Μια βιογραφία του βούλγαρου αναρχικού Τίνκο Σίμωφ

«Ο Τίνκο Σίμωφ ήταν ένας από τους πρώτους αναρχικούς στη Βουλγαρία και ο τελευταίος από τους αντάρτες που έπεσε στον αγώνα μετά από πολλά χρόνια ζωής στην παρανομία… Ήταν ένας άνθρωπος με πνευματικότητα, ευγένεια, καλοσύνη και ευαισθησία. Ποιητής και συναισθητικός, αγάπησε με πάθος τη φύση, την οποία γνώριζε καλά, θαυμάζοντας το τραγούδι των πουλιών στο δάσος και σκαρφαλώνοντας συχνά σε δέντρα για να επισκευάσει τις κατεστραμμένες φωλιές». Μπαλκάνσκι (Γκεώργκι Γκλιγκόριεφ, βούλγαρος αναρχοκομμουνιστής, 1906-1996).

Η εκκλησία στη Σόφια μετά την βομβιστική επίθεση

Ο Τίνκο Σίμωφ γεννήθηκε το 1887 στο χωριό Balgarene, κοντά στο Λόβετς της Βουλγαρίας, σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Εκπαιδεύτηκε σε πρώτο βαθμό στο σχολείο του χωριού του και αργότερα σπούδασε στο Δημοτικό Λύκειο του Λόβετς. Εδώ εντάσσεται σε έναν κύκλο μαρξιστικών σπουδών και λόγω αυτού του γεγονότος εκδιώκεται από το λύκειο. Συνεχίζει την εκπαίδευσή του στο Γκαμπόρο.

Αρνείται να συμμετάσχει στον πρώτο και τον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο και αποφεύγει την επιστράτευση. Φυλακίζεται, αλλά καταφέρνει να δραπετεύσει, συνεχίζοντας τον αγώνα ενάντια στη συμμετοχή της Βουλγαρίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως αποτέλεσμα αυτού, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην κεντρική φυλακή στη Σόφια. Είναι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου φυλάκισης που γίνεται αναρχικός, με την επιρροή των συγκρατουμένων του αγωνιστών Gueorgui Cheitanov και Zhelyu Grozev.

Μετά τον πόλεμο απελευθερώνεται και πιάνει δουλειά στην πόλη Γκόρνα Ορυαχοβίτσα, εργαζόμενος σε εργοστάσιο επεξεργασίας ζάχαρης. Το 1919-1920 συμμετέχει στην μεγάλη απεργία στη Σόφια, η οποία αρχικά οργανώθηκε από σιδηροδρομικούς και ταχυδρομικούς υπάλληλους, αλλά μετά πλαισιώθηκε από ανθρακωρύχους και εργάτες στους τηλέγραφους και εξαπλώθηκε σε μια σειρά βουλγαρικές πόλεις (Ντούπνιτσα, Πέρνικ, Στάρα Ζαγκόρα, Νόβα Ζαγκόρα, Πλέβεν, Λομ κ.ά.). Συνολικά, πάνω από 25.000 εργαζόμενοι στις μεταφορές και τις επικοινωνίες παίρνουν μέρος στην παμβουλγαρική απεργία της 27ης Δεκεμβρίου 1919. Μπροστά σ’ αυτή την έκρηξη εργατικής δυσαρέσκειας, η κυβέρνηση των Αγροτιστών συμμαχεί με τους Σοσιαλιστές που διατηρούν επιρροή σε κάποια συνδικάτα και δουλεύουν για τη διάσπαση του απεργιακού μετώπου, ενώ ταυτόχρονα επιστρατεύει τους απεργούς και κινείται εκδικητικά εναντίον των οικογενειών τους με συλλήψεις και αποπομπές από κοινωνικές υπηρεσίες. Κάτω απ’ αυτή την πίεση, ο απεργιακός κύκλος κλείνει στις 19 Φεβρουαρίου 1920, όμως το ρήγμα μεταξύ Κομμουνιστών και Αγροτιστών έχει ήδη βαθύνει.

Με την κατάρρευση της απεργίας ο Τίνκο Σίμωφ επιστρέφει στο Μπαλγκάρνε όπου εργάζεται σε διάφορες χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, ως κτίστης, πυροσβέστης και ξυλοκόπος.

Συμμετέχει στην ίδρυση της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών της Βουλγαρίας (FACB).

Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος από στρατιωτικούς αξιωματικούς κατά της αγροτικής κυβέρνησης του Σταμπολιίσκυ το 1923, ο Τίνκο Σίμωφ εργαζόταν στην Πλέβεν. Συλλαμβάνεται και στη συνέχεια τίθεται υπό κράτηση στο χωριό του. Εκεί κατορθώνει να επιβιώσει από αρκετές απόπειρες δολοφονίας του από τον στρατό.

Σύντομη αναφορά στην Ιστορική περίοδο

Μετά το πραξικόπημα, στις 9 Ιονίου 1923 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση υπό τον Αλεξάντερ Τσανκώφ, η οποία παίρνει και την έγκριση από τον Τσάρο Μπορίς τον Γ΄.

Παράλληλα ξεκινάει πογκρόμ εναντίον των οπαδών του αγροτικού κόμματος αλλά και αριστερών, κομμουνιστών και αναρχικών. Μάλιστα ο πρωθυπουργός και ηγέτης των Αγροτιστών συλλαμβάνεται από οπαδούς της ΕΜΕΟ (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) (BMRO) και δολοφονείται, ενώ το σώμα του κατακρεουργείται και γίνεται αντικείμενο επίδειξης και χλευασμού από τους εθνικιστές βουλγαρομακεδόνες. Ωστόσο, κατά τόπους συγκροτούνται αυθόρμητα κοινές ένοπλες ομάδες αγροτιστών, κομμουνιστών και αναρχικών, οι οποίες συγκρούονται για λίγες ημέρες με τους υποστηρικτές του πραξικοπήματος, ώσπου να κατασταλούν από τις υπέρτερες, καλύτερα οργανωμένες και εξοπλισμένες δυνάμεις των πραξικοπηματιών.

Το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΒΚΚ), μετά από πίεση και επιρροή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) και του Βασίλ Κολάρωφ, θα υιοθετήσει τη θέση για ολόπλευρη προετοιμασία για «μαζική ένοπλη εξέγερση», μη λαμβάνοντας υπ’ όψη τους διαφωνούντες που υπενθυμίζουν ότι «δεν έχει οργανωθεί μια μαζική διαδήλωση μετά το πραξικόπημα της 9ης Ιούνη». Οι προετοιμασίες της εξέγερσης πέφτουν στην αντίληψη της κυβέρνησης Τσανκώφ. Στις 6 Σεπτέμβρη, ο Υπουργός Εσωτερικών της Βουλγαρίας ενημερώνει την κυβέρνηση ότι οι κομμουνιστές ετοιμάζονται για επανάσταση στα πρότυπα των Ρώσων μπολσεβίκων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Υπουργείου Εσωτερικών, η εξέγερση είναι προγραμματισμένη για τις 17 Σεπτεμβρίου. Έτσι, οι κρατικές Αρχές προετοιμάζουν πογκρόμ συλλήψεων κομμουνιστών ηγετών που θα ξεκινήσει τα ξημερώματα της 12ης Σεπτεμβρίου. Εκείνο το πρωί κάπου 300 μέλη και στελέχη του ΒΚΚ στη Σόφια θα συλληφθούν.

Έτσι, η εξέγερση ξεσπά πρόωρα σε διάφορες περιοχές της βουλγαρικής επαρχίας και χιλιάδες κομμουνιστές, αναρχικοί, αγροτιστές και ανένταχτοι εργάτες και χωρικοί θα λάβουν μέρος σ’ αυτή.

Η ΚΕ του ΒΚΚ, εν μέσω διαφωνιών, αποφασίζει στις 20 Σεπτεμβρίου γενικό ξεσηκωμό μεταξύ 22 και 23 Σεπτέμβρη. Επικεφαλής της Επαναστατικής Επιτροπής ορίζονται οι Γκεώργκι Δημητρώφ, Βασίλ Κολάρωφ και Γκαβρίλ Γκένωφ.

Η δυνατότητα προετοιμασίας της κυβέρνησης από τις αρχές Σεπτεμβρίου, καθώς και οι προληπτικές συλλήψεις που επέφεραν την παράλυση του κομματικού μηχανισμού του ΒΚΚ στις μεγάλες βουλγαρικές πόλεις (Σόφια, Πλόβντιβ, Βάρνα, Μπουργκάς) δίνει την ευχέρεια στον κρατικό μηχανισμό να κινητοποιήσει μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένες από τους εξεγερμένους. Η Σοβιετική Ένωση εξετάζει στις 26 Σεπτεμβρίου την αποστολή 120 πλήρως εξοπλισμένων Βούλγαρων υπηκόων της με σκοπό να βοηθήσουν την εξέγερση, όμως είναι ήδη αργά. Στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου, η μεγάλη μάζα των εξεγερμένων ενόπλων περνά σε γιουγκοσλαβικό έδαφος εγκαταλείποντας τη Βουλγαρία. Μαζί τους είναι και η ηγεσία του ΒΚΚ και της εξέγερσης. Οι Δημητρώφ και Κολάρωφ δεν θα επιστρέψουν σε βουλγαρικό έδαφος παρά μόνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τις επόμενες ημέρες εκδηλώνονται μόνο σποραδικές συγκρούσεις σε χωριά μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και εγκλωβισμένων ομάδων επαναστατών. Η εξέγερση λαμβάνει τέλος με περίπου 1.000 νεκρούς απ’ την πλευρά των επαναστατών. Ακολουθούν συλλήψεις όσων δεν κατάφεραν να φύγουν εκτός συνόρων. Παρ’ όλα αυτά και μετά την καταστολή της εξέγερσης του Σεπτέμβρη του ’23, στα βουνά της Βουλγαρίας συνεχίζουν να δρουν μικρές ένοπλες ομάδες αναρχικών και κομμουνιστών. Στις αρχές του 1924, το ΒΚΚ τίθεται εκτός νόμου, καθεστώς το οποίο διατηρείται μέχρι το 1944.

Η βομβιστική επίθεση στον καθεδρικό ναό της Αγίας Κυριακής (St. Nedelya) της Σόφιας

Στις 14 Απριλίου 1925, μια αναρχική ομάδα πραγματοποιεί αποτυχημένη επίθεση με στόχο τον Τσάρο της Βουλγαρίας Μπορίς Γ΄, στο ορεινό Πέρασμα Αραμπάκονακ. Την ίδια μέρα δολοφονείται και ο στρατηγός Κωνσταντίν Γκεοργκίεφ, πριν τη βραδινή λειτουργία, σε κεντρική εκκλησία της Σόφιας, αφιερωμένη στους μαθητές του Κύριλλου και του Μεθόδιου. Η τελετή για την κηδεία του στρατηγού ανακοινώνεται ότι θα γίνει δύο μέρες αργότερα, στις 16 Απριλίου 1925, στον καθεδρικό ναό της Αγίας Κυριακής και, λόγω του υψηλού του βαθμού στην ιεραρχία του στρατεύματος, θα παρευρίσκονται όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του Τσάρου. Μέλη της Ομοσπονδίας Αναρχικών Κομμουνιστών της Βουλγαρίας κατορθώνουν να τοποθετήσουν περίπου 25 κιλά εκρηκτικά σε μία από τις στήλες του κύριου θόλου στην νότια είσοδο του ναού και να απλώσουν μακρύ φυτίλι, (κατά κάποιες αναφορές είχε μήκος περισσότερο από 15 μέτρα), για να τα πυροδοτήσουν και να ξεφύγουν.

Για λόγους, που ακόμα δεν έχουν διευκρινιστεί, ο βασιλιάς δεν φτάνει στην εκκλησία στην ώρα του. Παρ’ όλα αυτά στις 15:20 τα εκρηκτικά ανατινάσσονται, ο θόλος της εκκλησίας πέφτει. Σκοτώνονται επί τόπου πάνω από 150 άτομα, κυρίως εκπρόσωποι της βουλγαρικής στρατιωτικής, πολιτικής και κοινωνικής ελίτ, μεταξύ των οποίων 12 στρατηγοί, 15 συνταγματάρχες, 7 αντισυνταγματάρχες, 3 ταγματάρχες, 9 λοχαγοί, 3 βουλευτές και πλήθος πολιτών, ενώ τραυματίζονται άλλα 500 άτομα.

Μετά την βομβιστική επίθεση, το κράτος εξαπολύει ένα τεράστιο κύμα καταστολής, το οποίο έγινε γνωστό ως «τα γεγονότα του Απριλίου». Πάνω από 500 άνθρωποι δολοφονούνται από το στρατό. Ο Σίμωφ περνά στην παρανομία και έρχεται σε επαφή με τον αναρχικό Βασίλι Πόπωφ. Μαζί σχηματίζουν μια ένοπλη μονάδα (Cheta) αποτελούμενη από αναρχικούς και κομμουνιστές. H περιοχή που δρουν είναι το Τρόιαν. Στις 23 Νοεμβρίου 1925 εκτελούν τον επικεφαλής της αστυνομίας της επαρχίας Νικολάι Τίφτσεφ, γνωστό και ως Καρντζί Οσμάν, ο οποίος είχε συμβάλει σε ορισμένες από αυτές τις δολοφονίες. Ο Τίφτσεφ είχε επιζήσει από μια προηγούμενη απόπειρα εκτέλεσής του από την ομάδα Πόπωφ – Σίμωφ. Η ομάδα άφησε στο σώμα του ένα μήνυμα που έγραφε: «Φτύστε σε αυτό το πτώμα και φύγετε. Πηγαίνετε στο πλησιέστερο χωριό και πείτε ότι εδώ έχει πέσει νεκρό από τους επαναστάτες το μεγαλύτερο κάθαρμα και σαδιστής της χώρας μας, ο Καρντζί Οσμάν».

Το 1926 η ομάδα συγκρούεται σε πολλές περιπτώσεις με την αστυνομία, σε διάφορες προσπάθειες απελευθέρωσης υποστηρικτών τους από τη φυλακή, που όμως απέτυχαν. Το 1927 προσπαθούν να ληστέψουν την Αγροτική Τράπεζα στο Τρόιαν για να χρηματοδοτήσουν τις δραστηριότητες τους. Σε ανταλλαγή πυροβολισμών ο Πόπωφ τραυματίζεται και στη συνέχεια αυτοκτονεί για να μην πέσει στα χέρια της αστυνομίας. Ο Τίνκο Σίμωφ καταφέρνει να διαφύγει και για το επόμενο έτος εξακολουθεί να συμμετέχει σε μια μικρή ένοπλη ομάδα, η οποία στη συνέχεια αποσύρεται στη Γιουγκοσλαβία. Στα επόμενα χρόνια, ο Σίμωφ ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη και έρχεται σε επαφή με αναρχικές οργανώσεις.

Το 1934 επιστρέφει στη Βουλγαρία και προσπαθεί να συνεχίσει την ένοπλη δράση, αλλά με μικρή επιτυχία. Κρύβεται για αρκετό καιρό στο χωριό Λομέτς. Εκεί αστυνομικές δυνάμεις τον ανακαλύπτουν και τον περικυκλώνουν. Αν και τραυματισμένος βαριά, καταφέρνει να ξεφύγει. Πηγαίνει στη Βαλγάρνε, όπου και κρύβεται στον αχυρώνα ενός συγγενή. Κάποιος τον προδίδει, όμως, και ξανά περικυκλώνεται από την αστυνομία στις 25 Νοεμβρίου 1935. Αυτή τη φορά κράτησε την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό του.

Μετάφραση – απόδοση Π.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 191, Μἀρτιος 2019

Πηγές:

Balkanski, G. (1982) Histoire du Mouvement Libertaire en Bulgarie
The Anarchist movement in Bulgaria, 1925 – 1928, propaganda and armed resistance at:
http://www.anarchy.bg
https://bg.wikipedia.org/wiki/Тинко_Симов

Radiobulgaria

https://ourbalkans.wordpress.com/2018/09/29/septemvri1923bg/

Both comments and trackbacks are currently closed.