Η διαπόμπευση μιας οικογένειας προσφύγων και ο κοινωνικός κανιβαλισμός

Όταν έγινε γνωστή η υπόθεση του θανάτου του ενδεκάμηνου βρέφους στο νοσοκομείο Παίδων και το πόρισμα του ιατροδικαστή να φιγουράρει σε sites και άλλα μέσα, καταλάβαμε ότι ακόμη ένας κοινωνικός κανιβαλισμός θα τεθεί σε εφαρμογή. Όλα τα δεδομένα ήταν «βούτυρο στο ψωμί» για όποιον επιφυλάσσει για τον εαυτό του το ρόλο του δικαστή. Σύροι πρόσφυγες, μωρό-παιδί, βιασμός, οικογένειες προσφύγων διαμένοντες σε χορηγούμενο σπίτι από πρόγραμμα φιλοξενίας προσφύγων. Το χαλί στρωμένο για να εκτοξευθούν εμετικά σχόλια και μύδροι ενάντια σε πρόσφυγες, μετανάστες, αλλόθρησκους κ.ά.

Τα κανάλια και τα μέσα διοχέτευσης και διάδοσης της πληροφορίας γνωστά. Οι κατάλληλοι «ειδικοί» πάντα υπάρχουν διαθέσιμοι, οπότε «βγαίνουμε στον αέρα». «Σεξουαλική κακοποίηση», είπε ο Σωτήρης Μπουζιάνης, ιατροδικαστής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, στην πρώτη δήλωσή του στο protothema.gr, η οποία επέφερε ντόμινο αντιδράσεων. Το ρατσιστικό παραλήρημα, σημειώνει η efsyn.gr, άρχισε στην ιστοσελίδα του «Πρώτου Θέματος» (9.500 κοινοποιήσεις έγιναν στο συγκεκριμένο δημοσίευμα και περίπου 500 όταν το τελικό πόρισμα ανέφερε ότι δεν υπήρξε σεξουαλική κακοποίηση) πήρε σβάρνα πρόσφυγες, μετανάστες, όσους βρίσκονται δίπλα τους με κάθε τρόπο και κυρίως την οικογένεια του μωρού που ταυτόχρονα, αντί να θρηνούν το βρέφος, σύρονταν στα αστυνομικά τμήματα και στα νοσοκομεία για έλεγχο των παιδιών της οικογένειας για να διαπιστωθεί εάν έχουν υποστεί κακοποίηση.

Αναμφισβήτητα ρόλο-κλειδί στην όλη εξέλιξη της υπόθεσης έπαιξε το αρχικό πόρισμα του ιατροδικαστή Σπύρου Μπουζιάνη και οι επανειλημμένες τοποθετήσεις του στα ΜΜΕ. Δηλώσεις της μορφής «πρώτη φορά είδα τέτοια κακοποίηση σε τόσο μικρή ηλικία», από έναν ιατροδικαστή που υποτίθεται ότι εξάγει συμπεράσματα αφού βεβαιωθεί απόλυτα, για όλα τα στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης, πυροδότησαν ένα ρατσιστικό τσουνάμι σχολίων και δηλώσεων. Λες και το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης έχει φυλετικές και θρησκευτικές διακρίσεις και δεν συναντάται παντού. Σαν να μην γνωρίζουν ότι τα αίτια και οι πηγές τέτοιων συμπεριφορών δεν είναι φυλετικά αλλά κοινωνικά. Η άρρωστη καταπίεση, μέσω της εξουσιαστικής και ανελεύθερης κοινωνικής οργάνωσης και των επιμέρους θεσμών της, παράγει αρρωστημένες συμπεριφορές σε ένα τμήμα ανθρώπων. Όμως για ακόμη μια φορά η διαπόμπευση ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, όπως και το γεγονός ότι συγκεκριμένα μέσα και δημοσιογράφοι επανειλημμένα πιάνονται με τη «γίδα στον ώμο».

Η εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα» του Γ. Παπαδάκη έδωσε βήμα στον συγκεκριμένο ιατροδικαστή, παρ’ ότι ήταν φανερή η βιασύνη της εξαγωγής συμπερασμάτων από πλευράς του. Από τη μια δεν είχε ολοκληρώσει την έρευνα του και ανέμενε αποτελέσματα εξετάσεων και αναλύσεων και από την άλλη δήλωνε όλα αυτά τα κατάπτυστα. Και εν τέλει όταν αποκαλύφθηκε η αλήθεια βγήκε ο Παπαδάκης να ζητήσει συγγνώμη, γνωστή και συχνή η μεθοδολογία του, πρώτα χρησιμοποιεί την αρένα και μετά τη μεταμέλεια του δήθεν εξαπατημένου.

Όμως ο ρόλος του ιατροδικαστή και η εικόνα που εξάγεται έρχεται από τα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε ρόλο πραγματογνώμονα είχε είτε ο γιατρός είτε η μαία για τις περιπτώσεις βιασμών. Μετά τη δεκαετία του 1850-60 «ο ιατροδικαστής προβάλει την εικόνα μιας «επιστημονικής» δικαιοσύνης, εμμένοντας στην αναγκαιότητα των αποδείξεων και την «ανεπάρκεια της έρευνας» που χαρακτήριζε τους προκατόχους του. Μεταφέρει, όμως, ταυτόχρονα και μοντέλα πιο σκοτεινά, εφευρίσκοντας μερικές φορές σωματικά στίγματα, αναμιγνύοντας την ηθική του άποψη με τις παρατηρήσεις του, αποκαλύπτοντας τις προσωπικές του κρίσεις για τα ήθη και την κοινωνική ευταξία. Αυτή η κατασκευή σωματικών ενδείξεων, με ιδιαίτερα ανατο- μικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά, προβάλει, απ’ αφορμή τις επιθέσεις σε βάρος των παιδιών, μια σειρά

από καινούργιες παθολογικές οντότητες, με τις οποίες χαρακτηρίζουν τα τραύματα στα μέσα του αιώνα, οντότητες συχνά φανταστικές, που τις συλλαμβάνουν για να ορίσουν καλύτερα το έγκλημα και, μερικές φορές, για να στηρίξουν καλύτερα την υποψία σε βάρος του θύματος. Πιο εντυπωσιακή είναι αυτή η πρωτοφανής προσπάθεια να «δημιουργήσουν» νέα συμπτώματα, υποδηλώνοντας συνάμα την αναντιστοιχία τους με τα άρθρα του ποινικού κώδικα: να εγκαθιδρύσουν μια ιεραρχία παράλληλη μ’ εκείνη της βαρύτητας των αδικημάτων, να βρουν στα όργανα και τα σώματα μια κλίμακα ενδείξεων που να αντιστοιχεί στην κλίμακα των βιαιοτήτων»[1].

Θεωρούμε ότι ο ιστορικός G. Vigarello περιγράφει εύστοχα τον ρόλο τού ιατροδικαστή από τον 19ο αι. και την ανάμειξη της επιστήμης με την ηθική στα πορίσματά του. Στην περίπτωση τού βρέφους είχαμε ακριβώς αυτό το μίγμα από την πλευρά του ιατροδικαστή Σ. Μπουζιάνη. Στην αντίπερα όχθη ο πρόεδρος της Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρίας Γρηγόρης Λέων σημείωνε: «Εμείς οι ιατροδικαστές ως επιστήμονες πρέπει να λειτουργούμε με επιστημονικούς κανόνες. Όταν λειτουργούμε έτσι, αποφεύγονται τα λάθη. Στη συγκεκριμένη υπόθεση έγινε μια βεβιασμένη αρχική πρώτη εκτίμηση, πρώτα ανεπίσημα και μετά επίσημα, χωρίς οι συνάδελφοι να έχουν ολοκληρώσει το σύνολο της ιατροδικαστικής εξέτασης. Μια κλινική εξέταση, ένα βασικό σημείο που περιλαμβάνει είναι η ενδελεχής λήψη ιστορικού. Αν σε μια ανάλογη περίπτωση ένας ιατροδικαστής λάμβανε σωστά το ιστορικό του μωρού, της φαρμακευτικής του αγωγής και του τρόπου χορήγησης του φαρμάκου, θα είχε αποφευχθεί οποιαδήποτε παρερμηνεία. Αυτό που αντιλαμβάνομαι, τόσο εγώ όσο και όποιος επιστήμονας διαβάζει είναι, ότι εδώ δεν έχουμε ακόμα αιτία θανάτου (περιμένουμε τις ιστολογικές εξετάσεις) και από ό,τι φαίνεται οι κακώσεις στην πρωκτική περιοχή πιθανότατα οφείλονται στην θεραπεία που έκανε το μωρό. Δεν τηρήθηκαν, λοιπόν, οι κανόνες, δηλαδή το πρωτόκολλο της ιατροδικαστικής επιστήμης και δεν γνωρίζω γιατί συνέβη αυτό. Μου έκανε και εμένα εντύπωση το τόσο βιαστικό πρώτο πόρισμα, γιατί έτσι στιγματίζεται μια οικογένεια. Ο ιατροδικαστής πρέπει να είναι 100 φορές σίγουρος πριν βγει να δηλώσει το οτιδήποτε». Στο σημείο αυτό με βάση τις δηλώσεις του κ. Λέοντος αποδεικνύεται ότι ο κ. Μπουζιάνης δεν ήλεγχε την υπόθεση μόνος του αλλά μαζί και με άλλους συναδέλφους του, οι οποίοι επίσης είχαν την ίδια άποψη περί σεξουαλικής κακοποίησης. Το γεγονός αυτό πολλαπλασιάζει εκθετικά την ορθότητα της άποψης του Vigarello για ανάμειξη προσωπικών κρίσεων και ηθικής στα πορίσματα των ιατροδικαστών.

Ταυτόχρονα, σε άλλο επίπεδο, ο δικηγόρος της οικογένειας αλλά και του Συνδέσμου Σύρων Ελλάδας δηλώνει ότι θα κατατεθεί μήνυση εάν δεν ζητήσει συγγνώμη ο ιατροδικαστής, δίνοντας του διορία μάλιστα και 72 ωρών. Αυτή η επίκληση της δημόσιας συγγνώμης μας θύμισε μια άλλη περίπτωση διαπόμπευσης που έλαβε χώρα το 2012 στην περίπτωση των οροθετικών. Τότε που οι υπουργοί Χρυσοχοΐδης και Λοβέρδος, για λόγους βιοπολιτικής και βιοεξουσίας, και όχι δημόσιας υγείας, όπως επικαλέστηκαν, με τη σύμπραξη του ΚΕΕΛΠΝΟ διαπόμπευσαν και διέσυραν οροθετικές γυναίκες, οι οποίες έπασχαν από HIV. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, το 2016, ο πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ, ζήτησε δημόσια συγγνώμη παρ’ ότι ό ίδιος δεν είχε καμμία σχέση με τα τεκταινόμενα του 2012. Όμως, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, το Κράτος και οι θεσμοί του έχουν συνέχεια ανεξαρτήτως κομματικής διακυβέρνησης. Το ΚΕΕΛΠΝΟ συναίνεσε στη διαπόμπευση το 2012, ήταν το ίδιο που ζήτησε συγγνώμη το 2016 και ούτω καθεξής. Όλα εξαγνίζονται στη κολυμβήθρα του Σιλωάμ με την επίκληση των προγενέστερων «κακών» κυβερνητών. Και το Κράτος συνεχίζει τη δουλειά του…

Τότε οι 32 οροθετικές είχαν διωχθεί και προφυλακισθεί με την κατηγορία της «βαριά σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή» και για ημέρες τα ΜΜΕ είχαν επικεντρωθεί στον δημόσιο εξευτελισμό τους. Λίγα χρόνια αργότερα, στις δίκες που έγιναν –και συνεχίζονται– οι αποφάσεις είναι αθωωτικές. Κάποιες, όμως, δεν άντεξαν και αυτοκτόνησαν. Η οροθετική Κατερίνα αυτοκτόνησε τον Νοέμβριο 2014 και λίγο νωρίτερα είχε γράψει: «Η κατηγορία της πορνείας δεν αποδείχθηκε, και στη δίκη ενάντια στο ελληνικό κράτος για παράνομη φυλάκιση, δύο από εμάς στις 4/4/2014, κερδίσαμε αποζημίωση ύψους …10 ευρώ την ημέρα. Η βλάβη που μας έγινε θα κυνηγάει αιώνια εμάς και τα παιδιά μας». Τον Απρίλιο του 2016 πέθανε και η Μαρία. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση της μητέρας της. «Εξευτέλισαν το παιδί μου, ήρθαν στο χωριό και το ΚΕΕΛΠΝΟ εξέτασε το εγγόνι μου μέσα στο σχολείο, μας εκθέσανε όλους, μας ξεφτίλισαν». Για την κοινωνία η δίκη της διαπόμπευσης έχει απείρως μεγαλύτερη επιρροή από την ποινική δίκη.

Ασφαλώς και η διαπόμπευση δεν είναι ένα χαρακτηριστικό μόνον των σύγχρονων κοινωνιών αλλά και των προγενέστερων. Χαρακτηριστικά στο Βυζάντιο η διαπόμπευση ήταν μια πομπή με πρωταγωνιστή τον διαπομπευόμενο καθισμένο ανάποδα σε γάιδαρο και ένα ξέφρενο όχλο που τον εξευτέλιζε με κάθε τρόπο, σε πλατείες και δρόμους. Αποτελούσε ένα από τα πιο αγαπημένα θεάματα των βυζαντινών. Η συγκέντρωση του πλήθους γινόταν με το κτύπημα της καμπάνας της εκκλησίας. Σήμερα ο δημόσιος χώρος των πλατειών και δρόμων είναι τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα και τα ΜΜΕ.

Τέλος, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η διαπόμπευση για να έχει αποτέλεσμα πρέπει ο διαπομπευτής και ο διαπομπευόμενος να μοιράζονται κοινές παγιωμένες πολιτισμικές αξίες. Γι’ αυτό μόνον όταν υπάρχει κοινός ηθικός/αξιακός κώδικας το θύμα νιώθει αισθήματα εξευτελισμού και ντροπής. Διαφορετικά, σε περιπτώσεις που η δημοσιοποίηση κατηγοριών χαρακτηρίζει ποινικές πράξεις που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά βαθειών πολιτισμικών αξιών, η διαπόμπευση έχει χαρακτηριστικά μη ολικής παραδοχής. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί μια πράξη κοινωνικής αποβολής του ατόμου με εξουσιαστικά χαρακτηριστικά είτε πηγάζει από τη κυριαρχία είτε όχι.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 202, μάρτιος 2020

[1]. Ιστορία του Βιασμού, Georges Vigarello, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.