10 χρόνια από την δολοφονία του αναρχικού Λάμπρου Φούντα…

 «Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε μια επινοημένη ιστορία και στην αλήθεια, είναι το πόσο συχνά λέγεται μια ιστορία»

Είναι συχνό φαινόμενο πολλοί άνθρωποι αγωνιζόμενοι και μη να απομακρύνονται και μάλιστα από ένα σημείο και μετά συνειδητά από την αναζήτηση της αλήθειας ενός ζητήματος, περιοριζόμενοι στην υπεράσπιση –και μάλιστα με κάθε δυνατό τρόπο– της αιτίας για την οποία οι ίδιοι ενεπλάκησαν σε μια υπόθεση.

Η σύγχυση που προκύπτει είναι δεδομένη, και επιτείνεται με το πέρασμα του χρόνου, καθώς προστίθενται συνεχώς επί πλέον ζητήματα, τα οποία καλύπτουν σαν χιονοστιβάδα το «πτώμα», που πάση θυσία πρέπει να εξαφανιστεί δια παντός. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση εκτός των άλλων συντείνει κάθε εκδήλωση φανατισμού[1] που λειτουργεί ως συγκολλητική ουσία για την συγκρότηση παρατάξεων ή φατριών, που όσο πιο σφοδρά αντιπαρατίθενται άλλο τόσο συντεταγμένα και από κοινού συμφωνούν στην αποσιώπηση μιας βασικής αλήθειας: των κοινών τους ευθυνών.

Η στάση αυτή αναδεικνύεται εκκωφαντικά, όταν παρουσιάζεται μια «κρίση», όταν η διαχείριση μιας «ήττας», ενός «τέλους» ή μιας «ένδοξης συνέχειας» συνδέονται παρά τις υποτιθέμενες διαφορές τους μ’ έναν άρρηκτο δεσμό: την σιωπή για τους αληθινούς λόγους για τους οποίους ο «πύργος έπεσε», μ’ άλλα λόγια ουδέν νεώτερον ούτε τώρα ούτε ποτέ.

Τον πρώτο καιρό η κρυψίνοια, τα μισόλογα, οι σιωπές προβάλλονται ως απόρροια ενός δήθεν επιβεβλημένου (ψευδο)συνωμοτισμού και όταν η δικαιολογία αυτή καταρρέει, γιατί απλά ο «βασιλιάς» αποδεικνύεται θεόγυμνος, τότε η ομερτά επιβάλλεται εξ αιτίας του ότι ο πέλεκυς της καταστολής χαρακτηρίζεται βαρύς και ασήκωτος.

Τα λάθη, όσο βαριά και αν είναι, διορθώνονται εφ’ όσον αναγνωριστούν ως τέτοια, εφ’ όσον κινούμαστε αταλάντευτα στον δρόμο της γνώσης και άρα της μνήμης. Δίχως μνήμη δεν υπάρχει γνώση, δίχως γνώση δεν υπάρχει αλήθεια.

Πως μπορούμε, όμως, να τιμούμε την μνήμη ενός νεκρού συντρόφου, να μιλούμε για το «αυτονόητο» υπεράσπισης της συνέχισης του αγώνα, της «αναγνώρισης» του αγώνα του, όταν καλύπτουμε τους πραγματικούς λόγους, που εκείνος δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά μας; Ποιό είναι πραγματικά το «αυτονόητο»;

Μήπως έχει κάποια σχέση η έκφραση αλληλεγγύης[2] με την αποσιώπηση καταστάσεων όσο δυσάρεστες και αν είναι; Μα απολύτως καμμία.

Μήπως σ’ αυτές τις περιπτώσεις η «συνέχιση του αγώνα» μ’ αυτούς τους όρους, δεν είναι παρά δεδομένο ότι θα επιφέρει τα ίδια και χειρότερα, αφού ακόμη και άνθρωποι μικρόνοες καταλαβαίνουν τις επιπτώσεις, που έχει η απόκρυψη της αλήθειας σε τόσο σοβαρές καταστάσεις, όταν είναι «αυτονόητο» ότι θα επικρατήσουν αργά ή γρήγορα βαθιά παρακμιακές καταστάσεις με ανυπολόγιστο αντίκτυπο; Μήπως τότε και μόνο μπορούμε να μιλούμε πραγματικά για καταστολή;

Είναι γνωστό ότι οι συνέπειες μιας κατασταλτικής κίνησης εκ μέρους του κράτους, όχι μόνον δεν αφορούν τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά εκτείνονται και σε βάθος χρόνου. Η κατάσταση αυτή επιτείνεται, όταν το κράτος κατορθώνει εξ αρχής και επιβάλλει με άνεση, δίχως αντίλογο το αφήγημά του ακόμα και όταν είναι ηλίου φαεινότερο ότι ψεύδεται ασυστόλως.

Στις 10 Μαρτίου 2010 ο αναρχικός Λάμπρος Φούντας[3] πέφτει νεκρός από πυρά αστυνομικού στην Δάφνη κατά την διάρκεια προσπάθειας απαλλοτρίωσης αυτοκινήτου. Η είδηση παγώνει τις καρδιές όλων, όσων τον γνώριζαν.

Οι διωκτικές αρχές μέσω των γνωστών διαρροών τους στα ΜΜΕ δείχνουν από την πρώτη στιγμή να «καίγονται» στην κυριολεξία να τον παρουσιάσουν ως τον «τέλειο τρομοκράτη», τον «ήσυχο βιολόγο», τον «υπεράνω υποψίας», το «άφθαρτο πρόσωπο», που «στρατολογήθηκε», ακριβώς, λόγω αυτών των υποτιθέμενων χαρακτηριστικών του.

Ήταν τέτοια η πρεμούρα τους, που ήταν ολοφάνερο ότι η «επιτυχία» τους βρισκόταν σε άμεση και ίσως αποκλειστική συνάρτηση απ’ αυτή την κατασκευασμένη εντύπωση, που διέχεαν κατ’ εντολήν τα παπαγαλάκια τους.

Γράφαμε έναν χρόνο μετά: «Ποια η σκοπιμότητα τόσων και τόσων δημοσιευμάτων, που συντεταγμένα παρουσίαζαν ένα νεκρό “τρομοκράτη„ υπεράνω πάσης υποψίας, ενώ όπως είναι γνωστό από ένα πλήθος γεγονότων, ο Λάμπρος όχι μόνο δεν ήταν “υπεράνω πάσης υποψίας„, αλλά βρισκόταν υπό, τουλάχιστον, συχνή παρακολούθηση από τις διωκτικές αρχές;»[4]

Θα επαναλάβουμε, λοιπόν, το ερώτημα δίνοντας και την απάντηση.

Πότε πραγματικά ξεκινά η καταστολή[5], όταν εξελίσσεται η φανερή δραστηριοποίηση των κατασταλτικών δυνάμεων, που διαθέτει το κράτος ή όταν ο ψευτοσυνομωτισμός και η κρυψίνοια είναι ο φερετζές μιας πλήρους διάλυσης;

Πότε ξεκινά η «κατασταλτική δοκιμασία» με την δολοφονία του Λάμπρου Φούντα στις 10 Μαρτίου του 2010, ή προηγουμένως, με δεδομένο ότι η «οργάνωση» ΕΑ είχε να πληρώσει από τον Μάιο του 2009 κοινόχρηστα για ένα διαμέρισμα-γιάφκα, που μίσθωνε στην Κυψέλη με το όνομα Γιώργος Μανδαλώζης με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια να διαμαρτυρηθεί στο πατέρα του πραγματικού Μανδαλώζη, ο οποίος απευθύνθηκε αρχές Μαρτίου στην Αντιτρομοκρατική; Οι μπάτσοι, τότε, με την παρουσία του διαχειριστή της πολυκατοικίας ελέγχουν το διαμέρισμα και το ξανακλείνουν, προφανώς παρακολουθώντας έκτοτε, όποιον έμπαινε ή έβγαινε. Η «οργάνωση» μάλιστα πλήρωσε και στις 6 Απριλίου το ενοίκιο, δηλαδή λίγες ημέρες πριν την σύλληψη των «έξι».

Μπορεί, λοιπόν, ο νεκρός σύντροφος να βαπτίζεται «σημαία του ανατρεπτικού αγώνα», «ιερό πρόσωπο», να χαρακτηρίζεται ως «αθάνατος», άλλο τόσο όμως αθάνατη είναι και η παγερή αδιαφορία, 10 χρόνια μετά, να δοθεί είτε ατομικά είτε συλλογικά η παραμικρή εξήγηση στα τόσα ερωτήματα, αλλά και στις τόσες βεβαιότητες, αλλά και η ευθύνη του παραμικρού λάθους…

Όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν η οικογένεια του Λάμπρου Φούντα από την πρώτη στιγμή είχε μιλήσει για «φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς» της δολοφονίας του. Ο πατέρας του Γιώργος Φούντας έχει αναφέρει ότι αστυνομικός τού έχει δηλώσει ότι το βράδυ της 10ης Μαρτίου ο Λάμπρος βρισκόταν σπίτι του, άρα παρακολουθούνταν και εκείνη την ημέρα.

Επίσης, ο πατέρας του Λάμπρου είχε αμφισβητήσει εξ αρχής την έρευνα της Αστυνομίας καταγγέλλοντας ότι δεν του επιτράπηκε να έχει πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης και για τον λόγο αυτό προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο με μια πολυσέλιδη απόφαση τον περασμένο Οκτώβρη [3-10-2019 τον δικαίωσε εν μέρει (Fountas v. Greece, 50283/13)].

Στην απόφαση του ΕΔΔΑ, μάλιστα, αναφέρεται αναλυτικά το αποτέλεσμα της βαλλιστικής εξέτασης και της αυτοψίας στο σημείο της συμπλοκής. Συγκεκριμένα από το Zastava που βρέθηκε δίπλα στον Λάμπρο, είχαν πυροδοτηθεί δύο σφαίρες, η μία χτύπησε το περιπολικό και προήλθε «από άτομο που βρισκόταν στο 44 και όχι στο 33 της Κουντουριώτου», όπως ήταν η αρχική εκδοχή της Αστυνομίας. Στη βαλλιστική εξέταση αναφέρεται ότι από το πιστόλι Bereta του πρώτου αστυνομικού πυροδοτήθηκαν τρεις σφαίρες – μία κατέληξε στο μπαλκόνι πρώτου ορόφου, μία στην είσοδο της ίδιας οικοδομής κι ένα θραύσμα της τρίτης σε διπλανό κτίριο. «Το Seat Ibiza είχε μία τρύπα στη δεξιά πίσω κολώνα και μία στο πίσω παρμπρίζ. Ήταν από την ίδια βολίδα που είχε ελαφρά καθοδική τροχιά», αναφέρεται στην απόφαση. Η σφαίρα δεν βρέθηκε, επομένως συνάγεται ότι πυροδοτήθηκε από το υπηρεσιακό USP του δεύτερου αστυνομικού.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα[6]: «Ο ιατροδικαστής υπηρεσίας έκανε, την ίδια μέρα, την αυτοψία στο σημείο και την εξέταση στο νεκροτομείο. Εντόπισε ένα τυφλό τραύμα αριστερά πλάγια και προς τα πίσω στο στήθος του Φούντα. Η ιατροδικαστική έκθεση δεν αναφέρει τι ώρα έγινε η εξέταση. Ο πατέρας του 35χρονου ενημερώθηκε για τον θάνατο του γιου του γύρω στη 1 το μεσημέρι. Ζήτησε να διορίσει δικό του τεχνικό πραγματογνώμονα, όμως ενημερώθηκε ότι η αυτοψία είχε ήδη ολοκληρωθεί σε ένα μη ταυτοποιημένο πτώμα, όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ. Έναν μήνα μετά, στις 12 Απριλίου 2010, η Αντιτρομοκρατική διαβίβασε στην Εισαγγελία δικογραφία για έξι άτομα, που θεωρήθηκαν μέλη του «Επαναστατικού Αγώνα». Στην οργάνωση φέρεται να συμμετείχε και ο Φούντας. Στον φάκελο αναφερόταν η συμπλοκή στη Δάφνη, όμως διαφορετικά από τη δικογραφία που είχε ήδη ανοιχτεί. Ενδεικτικά, αναφερόταν ότι το περιστατικό συνέβη στον αριθμό 48 της Κουντουριώτου και όχι στο 33, ότι μια χειροβομβίδα βρέθηκε δίπλα στον Φούντα και όχι στην τσάντα του. Επίσης, ένα εξάρτημα ενδοεπικοινωνίας ήταν στην αριστερή τσέπη του τζάκετ του και όχι στο αυτί του. Στις 3 Ιουνίου, ο πατέρας και ο θείος του Φούντα κατέθεσαν μήνυση και ζήτησαν πρόσβαση στον φάκελο ως πολιτικώς ενάγοντες. Μέχρι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, δεν είχαν καμία ενημέρωση, αν και ο φάκελος πηγαινοερχόταν μεταξύ εισαγγελέα και ανακριτή. Ο Γιώργος Φούντας κλήθηκε για κατάθεση στον ανακριτή στις 12 Ιανουαρίου 2011. Δύο μέρες αργότερα, υπέβαλε υπόμνημα ζητώντας πρόσβαση στη δικογραφία και ενημέρωση για την ΕΔΕ που βρισκόταν παράλληλα σε εξέλιξη. Έναν χρόνο μετά, στις 27 Ιανουαρίου 2012, ο εισαγγελέας απέρριψε τη μήνυση λέγοντας ότι με βάση τρεις μαρτυρίες –της ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου, του ιατροδικαστή και ενός γείτονα– οι αστυνομικοί βρίσκονταν σε αυτοάμυνα και δεν μπορούσαν να επέμβουν με ηπιότερο τρόπο, καθώς δέχτηκαν αιφνιδιαστικές βολές από μικρή απόσταση, όπως αναφέρεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ. Ο εισαγγελέας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αστυνομικός πυροβόλησε μία φορά στον αέρα και τρεις προς τους υπόπτους, και ο δεύτερος μια φορά στον αέρα. Επί πλέον έκρινε ότι η βολίδα (για την ακρίβεια, το θραύσμα αυτής) που σκότωσε τον Φούντα, προήλθε από το πιστόλι Bereta του πρώτου αστυνομικού. Όλα τα παραπάνω έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα συμπεράσματα της βαλλιστικής εξέτασης. Τον Μάρτιο του 2012, ο πατέρας κατέθεσε προσφυγή κατά της εισαγγελικής διάταξης. Ζήτησε ξανά πρόσβαση στον φάκελο και επισήμαινε διαφορές μεταξύ της αρχικής δικογραφίας και του περιστατικού όπως περιγράφεται από την Αντιτρομοκρατική – πρόκειται για συνολικά 419 σελίδες, 93 φωτογραφίες και πέντε DVD με βίντεο. Στην αναφορά που κατέθεσε ο Γιώργος Φούντας, σημειώνεται ότι η σφαίρα από το πιστόλι Clock, που φέρεται να κρατούσε ο ύποπτος που διέφυγε, δεν βρέθηκε, κι επίσης ότι στο σημείο της συμπλοκής υπήρχαν ίχνη αίματος του γιου του σε απόσταση 40 μέτρων, στοιχείο που μπορεί να δείχνει ότι δεν πέθανε ακαριαία. Η απάντηση του αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ήταν ότι ο φάκελος είχε σταλεί στις δικαστικές Αρχές και ότι δεν υπήρχαν αντίγραφα. Στο μεταξύ, ήδη από τον Μάρτιο του 2011, η ΕΔΕ είχε καταλήξει ότι οι αστυνομικοί είχαν δράσει εντός των ορίων των καθηκόντων τους. Ο πατέρας Φούντας ζήτησε τον φάκελο της εσωτερικής διοικητικής έρευνας, όμως αυτή τη φορά αντέδρασαν οι δύο αστυνομικοί της συμπλοκής, που επικαλέστηκαν προσωπικά δεδομένα. Ο Φούντας απευθύνθηκε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και μόνο μετά από δική της παρέμβαση απέκτησε τελικά πρόσβαση στον φάκελο της ΕΔΕ. Αυτό συνέβη τον Νοέμβριο του 2016, δηλαδή μετά από εξίμιση χρόνια. Το ΕΔΔΑ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η έρευνα για τον θάνατο του Λάμπρου Φούντα έγινε μεν από ανεξάρτητες δικαστικές Αρχές, όμως δεν ήταν αποτελεσματική με την έννοια ότι δεν υπήρξε μια βασική εγγύηση, η πρόσβαση της οικογένειας στο υλικό της δικογραφίας. Το ΕΔΔΑ «κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο πλαίσιο του διαδικαστικού σκέλους της υπόθεσης, εξ αιτίας της ανεπαρκούς συμμετοχής του προσφεύγοντος στη διεξαγωγή έρευνας για το θάνατο του γιου του», σημειώνεται στο διά ταύτα. Το Ευρωδικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταβάλει αποζημίωση 15.000 ευρώ στον Γιώργο Φούντα για ηθική βλάβη».

Μάλλον απ’ ότι καταλαβαίνουμε όλα αυτά δεν έχουν καμμία σημασία, είναι ανάξια του οιοδήποτε σχολιασμού, είναι μια απόφαση άνευ αξίας για τα μέλη του ΕΑ, νυν και πρώην, αφού εκ μέρους τους δεν υπήρξε έστω μια λέξη, μια φράση, μια πρόταση, ένα σχόλιο. Σιωπή και από το «κίνημα». Απ’ όλους. Νίπτουν τα χέρια τους. Ούτε μια λέξη. Τα συμπεράσματα, όμως, βοούν. Ο Λάμπρος, λοιπόν, δολοφονήθηκε. Το ζήτημα, πλέον, είναι πόσες φορές…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 202, Μάρτιος 2020

[1]. Περί φανατισμού, «κρυφής αναρχίας» και συνωμοτικής δράσης, ο λόγος…, Συσπείρωση Αναρχικών, αναρχική εφημερίδα Διαδρομή Ελευθερίας, φ. 112, Ιανουάριος 2012.

[2]. Όταν το σκοτάδι δεν είναι μακριά, Συσπείρωση Αναρχικών, Διαδρομή Ελευθερίας, φ. 94, Μάιος 2010.

[3]. Αναφορά στον Λάμπρο Φούντα, Αναρχική Αρχειοθήκη, 11-3-2010.

[4]. Στην μνήμη του Λάμπρου Φούντα, Συσπείρωση Αναρχικών, 10-3-2011.

[5]. Το Ποντίκι, 24-10-2010, «Από την άλλη πάλι, τα σαΐνια της αντι­τρομοκρατικής δεν μας είπαν ολόκληρη την αλήθεια όταν μας έλεγαν είτε ότι διέ­κοψαν την παρακολούθηση Μαζιώτη είτε ότι τον ξαναβρήκαν μπροστά τους αμέ­σως μετά την εκκίνηση της έρευνας για τον Λάμπρο Φούντα. Η αλήθεια είναι ότι μας δούλευαν ψιλό γαζί στο πρώτο σκέ­λος, καθώς, όπως γράφαμε στο προηγού­μενο φύλλο, του είχαν γίνει στενότατος κορσές, ενώ από την άλλη εξακολούθη­σαν να δουλεύουν το… γαζί στους ίδιους εξοντωτικούς ρυθμούς, όταν μας παρου­σίασαν τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή τους ο αριθμός ή οι αριθμοί των καρτοκινητών του […] Το νέο σούπερ μηχάνημα της αντιτρο­μοκρατικής και της ΕΥΠ λέγεται XP και διαθέτει δυνατότητες σπασίματος της ανωνυμίας των καρτοκινητών. Ο «αναγνώστης» καρτοκινητών αποτελεί επίση­μο τεχνολογικό υπερόπλο των ελληνικών διωκτικών αρχών, αφότου έγινε ημιεπίση­μη προμήθεια δύο συσκευών. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών το ενέταξε στον σύγχρονο εξοπλισμό της τον περασμένο Ιούλιο, ενώ η αντιτρομοκρατική άρχισε ν’ απολαμβάνει τα… ευεργετήματα χρήσης του στα τέλη του 2009. Με αυτό έγινε εφικτή σταδιακά η απο­κωδικοποίηση όλων των αριθμών των καρτοκινητών τηλεφώνων που χρησιμο­ποιούσε ο Νίκος Μαζιώτης πολύ πριν από την ένοπλη συμπλοκή της Δάφνης στις 10 Μαρτίου, στη διάρκεια της οποίας έπεσε νεκρός ο Λάμπρος Φούντας, και φυσικά πολύ πριν καταλήξουν στον συγκεκριμένο αριθμό, μέσα από μια αλληλουχία άρσης επικοινωνιών ανάμεσα σε καρτοτηλέφωνα με τηλεκάρτες προς καρτοκινητά. Βασική, ικανή και αναγκαία προϋπόθε­ση για να σπάσει η ανωνυμία ενός καρτοκινητού είναι να υπάρχει ο… ύποπτος. Από τη στιγμή που ο στόχος της στενής παρα­κολούθησης βρίσκεται για παράδειγμα στα Καλύβια, όπως ο Νίκος Μαζιώτης, στήνεται σε κοντινή απόσταση και κατα­γράφει όλους τους αριθμούς των κινητών τηλεφώνων σε ακτίνα 200 μέτρων.»

[6]. Vice.com, 19-10-2019, Ο θάνατος του Λάμπρου Φούντα δεν ερευνήθηκε αποτελεσματικά, Η απόφαση του ΕΔΔΑ που δικαιώνει τον πατέρα του θεωρούμενου μέλους του ΕΑ.

Both comments and trackbacks are currently closed.