Η Σωκρατική Διαλεκτική ως η Επιτελεστικότητα Αποδόμησης του Εξουσιαστικού Λόγου.

Στην μνήμη Σταυρούλας Λαγκαδινού

Ι

Σωκρατική διαλεκτική. Πρέπει να δούμε τον Σωκράτη με τον τρόπο που έβλεπε και ο ίδιος τον εαυτό του· ο Σωκράτης θεωρούσε τον εαυτό του θεραπευτή της ψυχής.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα [Πολιτεία 439C-E] η ψυχή απαρτίζεται από τρία μέρη: (1) Το λογικό (λογιστικό): αφορά τις λογικές λειτουργίες. Το λογικό προστάζει και η κύρια αρετή εδώ είναι η φρόνηση, (2) Το συναισθηματικό (θυμοειδές): αφορά στον συναισθηματικό κόσμο (π.χ. συναισθήματα όπως ματαιοδοξία, υπερηφάνεια, θάρρος, έννοιες όπως της δικαιοσύνης, ηθικής, κ.λπ.). Το συναισθηματικό υπακούει τον νου (το λογιστικό) και η βασική του λειτουργία είναι να κρατάει υπό έλεγχο το ορεκτικό. Αρετή του θυμοειδούς είναι η γενναιότητα, (3) Το ορεκτικό (επιθυμητικό): έχει να κάνει με τις επιθυμίες. Αρετή του επιθυμητικού είναι η σωφροσύνη.

Τρεις είναι οι βασικοί νόμοι της σκέψης:

(α) Της μη-Αντίφασης: τίποτα δεν μπορεί να είναι την ίδια στιγμή α και όχι-α,

(β) Του Αποκλεισμένου Τρίτου: Κάθε πρόταση είναι είτε αληθής είτε ψευδής,

(γ) Της Ταυτότητας: Για όλα τα α: α=α.

Αυτοί οι νόμοι είναι αληθείς για δύο λόγους: (i) Είναι αυταπόδεικτοι (είναι θεμελιακοί, δεν υπάρχει κάτι πιο θεμελιακό απ’ αυτούς –ρυθμίζουν τη σκέψη, δίχως αυτούς η σκέψη δεν μπορεί να υλοποιηθεί), αν δηλαδή κάποιος παραβιάσει έναν απ’ αυτούς τους νόμους θα μιλάει και δεν θα λέει τίποτα, και (ii) Κι αν ακόμη προσπαθήσουμε να τους απορρίψουμε, θα χρησιμοποιήσουμε τους ίδιους τους νόμους για να τους αρνηθούμε (που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως αυτούς). Οι νόμοι της σκέψης είναι αναγκαίοι. Είναι πιο θεμελιώδεις από τους Νόμους της Φύσης. Η αναγκαιότητά τους είναι απόλυτη –σε ένα άλλο οικοσύστημα δεν λειτουργούν οι νόμοι της φύσης, αλλά δεν υπάρχει ούτε πραγματικός ούτε υποθετικός κόσμος στον οποίο ένα ον να σκέφτεται και να μην λειτουργούν οι νόμοι της σκέψης. (Η τυποποίησή τους ξεκίνησε από τον Αριστοτέλη και η μελέτη τους αποτέλεσε τη βασική μέριμνα των Σχολαστικών του Μεσαίωνα, που ένα από τα κύρια ενδιαφέροντά τους ήταν η λογική δομή της γλώσσας). Ο Πλάτων ωστόσο μας δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του νόμου της μη-αντίφασης, στην Πολιτεία [436Β].

Βέβαια, στη διάρκεια της διαλεκτικής διαδικασίας ο Σωκράτης προϋποθέτει και το θεωρεί αυτονόητο ότι ο συνομιλητής δεν παραβιάζει τους νόμους της σκέψης. Έτσι, δεν θεματοποιεί τον λόγο, δηλαδή, δεν εστιάζει την προσοχή του στο λόγο, αλλά σ’ αυτό που ο λόγος επιτελεί –ο λόγος στη διαλεκτική είναι εργαλείο, όπως εργαλείο είναι και το σφυρί γι’ αυτόν που καρφώνει (αυτός που καρφώνει δεν σκέφτεται το σφυρί αλλά αυτό που κάνει μετο-σφυρί). Το σφυρί έλκει την προσοχή του όταν γίνει ελαττωματικό και έτσι αποσυντεθεί από την χρήση του.

Η ψυχή τώρα συνιστά ένα αδιαίρετο σύνολο –ας το παρομοιάσουμε με τρεις κρίκους οι οποίοι συνδέονται με τέτοιο τρόπο ώστε αν ένας φύγει διαλύεται όλο το σύνολο. Η εικόνα που μας προσφέρει ο Πλάτων είναι ο μύθος του άρματος που το σέρνουν δύο άλογα, το θυμικό και το επιθυμητικό, όπου ηνίοχος είναι το λογιστικό. Κι αν ο ηνίοχος δεν κυβερνήσει σωστά, το άρμα θα συντριβεί. Αν όμως το θυμικό και το επιθυμητό υπακούν και το λογιστικό παίρνει τις σωστές αποφάσεις, τότε η ψυχή θα βρίσκεται σε αρμονία [Φαίδρος 246A-254E].

Για να έχει, λοιπόν, κάποιος καλή υγεία θα πρέπει και τα τρία μέρη της ψυχής να είναι εναρμονισμένα. Ο Σωκράτης είναι, επομένως, θεραπευτής της ψυχής όπως με αντίστοιχο τρόπο ένας φυσιοθεραπευτής είναι θεραπευτής του σώματος. Και πότε κάποιος είναι ψυχικά άρρωστος; Αν έχει εσφαλμένες (παράλογες) πεποιθήσεις ή αν επιθυμεί βλαβερά πράγματα ή αν κινητοποιείται από λάθος συναισθήματα, όπως για παράδειγμα από τη ματαιοδοξία.

Δεδομένου τώρα ότι οι πεποιθήσεις (παράλογες) αφορούν το λογικό μέρος της ψυχής, τον ηνίοχο, αν είναι εσφαλμένες θα επηρεάσουν και τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, οπότε θα διασπαστεί η συνοχή της ψυχής. Θα διασπαστεί όμως η συνοχή της ψυχής επίσης αν, από την άλλη μεριά, το λογιστικό μέρος δεν μπορέσει να ελέγξει τα συναισθήματα και τις ορέξεις. Η διαλεκτική επικεντρώνεται λοιπόν στο λογιστικό μέρος της ψυχής και έργο της είναι να ξεριζώσει τις εσφαλμένες – καθώς επίσης και παγιωμένες –πεποιθήσεις. Ο Σωκράτης όμως είναι “ουτοπικός” ή α-τοπικός, δεν έχει δηλαδή ως σημείο εκκίνησης έναν συγκεκριμένο τόπο, στην κυριολεξία δεν έχει κανέναν τόπο. Το σημείο εκκίνησής του, εργαλείο αλλά και εφαλτήριο για τη συζήτηση είναι η φημισμένη φράση: «Ένα πράγμα γνωρίζω ότι δεν γνωρίζω» [Απολογία 21D] –και αυτό είναι το βασικό εργαλείο· είναι το εργαλείο αποδόμησης. Και τι αποδομείται; Η δεδομένη και παγιωμένη πεποίθηση που έχει ο συνομιλητής για τον εαυτό του. Μια πεποίθηση που δεν είναι απλώς διανοητική αλλά αφορά συνολικά τον εαυτό. Ο συνομιλητής του νομίζει ότι γνωρίζει, είτε αυτό αφορά την αρετή ή τη δικαιοσύνη ή ο,τιδήποτε άλλο, και εξ αιτίας αυτής της πεποίθησης έχει υποστεί ένα είδος νοητικής φραγής: είναι εγκλωβισμένος μέσα στην αυταπάτη την οποία, εσφαλμένα, θεωρεί γνώση. Το έργο του Σωκράτη είναι να διαλύσει αυτό το μπλοκάρισμα και να τον οδηγήσει σε απορία (έλλειψη πόρων –το σημείο όπου έχουν εξαντληθεί τα επιχειρήματά του). Αυτή τη στιγμή –της απορίας– ο συνομιλητής δέχεται ένα τράνταγμα: το στερεό έδαφος πάνω στο οποίο στεκόταν υποχωρεί. Και μένει μετέωρος. Ακριβώς τώρα αποκτά συνείδηση του κενού. Σ’ αυτή τη στιγμή, το σημαντικό στοιχείο δεν είναι η αλήθεια αυτή καθ’ εαυτή –όπως είπαμε στόχος δεν είναι η αλήθεια –στόχος είναι η απορία ή η κρίση (ο κλονισμός)– και σε αυτή την απορία το άτομο αναγκάζεται ή μάλλον ωθείται να επανεξετάσει τον εαυτό του. Και εξετάζοντας τον εαυτό του βγαίνει (ή τουλάχιστον έχει τη δυνατότητα να βγει) από την αυταπάτη στην οποία βρισκόταν, βγαίνει από την άγνοια και οδηγείται στην αυτογνωσία. Η άγνοια, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι αιτία του κακού: αυτός που κάνει το κακό, το κάνει υπό το κράτος της άγνοιας –αν είχε γνώση, δεν θα έπραττε το κακό– γνώση και κακό είναι για τον Σωκράτη έννοιες ασυμβίβαστες. Κανείς δεν κάνει το κακό έχοντας γνώση: «Ουδείς εκών κακός» [Πολιτεία 589C, Τίμαιος 86D-C, Πρωταγόρας 358D]. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (και με τους Χριστιανούς αργότερα) η ηθική κακία συνδέεται με, ή απορρέει από, την άγνοια. Με αυτή την έννοια, το κακό δεν έχει αυτόνομη ύπαρξη, απλά συνιστά έλλειψη. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα του Ακινάτη, ο οποίος γράφει ότι το κακό είναι όπως και οι τρύπες στον τοίχο στον οποίο μοιραία θα επιφέρουν κατάρρευση [De Malo=Περί του Κακού]. Με άλλα λόγια το κακό είναι απουσία.

Το σημαντικό σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι το εξής: ο Σωκράτης πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι ενδογενώς καλός. Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο ουσιαστικό καλό και στο φαινομενικό καλό, όπου το πρώτο, το ουσιαστικό καλό, είναι συνθήκη ή προϋπόθεση για το δεύτερο. Ο συνομιλητής λοιπόν έχει μια άποψη του φαινομενικού καλού το οποίο εκλαμβάνει δίχως να το γνωρίζει ως το ουσιαστικό καλό. Με δεδομένο τώρα ότι ο άνθρωπος είναι ενδογενώς καλός, αν κάποιος έχει εσφαλμένες ηθικές πεποιθήσεις, θα πρέπει την ίδια στιγμή –δίχως να το γνωρίζει –να έχει βαθιά μέσα του αληθείς ηθικές πεποιθήσεις, οι οποίες, αν αντιπαραβληθούν με τις εσφαλμένες, θα τις ακυρώσουν. Αν, λοιπόν, κάποιος κρατιέται σφιχτά από μια εσφαλμένη πεποίθηση, θα έχει την ίδια στιγμή, δίχως να το συνειδητοποιεί, βαθιά μέσα του, πεποιθήσεις που θα αρνούνται την εσφαλμένη πεποίθηση, και αυτό θα του δημιουργεί μια εσωτερική σύγκρουση η οποία θα του προκαλεί μια συνεχή διαταραχή δίχως να μπορεί να βρει την αιτία της. Θα είναι δηλαδή ένας άνθρωπος διχασμένος, ένας άνθρωπος άρρωστος: θα βρίσκεται σε εσωτερική ζάλη. Αυτό ακριβώς, λοιπόν, επιδιώκει ο Σωκράτης: μέσα από τη διαλεκτική διαδικασία, να φέρει στο φως τις αληθείς πεποιθήσεις οι οποίες θα ακυρώσουν τις εσφαλμένες, με αποτέλεσμα να θεραπευτεί η ψυχή.

Αυτή είναι η βασική λειτουργία του σωκρατικού ελέγχου: από τη μια μεριά να ασκήσει κριτική στις παγιωμένες θέσεις και από την άλλη να τις απορρίψει. Αλλά η απόρριψη δεν είναι αυτοσκοπός της διαλεκτικής διαδικασίας. Ο Σωκράτης δεν θέλει να εξολοθρεύσει τον συνομιλητή του ούτε να κυριαρχήσει πάνω του. Αυτό που επιδιώκει είναι να τον βοηθήσει να ψάξει μέσα στον εαυτό του. Το σημείο εστίασης τώρα είναι η ηθική περιοχή –ζητήματα οικονομικά ή στενά πολιτικά ή επιστημονικά τον αφήνουν αδιάφορο, και αν κάποτε τα θίγει, το κάνει απλώς και μόνο για να εξηγήσει καλύτερα αυτό που θέλει να πει που, στην ουσία, δεν έχει καμιά σχέση με αυτά τα ζητήματα. Η διαλεκτική λοιπόν είναι αναζήτηση. Βέβαια αυτή η αναζήτηση δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα διανοητικό γύμνασμα ούτε καλλιεργείται για να γίνει όπλο κυριαρχίας. Αυτό που εξετάζει ο Σωκράτης είναι ο βίος και όχι κάποιες προτάσεις οι οποίες είναι ασύνδετες με τη ζωή. Ο Σωκράτης δεν στοχεύει απλά και μόνο στην προτασιακή γνώση, η βασική του επιδίωξη αφορά τη βιωματική γνώση: Η αρετή δεν είναι απλώς ζήτημα ορισμού αλλά τρόπου ζωής. Βέβαια, η αρετή δεν είναι ζήτημα επεισοδιακών πράξεων, όπου κάποιος κάνει το καλό απλά και μόνο επειδή βρίσκεται σε καλή διάθεση ή επειδή στοχεύει σε κάποια οφέλη. Αυτό που ενδιαφέρει το Σωκράτη είναι η ηθική προδιάθεση τού χαρακτήρα –η πράξη είναι το ενδεικτικό στοιχείο αυτής της προδιάθεσης: αυτό που καθιστά την πράξη ενάρετη είναι η κατάσταση της ψυχής, η εσωτερική κατάσταση του ατόμου που πράττει. Ο έλεγχος, λοιπόν, έχει δύο φάσεις: (α) Αρνητική: οι (εσφαλμένοι) ισχυρισμοί του συνομιλητή καταρρίπτονται, και (β) Θετική: ο συνομιλητής αποκτάει συνείδηση της κατάστασής του και θεραπεύεται.

Με τον έλεγχο η ψυχή γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Με μια διαφορά: η σύγκρουση τώρα, σε αντίθεση με την ασυνείδητη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο ουσιαστικό και στο φαινομενικό καλό, είναι συνειδητή. Αυτή τη στιγμή, ο συνομιλητής οδηγείται στο να κάνει μια βασική επιλογή: αυτή η επιλογή αφορά την ταυτότητά του ως άτομο, και είναι η στιγμή που επιλέγει ο ίδιος ή η ίδια τι είδους άτομο θέλει να είναι, τι είδους εαυτό θέλει να έχει. Τώρα, οι παράλογοι δεσμοί ή τα βλαβερά εξαρτήματα της όρεξης και του εγώ έρχονται στην επιφάνεια σε κοινή θέα. Τώρα το φαινομενικό καλό φανερώνεται ως αυτό που είναι: μια κάλπικη απομίμηση του αγαθού.

Η κάλπικη Bellona, δεν εμφανίζεται ως αυτό που πραγματικά είναι –ένα σιχαμερό ζωύφιο– αλλά, κάτω από το προσωπείο της Αρετής, και με περίτεχνο κάλυμμα μητρικής αφοσίωσης, κρύβει τα ύπουλα πλοκάμια της οργής και της ανεξέλεγκτης μανίας της. Παρουσιάζει την ακατάσχετη δίψα της για λεηλασία και πλιάτσικο σαν μέριμνα για τα παιδιά της. Με δόλο εξαπατά τους ανθρώπους και κλέβει τις εύπιστες καρδιές τους: και αυτοί ακολουθούν το θανατερό τέρας νομίζοντας πως είναι έργο της Αρετής και αφήνουν αυτό το μοχθηρό δαιμόνιο να τους αδράχνει με ευκολία και να τους αλυσοδένει [Prudentius, Psychomachia 556-567 –ελεύθερη απόδοση].

Αυτή ακριβώς η απομίμηση του αγαθού θα πρέπει να εξαλειφθεί ώστε να επιτευχθεί η κάθαρση της ψυχής. Έτσι λοιπόν, ο έλεγχος δεν είναι μια απλή διανοητική υπόθεση, αλλά κατάβαση του εαυτού στο εσώτερο γίγνεσθαι τού είναι, και αναγέννηση.

Επειδή τώρα στον διάλογο δεν υπάρχει εκ των προτέρων έννοια της αλήθειας και ο διάλογος είναι διαδικασία αναζήτησης και άμεσης συμμετοχής, ο συνομιλητής δεν προσλαμβάνει μια γνώση λίγο πολύ από δεύτερο χέρι που, στην καλύτερη περίπτωση, την οικειοποιείται, αλλά συμμετέχει ο ίδιος στην απόκτηση αυτής της γνώσης –είναι θα λέγαμε ενεργητικό και όχι παθητικό υποκείμενο όσον αφορά τη γνώση. Και εδώ βρίσκεται ο αντιεξουσιαστικός χαρακτήρας της σωκρατικής διαλεκτικής: ο Σωκράτης ενδιαφερόταν να μορφοποιήσει ενεργούς και όχι παθητικούς πολίτες, που απλώς θα υπάκουαν στη γνώση ή στην εξουσία. Με άλλα λόγια αν μάθεις να αποκτάς τη γνώση με ενεργητικό τρόπο συμμετέχοντας σ’ αυτήν και όχι προσλαμβάνοντάς την υπακούοντας παθητικά σε αυτά που σου λένε, θα είναι δύσκολο αργότερα να σκύβεις το κεφάλι.

Επίσης, αν το άτομο ως ακροατής αποδέχεται τη γνώση αυστηρά παθητικά, αν δεν είναι παρά ένας δέκτης των ιδεών –ένα φερέφωνο– του ομιλητή, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για μια σχέση ανάμεσα σε ίσους, για μια σχέση στην οποία το στοιχείο της εξουσίας είναι απόν, μιας εξουσίας που τραβάει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε αυτόν που γνωρίζει (την αυθεντία) και σε αυτόν που υπακούει. Στο Σωκρατικό διάλογο, οι συνομιλητές κάνουν ερωτήσεις και στη συνέχεια λαμβάνουν μέρος στις απαντήσεις. Έτσι ο λόγος αποκτάει ανάμεσά τους ένα είδος αμοιβαιότητας: οι συνομιλητές αλλάζουν ρόλους, ο καθένας μπαίνει στη θέση του άλλου –αυτός που ερωτά στη συνέχεια καλείται να απαντήσει, και αντίστροφα. Και με αυτή την έννοια, οι συνομιλητές είναι όμοιοι. Που σημαίνει ότι είναι αδύνατον ο ένας να πάρει εξουσιαστική στάση απέναντι σε κάποιον άλλο. Εδώ ο λόγος αποτελεί την ενότητα της διαφοράς.

Ο Πλάτων αντιδιαστέλλει τη διαλεκτική τέχνη με τη Σοφιστική. Στη σοφιστική (έτσι τουλάχιστον όπως την εννοεί ο Πλάτων), η γνώση είναι κάτι που υπαγορεύεται από την αυθεντία (και δεν ερευνάται) –είναι κάτι που ανταλλάσσεται με χρήματα. Για τον Σωκράτη όμως, η γνώση δεν είναι η αποδοχή μιας γνώσης που έρχεται από πάνω, όσο έγκυρη και αν είναι αυτή, την οποία το άτομο αναπαράγει σαν φωνογράφος. Αντίθετα, η γνώση επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή εκείνου που την αναζητά. Είναι με άλλα λόγια ένα προσωπικό επίτευγμα. Η φιλοσοφία με αυτή την άποψη, δεν έχει να κάνει με το να μαθαίνουμε έτοιμες αλήθειες. Αντίθετα, είναι μια πορεία αναζήτησης.

Ας πούμε τώρα λίγα λόγια για τον έλεγχο. Ο έλεγχος έχει τέσσερα χαρακτηριστικά: (1) Αυτό που εξετάζεται (π.χ. αρετή, ανδρεία, δικαιοσύνη) αποτελεί ένα κεντρικό σημείο στο αξιολογικό σύστημα τού υπό εξέταση ατόμου. (2) Απαιτείται (από τη διαλεκτική) ότι ο συνομιλητής λέει αυτό που πιστεύει. (3) Η εξέταση λαμβάνει χώρα σε κοινό τόπο (ή τουλάχιστον με άλλους συνομιλητές) όπου η εικόνα του συνομιλητή διακυβεύεται (ο εαυτός δεν είναι μόνος – έχει κοινωνική υπόσταση, υπάρχει ουσιαστικά σε σχέση με τους άλλους). (4) Ο συνομιλητής πιστεύει ότι γνωρίζει την αλήθεια.

O έλεγχος λοιπόν είναι αναζήτηση. Η ανασκευή (απόρριψη) της άποψης του συνομιλητή δεν είναι αυτοσκοπός –διαφορετικά η διαλεκτική του Σωκράτη θα ήταν εριστική. Στους εριστικούς διαλόγους στόχος είναι η νίκη. Στον Σωκράτη, το αντικείμενο της έρευνας είναι θετικό. Για τον Σωκράτη το να φιλοσοφείς σημαίνει να εξετάζεις. Στην εριστική διαλεκτική, όπου το κατεξοχήν αντικείμενο είναι η νίκη, ο συνομιλητής είναι ελεύθερος να πει οτιδήποτε θα του δώσει πλεονέκτημα στη συζήτηση. Στον έλεγχο όμως, που το πρωταρχικό αντικείμενο είναι η έρευνα για να ξεκαθαριστεί το έδαφος, ο συνομιλητής πρέπει να πει αυτό που πιστεύει έστω και αν με αυτό τον τρόπο χάσει στη “διαμάχη”.

Η διάρθρωση του ελέγχου είναι ως εξής:

(1)   Ο συνομιλητής βεβαιώνει τη θέση του με μια πρόταση (ας την ονομάσουμε «Α») την οποία ο Σωκράτης θεωρεί εσφαλμένη και πρέπει να απορριφθεί.

(2)   Ο Σωκράτης εξασφαλίζει από τον συνομιλητή συμφωνία σε μια πρόταση (ας την ονομάσουμε «Β») η οποία έρχεται σε κατάφωρη αντίφαση με την πρόταση «Α».

(3)   Ο συνομιλητής οδηγείται στο να συνειδητοποιήσει και να συμφωνήσει ότι η πρόταση «Β» την οποία έχει αποδεχθεί (στο 2) αντιφάσκει με την πρόταση «Α» (στο 1).

(4)   Έτσι αναιρεί την –αρχική– πρόταση «Α».

Αναφέρω με απλά λόγια ένα παράδειγμα από τον Γοργία [474C-475E] όπου ο συνομιλητής του Σωκράτη, ο Πώλος, ανασκευάζει την αρχική του θέση και αποδέχεται την ενάντια.

Ο Σωκράτης ρωτάει: «Τι είναι προτιμότερο, να αδικείς ή να αδικείσαι;» Ο Πώλος απαντάει: «Μα, σίγουρα, προτιμότερο είναι να αδικείς» (στη βάση ότι είναι οδυνηρότερο το να αδικείσαι από το να αδικείς). Σωκράτης: «Αυτός που αδικεί είναι αισχρός (κακός)»–δεδομένου ότι είναι αυτός που φέρνει το κακό στον κόσμο και όχι ο άλλος που το υπομένει. Ο Πώλος συμφωνεί. Σωκράτης: «Και αφού είναι κακός, δεν μπορεί να είναι καλύτερος από αυτόν που δεν είναι κακός» Ο Πώλος συμφωνεί. Σωκράτης: «Άρα αυτός που αδικεί είναι χειρότερος από αυτόν που αδικείται» (δεδομένου ότι αυτός που αδικεί φέρνει το κακό στον κόσμο). Ο Πώλος συμφωνεί. Σωκράτης: «Πώς γίνεται λοιπόν να προτιμάς να είσαι χειρότερος; Δεν είναι προτιμότερο να είσαι καλύτερος;». Συμπέρασμα: «Είναι προτιμότερο να αδικείσαι παρά να αδικείς». Η αρχική θέση του Πώλου ήταν πως είναι οδυνηρότερο να αδικείσαι, και με αυτή την έννοια προτιμότερο. Τώρα έχει ανασκευάσει τη θέση –αν και οδυνηρότερο είναι προτιμότερο. Σ’ αυτό το σημείο η σκέψη του Πλάτωνα ακολουθεί έναν κανόνα συναγωγής που οι σχολαστικοί ονόμασαν modus tollens (μέθοδο διάψευσης): «Αν Α τότε Β», «όχι-Β», «άρα όχι-Α»). Όσον αφορά την αρετή, η βασική ιδέα που βρίσκεται στο παρασκήνιο είναι η εξής: το οδυνηρό δεν συνιστά ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό του κακού, ούτε το ηδονικό συνιστά ένα αναγκαίο χαρακτηριστικό του αγαθού. Σε συμφωνία με αυτή την ιδέα, ο Αριστοτέλης γράφει: «Ευδαιμονία είναι η δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με την αρετή» –όπου η αρετή είναι αναγκαία συνθήκη για την ευδαιμονία· δίχως την αρετή δεν μπορεί να υπάρξει ευδαιμονία.

Ανακεφαλαιώνουμε. Στην αρχή της συζήτησης ο συνομιλητής του Σωκράτη θέτει την άποψή του, μια άποψη που θεωρεί δεδομένη και αμετακίνητη. Ο Σωκράτης αρχίζει τις ερωτήσεις, τον έλεγχο, με σκοπό, όχι απλώς να αμφισβητήσει και να απορρίψει τη θέση του συνομιλητή του (αυτή όπως ήδη είπαμε είναι η εριστική μέθοδος που, εξολοθρεύοντας τον συνομιλητή, στοχεύει στη νίκη), αλλά να οδηγήσει τον συνομιλητή να δει ότι αυτό που πιστεύει άκριτα ίσως να μην είναι έτσι. Ο Σωκράτης δεν στοχεύει στο να δημιουργήσει μια καινούρια θέση. Αντίθετα, η διαδικασία που ακολουθεί είναι αρνητική –θετικό είναι το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Δηλαδή, η διαδικασία του Σωκράτη είναι να οδηγήσει τον συνομιλητή σε απορία (αρνητικό στάδιο) και ως συνέπεια της απορίας ο συνομιλητής να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που πίστευε ως αναμφισβήτητο δεν ήταν έτσι (θετικό στάδιο). Βέβαια, καθώς ο Σωκράτης ξεκινάει από την αρνητική θέση σύμφωνα με την οποία “γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει”, η αρχική ερώτηση καταλήγει αναπάντητη. Αλλά ο Σωκράτης δεν ενδιαφέρεται για μια τελική απάντηση, κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια καινούρια παγιωμένη θέση. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να φωτιστεί το πρόβλημα και όχι να δοθεί λύση σ’ αυτό. Μ’ αυτή την έννοια, η διαλεκτική είναι μια διαρκής αναζήτηση στα μύχια του εαυτού. Και λέμε “στα μύχια του εαυτού” επειδή αυτό που ενδιαφέρει το Σωκράτη είναι ο εαυτός. Και ο εαυτός είναι αξεχώριστος από το αγαθό, και το αγαθό είναι αυτό που νοηματοδοτεί τον εαυτό –δίχως το αγαθό, ο εαυτός χάνει το νόημα της ύπαρξης.

Ένας από τους στόχους του Σωκράτη είναι να αμφισβητήσει την αυθεντία των πολιτικών οι οποίοι υποβάλλουν γνώμες με την αμφίεση της γνώσης και, λόγω της κοινωνικής τους θέσης, σπάνια αμφισβητούνται –η κοινωνική και πολιτική τους θέση εγγυάται για τη δήθεν εγκυρότητα των απόψεών τους και, βέβαια, δυσφορούν όταν οι γνώμες τους εξετάζονται. Αυτό που αποκαλύπτει η διαλεκτική είναι ότι η γνώση τους δεν είναι τίποτε άλλο από επιτήδευση. Ο κοινωνικός ρόλος της διαλεκτικής οδηγεί τον Σωκράτη σε ηθικο-πολιτικές ερωτήσεις, όπως «Είναι η αρετή διδακτέα;», ή «Είναι αναγκαίο να έχουμε έναν δάσκαλο για να μας μάθει την αρετή;». Ο Σωκράτης βέβαια πιστεύει ότι η αρετή βρίσκεται μέσα στον κάθε άνθρωπο, και, απλώς, με τον κατάλληλο τρόπο –με τη διαλεκτική –αφυπνίζεται. Και πώς γίνεται αυτό; Η εξής φράση είναι χαρακτηριστική: «Γνώρισε τον εαυτό σου» [Χαρμίδης 164d] –που μας φέρνει στο νου τη φημισμένη προτροπή του Οράτιου: Sapere Aude! (Τόλμησε να σκεφτείς!). Έτσι λοιπόν η αρετή βρίσκεται μέσα στον καθένα μας και δεν είναι αποτέλεσμα τεχνικής, ούτε επιδεξιότητας ούτε διδασκαλίας, ούτε βέβαια αντικείμενο χορηγίας.

Κι αν δεν ενεργοποιήσουμε την αρετή που βρίσκεται μέσα μας, αργά ή γρήγορα θα οδηγηθούμε στο αναπόφευκτο –στο Ροβεσπιέρο: «Η αρετή δίχως τον τρόμο είναι κενή έννοια» [Ομιλία στη Συμβατική, 5/2/1794]. Αλλά αυτό είναι το πρώτο στάδιο. Το επόμενο που ακολουθεί είναι η απόλυτη απελπισία: «Τρόμος δίχως αρετή».

Ας πούμε τώρα, πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, λίγα λόγια, ιδιαίτερα σχηματικά και συνοπτικά, για τη διάκριση ανάμεσα στη διαλεκτική και στη ρητορική. Το κοινό χαρακτηριστικό και των δύο είναι η πειθώ. Αλλά στη διαλεκτική η πειθώ πρέπει να είναι το αποτέλεσμα αυστηρά λογικής διαδικασίας, εδώ οι προτάσεις, έστω και αν αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο άτομο, αφορούν όλα τα άτομα καθολικά –ό,τι ισχύει για τους συμμετέχοντες στη διαλεκτική ισχύει για όλους (εμβέλεια της διαλεκτικής είναι η καθολικότητα)– ενώ, από την άλλη μεριά η ρητορική αφορά συγκεκριμένα άτομα (εμβέλεια της ρητορικής είναι η γενικότητα), έχει μόνον μία κατεύθυνση –από τον ρήτορα προς τους δέκτες –και κάνει χρήση όχι μόνο του λόγου αλλά και του συναισθήματος (π.χ. τόνο της φωνής, ένταση, κ.λπ.). Η διαλεκτική λοιπόν είναι η διαδικασία της λογικής δομής και απευθύνεται στη σκέψη, ενώ η ρητορική στοχεύει στην πράξη. Και είναι γνωστό ότι ο λόγος από μόνος του δεν κινεί. Εκείνο που κινεί είναι η όρεξη. Έτσι, η ρητορική, που στοχεύει στην κινητοποίηση του ατόμου, πρέπει να απευθυνθεί στην όρεξη –στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής, έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις αυτό αντιστρατεύεται το λόγο. Με αυτή την έννοια, η ρητορική δεν ενδιαφέρεται τόσο για τη σωστότητα όσο για την αποτελεσματικότητα –ή μάλλον, το αποτελεσματικό για τη ρητορική είναι και το σωστό.

Τέλος, για την ηθική χρήση του λόγου είναι χαρακτηριστική μια υπόδειξη του Αυγουστίνου: «Αν μιλάς με ευφράδεια (πειστικά) και με σοφία, θα εκφράζεις αλήθειες που είναι αποτελεσματικές […] αλλά αυτός που δεν μπορεί να μιλάει με ευφράδεια και σοφία, είναι προτιμότερο να μιλάει με σοφία δίχως ευφράδεια παρά με ευφράδεια δίχως σοφία» [De Doctrina Christiana, 28 §61].

ΙΙ

Επιτελεστικότητα. Η έννοια της επιτελεστικότητας εισήχθη στη φιλοσοφία από τον J.L. Austin [Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις, έκδ. ΕΣΤΙΑ]. Ο Austin διακρίνει, μεταξύ άλλων, ανάμεσα στις περιγραφικές και στις επιτελεστικές εκφορές. Οι πρώτες καθρεφτίζουν ή περιγράφουν μια κατάσταση πραγμάτων και είναι αληθείς αν βρίσκονται σε αντιστοιχία με τον κόσμο (η πρόταση «έξω βρέχει» είναι αληθής αν υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στην πρόταση και στον κόσμο, αν δηλαδή έξω βρέχει). Από την άλλη μεριά, οι επιτελεστικές εκφορές είναι συντελεστικές πράξης –δεν δηλώνουν απλώς κάτι, αλλά κάνουν: «Η διατύπωση της εκφοράς είναι η επιτέλεση μιας πράξης» [σ. 26]. Ένα από τα παραδείγματα επιτελεστικών εκφορών που προσφέρει ο Austin είναι το εξής: «Δέχομαι αυτή τη γυναίκα ως νόμιμη σύζυγό μου» [σ.24] (στην εκκλησία, με την παρουσία ιερέα, με τις κατάλληλες συμπεριφορές, κ.λπ.). Ένα άλλο, δικό μας, παράδειγμα: ο αξιωματικός φωνάζει στους στρατιώτες «Πυρ!». Το πρόβλημα όμως με τον τρόπο που εννοεί και χρησιμοποιεί ο Austin τις επιτελεστικές εκφορές είναι το εξής: Προϋποθέτουν και, δεν είναι δυνατό να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από, μια ήδη υπάρχουσα σύμβαση ή θεσμό. Στο πρώτο από τα παραδείγματα που παραθέσαμε, προϋποτίθεται ο θεσμός του γάμου, στο δεύτερο η υπακοή προς τους ανωτέρους. Βέβαια, η επιτελεστική εκφορά, σε αντιδιαστολή προς την περιγραφική εκφορά, αλλάζει αυτό στο οποίο αναφέρεται (π.χ. ανακηρύσσει –και κάνει– δύο άτομα συζύγους, ενώ πριν ήταν μόνοι τους). Αλλά αλλάζει με τον τρόπο που υπαγορεύεται από τη σύμβαση ή τον θεσμό δίχως να επιτρέπει καμία παρέκκλιση. Και, συγκεκριμένα, το πρόβλημα είναι το εξής: το σύστημα μας εφοδιάζει με κατασκευασμένες κατηγορίες ή έννοιες και απαιτεί από μας να επιτελούμε με βάση αυτές τις κατηγορίες ή έννοιες με τον τρόπο όμως που τις εννοεί το σύστημα –με τον τρόπο δηλαδή που εννοεί έννοιες όπως “δημοκρατία”, “ελευθερία”, και «άλλα ηχηρά παρόμοια». Για παράδειγμα, ένας εργάτης έχει μάθει να λέει: «Διεκδικώ το δικαίωμα στην εργασία». Αλλά, από ποιους το διεκδικεί; Από αυτούς τους ίδιους τους εκμεταλλευτές που του απονέμουν το δικαίωμα! Με αυτόν τον τρόπο, η χρήση της επιτελεστικότητας που κάνει, όχι μόνο ενισχύει το σύστημα αλλά, επιπρόσθετα, υποθηκεύει τον εαυτό του σ’ αυτό και εναποθέτει διηνεκώς τον εαυτό του για θυσία στο βωμό της εκμετάλλευσης. Εμείς, ωστόσο, διαβλέπουμε και μια διαφορετική χρήση της επιτελεστικότητας: μια χρήση που δεν επικυρώνει ούτε αποδέχεται το σύστημα, αλλά, αντίθετα, το αμφισβητεί, το απαξιώνει και το ακυρώνει.

Η άλλη χρήση της επιτελεστικότητας συνίσταται στο να βλέπουμε τον εαυτό μας με δυνατότητες, και όχι με τον τρόπο που μας βλέπει το σύστημα και που μας επιβάλλει να βλέπουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, όπως έλεγε κι ένας παλιός μας φίλος –με τον οποίο χώρισαν οι δρόμοι μας –«Σαν ένα σακί με πατάτες». Το να δεις όμως τον εαυτό σου με δυνατότητες σημαίνει διάνοιξη του ορίζοντα. Αλλά τι είναι ο ορίζοντας; Είναι η διάσταση μέσα στην οποία οι πράξεις και οι σκέψεις αποκτούν νόημα. Αυτή η διάσταση όμως, δεν περιορίζεται (ή τουλάχιστον δεν πρέπει να περιορίζεται) στο άμεσο, στο συγκεκριμένο, και στο αναγκαίο. Αντίθετα, ο ορίζοντας διανοίγεται δυνητικά στο άπειρο. Το να έχουμε ορίζοντα σημαίνει ότι μπορούμε και βλέπουμε πέρα από αυτό που είναι στο χέρι μας, αλλά δεν βλέπουμε απλώς μακριά, βλέπουμε καλύτερα. Ο ορίζοντας δείχνει προς ένα όριο εμπειρίας που κείται εκτός εμπειρίας. Στέκεται ως η ορμή της υπέρβασης του εαυτού –ως η ορμή που εμψυχώνει τον εαυτό. Ερχόμαστε τώρα, στο δεύτερο στάδιο της επιτελεστικότητας: πραγματοποιούμε μια ιδέα που η καταγωγή της βρίσκεται και πάλι στη σωκρατική διαλεκτική: πραγματοποιούμε τη συγχώνευση των οριζόντων [όρος του Hans-George Gadamer, Truth and Method]. Τώρα βγαίνουμε από την υποκειμενικότητά μας και μπαίνουμε σε ένα πεδίο συλλογικής σκέψης και δράσης.

Τώρα αρνούμαστε τα όριά μας –τα όρια που μας έχει επιβάλλει ένας προσχεδιασμένος κόσμος, που το μόνο που κάνει είναι να μας εγκλωβίζει και να μας αναλώνει. Τώρα βγαίνουμε από την κατάσταση της αδρανούς ύπαρξης και μεταστοιχειωνόμαστε σε πρόσωπα.

Είναι αυτό ακριβώς που κάνει ο Σωκράτης. Χρησιμοποιεί την “επιτελεστικότητα” όχι με τον τρόπο που την υπαγορεύει το σύστημα ή ο κυρίαρχος εξουσιαστικός λόγος. Αυτό που κάνει ο Σωκράτης είναι να αρνείται κάθε προσχεδιασμένο κόσμο, να διανοίγει τους ορίζοντες προς το άπειρο, και να φανερώνει καινούριες δυνατότητες –δυνατότητες που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στον κάθε άνθρωπο, αλλά που σε πολλούς από μας έχουν περιπέσει σε νάρκη. Βυθιζόμαστε όλο και πιο βαθιά σ’ έναν εφιαλτικό ύπνο από τον οποίο, το ξύπνημα, κάθε μέρα που περνάει και κάθε νύχτα που έρχεται, γίνεται όλο και περισσότερο οδυνηρό, γίνεται όλο και λιγότερο εφικτό. Κάτω από αυτή την οπτική, η σωκρατική διαλεκτική ως πράξη επιτελεστικότητας είναι πρώτα απ’ όλα μια πράξη αφύπνισης. Συνιστά άλμα προς τα εμπρός.

ΙΙΙ

Η εικόνα του Σωκράτη. Αν ήταν να δώσουμε την εικόνα του Σωκράτη με μια πρόταση, θα λέγαμε ότι είναι αυτός που αμφισβήτησε τον κυρίαρχο και εξουσιαστικό λόγο. Και θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με τον Αίσωπο. Ο Αίσωπος αμφισβήτησε τον κυρίαρχο λόγο των ανθρώπων με το να δώσει λόγο στα όντα που, λόγω της φύσης τους, δεν έχουν λόγο και, μη έχοντας λόγο, κακοποιούνται: τα ζώα. Από την άλλη μεριά, ο Σωκράτης αφαίρεσε (ή τουλάχιστον, προσπάθησε να αφαιρέσει) το λόγο από εκείνους που, λόγω της θέσης τους, έχουν λόγο και, έχοντας λόγο, κακοποιούν: τους εξουσιαστές.

Βέβαια, και οι δύο πλήρωσαν το τίμημα και το πλήρωσαν ακριβά: με τη ζωή τους.

Π.Π.Ν.Σ.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 180, Μάρτιος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.