ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ

Μὲ τὴν εὐκαιρία της συμπληρώσεως 199 χρόνων ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 παρουσιάζουμε τὸ ἄσμα τοῦ Βασίλη. Ποιὸς εἶναι ὁ Βασίλης δὲν  εἶναι ἐξακριβωμένο. Μία παραλλαγὴ λέγει ὅτι ἦταν γυιὸς παπαδιᾶς ἀπὸ τὴν Ράψανην τῆς Θεσσαλίας, ἄλλη μνημονεύει ὡς πατρίδα του τὸ Πυρνάρι τῆς Ποταμιᾶς, παρὰ τὴν Ἐλασσώνα. Ἡ μὲν τὸν θέλει σύντροφο τῶν Θεσσαλῶν ὁπλαρχηγῶν Μάνταλου καὶ Μπασδέκη, ἡ δὲ τοῦ Μπουκουβάλα. Σὲ ἄλλη πάλιν παραλλαγὴν ἀντὶ Βασίλης, ὁ κλέφτης ὀνομάζεται, διὰ τοῦ κοινοτέρου ὀνόματος, Δῆμος.

Ἴσως ἐκ τούτων θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑποθέση ὅτι πρόκειται περὶ Θεσσαλοῦ κλέφτη τῶν ἀρχῶν τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἐκεῖνο, πάντως, τὸ ὁποῖο ἔχει σημασία εἶναι ὅτι τὸ ἄσμα ἀποδίδει μὲ λιτὸ τρόπο τὸ πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία τὸ ὁποῖον ὠθοῦσε πρὸς τὸν ἀδέσμευτο βίο τοῦ κλέφτη στὰ βουνά. Τὸ ἄσμα δημοσιεύθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ συλλογὴ δημοτικῶν ἀσμάτων τοῦ Σπ. Ζαμπελίου.

«Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, νὰ γίνης νοικοκύρης,
γιὰ ν’ ἀποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι ἀγελάδες,
χωριὰ κι ἀμπελοχώραφα, κοπέλια νὰ δουλεύουν.
-Μάννα μου ἐγὼ δὲν κάθομαι νὰ γίνω νοικοκύρης,
νὰ κάμω ἀμπελοχώραφα, κοπέλια νὰ δουλεύουν,
καὶ νὰ ‘μαι σκλάβος τῶν Τουρκῶν, κοπέλι ς’ τοὺς γερόντους.
Φέρε μου ταλαφρὸ σπαθὶ καὶ τὸ βαριὸ τουφέκι,
νὰ πεταχτῶ σὰν τὸ πουλὶ ψηλὰ ς’ τὰ κορφοβούνια,
νὰ πάρω δίπλα τὰ βουνά, νὰ περπατήσω λόγγους,
νὰ βρῶ λημέρια τῶν κλεφτῶν, γιατάκια καπετάνιων,
καὶ νὰ σουρίξω κλέφτικα, νὰ σμίξω τοὺς συντρόφους,
ποὺ πολεμοῦν μὲ τὴν Τουρκιὰ καὶ μὲ τοὺς Ἀρβανίταις.»

Πουρνὸ φιλεῖ τὴ μάννα του, πουρνὸ ξεπροβοδειέται.
«Γειὰ σας βουνὰ μὲ τοὺς γκρεμνούς, λαγκάδια μὲ τὶς πάχναις!
-Καλὸ ς’ τὸ τάξιο τὸ παιδὶ καὶ τάξιο παλληκάρι.»

Μάννα, μ’ έκαταράστηκες, βαρειὰ κατάρα μοῦ εἶπες.
«Κλέφτης νὰ βγῆς, παιδάκι μου, κάμπους, βουνὰ νὰ τρέχης,
ὁλημερὶς ς’ τὸν πόλεμο, τὴ νύχτα καραούλι,
καὶ ς’ τὰ γλυκοχαράματα νὰ πιάνης τὸ ταμπούρι».

Νὰ ἤσουνα πετροπέρδικα ς’ τὰ πλάγια τοῦ Πετρίλου,
ν’ ἀγνάντευες πὼς πολεμᾶν οἱ κλέφτες μὲ τοὺς Τούρκους,
ν’ ἀγνάντευες τὸ γιόκα σου μπροστὰ ἀπ’ τὰ παλληκάρια.
Ὀμπρὸς ξεστρώνει τὴν Τουρκιὰ μὲ τὸ σπαθὶ ς’ τὸ χέρι,
κι ἀπ’ τὴ φωνὴ του τὴν ψηλὴ ἀχολογάει ὁ τόπος.
«Βαρεῖτε, παλληκάρια μου, σκοτώνετε τοὺς σκύλους,
ψυχὴ νὰ μὴν ἀφήσουμε ὀπίσω νὰ γυρίση,
τὶ ἔκαμα ὅρκο φοβερό, Τοῦρκο νὰ μὴ σκλαβώσω».

Η. Α.

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: