«Όταν γεννήθηκα, δεν θυμάμαι να υπόγραψα κανένα χαρτί…»

Στη μνήμη του Γιώργου Μπαλάνου

Γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του ’44 και άνηκε σε εκείνη την «προνομιούχο» γενιά που ήταν υποχρεωμένη να αποστηθίζει τόμους ολόκληρους εν μία νυκτί, εφ’ όσον αγαπούσε τη γνώση. Που χρήματα βλέπετε για αγορά βιβλίων. Όποιο έντυπο έπεφτε στα χέρια της, είτε από τις δημόσιες βιβλιοθήκες είτε από οικείους, «καταβροχθιζόταν» στη στιγμή. Υπήρξε αυθεντικά ελεύθερο πνεύμα, μια έννοια που αποτελεί πλέον είδος προς εξαφάνιση, καθώς έγινε πια της μόδας το να στρατεύεσαι, ωσάν το σκύβαλό, στη μία ή την άλλη ιδεολογία. Φοίτησε σε κάμποσα πανεπιστήμια, μα δεν πήρε κανένα πτυχίο, μιας και ήταν εκ φύσεως αλλεργικός στους τίτλους και τις φανταχτερές ρετσέτες. Μάλιστα, του δόθηκε υποτροφία στις ΗΠΑ από το ίδρυμα Fullbright, αλλά την απέρριψε δίχως πολλή σκέψη· δεν επέτρεπε σε κανέναν και τίποτα να τον φορμάρει. Αναζητούσε διαρκώς το πρωτότυπο, το απροσχημάτιστο, το ανυπόκριτο.

Συνέγραψε πάνω από είκοσι βιβλία με θέμα τη λογοτεχνία του φανταστικού, τις εσωτερικές κι εξωτερικές αναζητήσεις, τον εσωτερισμό, τις εναλλακτικές κοσμοθεωρίες, όπως και μετέφρασε πάνω από εκατό αντίστοιχου ενδιαφέροντος. Μέσω των μεταφράσεών του, γνωρίσαμε οι περισσότεροι τους Ισαάκ Ασίμοφ, Άρθουρ Κλαρκ, Χ.Φ. Λάβκραφτ, Ούρσουλα Λε Γκεν, Ρόμπερτ Χάουαρντ, Έλενα Μπλαβάτσκι, κ.ά. Αν και δεν το έκανε ποτέ ο ίδιος θέμα, υπήρξε πρωτοπόρος σε ουκ ολίγα γνωσιακά πεδία· θέλει αρετή και τόλμη να βουτάς σε αχαρτογράφητα νερά.

Θα ήθελα να τον αποχαιρετήσω με κάποια δικά του λόγια, από την τηλεοπτική εκπομπή που συν-δημιούργησε το 1994 στην ερτ2, με τίτλο Μυστήρια της Ελλάδας:

Καλησπέρα σας. Έχω ισχυριστεί ότι είμαι κυνηγός του αγνώστου· ίσως το μόνο επάγγελμα που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, η εφορεία δεν έχει σκεφτεί να συμπεριλάβει στα αντικειμενικά κριτήρια. Δεν ξέρω από ποινικό ή αστικό δίκαιο, αλλά ελπίζω να μην είναι κολάσιμο αδίκημα το να ψάχνει κανείς, να κυνηγάει κανείς το άγνωστο. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όταν γεννήθηκα, δεν θυμάμαι να υπέγραψα κανένα συμβόλαιο, κανένα χαρτί, για τίποτα και με κανέναν. Θα μου πείτε, όταν γεννήθηκες ήσουν πολύ μικρός για να θυμάσαι. Συμφωνώ, αλλά ήμουν και πολύ μικρός για να έχω υπογράψει.

Όμως συχνά με απασχολεί ένα πρόβλημα: πώς μπορεί κανείς να είναι αυτό που είναι, σε έναν κόσμο που δεν του επιτρέπουν να είναι παρά μονάχα αυτό που οι άλλοι θέλουν να είναι; Αλλά ποιος μπορεί να πάει κόντρα στα σύννεφα μιας καταιγίδας; Αν αντισταθείς σαν τη βελανιδιά, η καταιγίδα θα σε σπάσει. Αν λυγίσεις σαν την καλαμιά, η καταιγίδα θα σε εξευτελίσει. Για μένα η λύση δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Τότε, ίσως, η μόνη λύση βρίσκεται αλλού: μπορείς να καβαλήσεις τον άνεμο που φέρνουν τα σύννεφα της καταιγίδας, να γίνεις ένα μαζί του, γιατί τελικά θα είναι αυτός ο ίδιος ο άνεμος που θα διαλύσει την καταιγίδα. Επικίνδυνο; Ίσως, λίγο, ναι. Αλλά και μεθυστικό, τόσο, όσο μονάχα εκείνοι που τους αρέσει να καλπάζουν με τον άνεμο ξέρουν. Κι απόψε έχουν αρχίσει να φυσούν κάποιοι άνεμοι που με καλούν. Αν σας κάνει κέφι, μπορείτε να έρθετε μαζί μου. Φυσικά, μονάχα για λίγο…

Πόντιξ ο Σισύφιος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 202, Μάρτιος 2020
Both comments and trackbacks are currently closed.