί και να τα πάτε ένα βήμα παραπέρα, εάν πάνε. Να βρεις τρόπους να αποδράσεις απ’ την επιβαλλομένη ησυχία, να σε κινητοποιήσει η βαρεμάρα ώστε να βρεις τρόπους να φύγεις απ’ την σιγουριά της. Σαν μια μητέρα κοτσυφίνα που εκπαιδεύει τα κοτσυφόπουλα να φύγουν απ’ αυτήν.

Η αιώνια μεσημεριανή βαρεμάρα, λοιπόν, η τόσο παρεξηγημένη απ’ όλους μας. Η φοβερή βαρεμάρα με την οποία κανείς μας δεν θέλει να έρθει αντιμέτωπος και προτιμά την κίνηση πάνω στην κίνηση, για να την αποφύγει και τελικά να κρυφτεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Βλέπεις η βαρεμάρα είναι γυμνή, αφτιασίδωτη, ακίνητη και έτσι ακριβώς είναι οι άνθρωποι όταν την συναντούν, γι αυτό και την αποφεύγουν. Έχουν μάθει στα ρούχα, στον καλλωπισμό και στην κίνηση, ώστε να κρύβονται απ’ τον εαυτό τους και τελικά ποτέ να μην καταλάβουν τους άλλους. Γιατί δεν γίνεται να μην ανέχεσαι τον εαυτό σου και να καταλαβαίνεις τους άλλους, να μην είσαι εκεί για εσένα και να είσαι για τους άλλους. Όταν χρειάζεται να διεκπεραιώσεις τόσα και τόσα άλλα πράγματα, δεν χρειάζεται να πέσεις πάνω στον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να τον αναγνωρίσεις και να τον αντιμετωπίσεις, γιατί αυτός είναι σε ένα σημείο και εσύ σε ένα άλλο και ας νομίζεις ότι εσύ και αυτός είστε ένα. Μπορεί να σκέφτεσαι ότι θα ήταν καλύτερο να τρέχεις όλη μέρα, παρά αυτό το μαρτύριο της αναγνώρισης και αντιμετώπισης του εαυτού σου.

Έτσι, λοιπόν, η μεγάλη μας μαμά, η μητέρα μας φύση, μας έβαλε να κάνουμε παύση, να κάνουμε ησυχία σ’ ένα πολύ μεγάλο μεσημέρι. Γιατί η ίδια θέλει να ξεκουραστεί απ’ τον χαμό που κάνουμε. Και έτσι εμείς θα έρθουμε αντιμέτωποι με την βαρεμάρα μας και αυτή θα μας βοηθήσει να ησυχάσουμε και να ανοίξουμε καλά τα μάτια μας. Να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει, να γνωριστούμε καλύτερα, με τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Άλλοι θα αντέξουν αυτήν την δοκιμασία και άλλοι όχι. Να δούμε τί αξίζει και τί όχι. Τί είναι δικό μας και τί όχι. Να εντοπίσουμε πού σπαταλάμε την ενέργειά μας και δίνουμε δύναμη σ’ ανθρώπους και καταστάσεις που δεν θα έπρεπε. Να βγούμε έπειτα έξω και να μην είμαστε ίδιοι, ούτε κουρασμένοι, ούτε αδύναμοι. Να δούμε τον εαυτό μας γυμνό και να τον ποθήσουμε ως έχει. Να είμαστε έτοιμοι για τα καινούργια παιχνίδια του απογεύματος και ας γρατζουνιστούν τα γόνατά μας και ας κλάψουμε. Ας τα ζήσουμε όλα όπως πραγματικά είναι, χωρίς βαρίδια και μάσκες, μέχρι να δύσει ο ήλιος και από πίσω του ακουστεί το όνομά μας, με κρατημένο το τελευταίο φωνήεν.

E.

Both comments and trackbacks are currently closed.