Ρωσσία 1917. Το κίνημα του Κορνιλώφ και το πραξικόπημα των μπολσεβίκων.

Έχοντες υπ’ όψιν μας τα όσα συνέβησαν μετά την επανάστασι στη Ρωσσία, το 1917,[1] μας δίνεται η δυνατότητα να προσεγγίσουμε ορισμένες ιδιαίτερα καθοριστικές καταστάσεις, οι οποίες συνθέτουν το σύνολο του πλέγματος των εξουσιαστικών σχέσεων και αντιθέσεων κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα.

Οφείλουμε να παραδεχθούμε, ότι η πολυσυνθετότητα των καταστάσεων οι οποίες ανεδείχθησαν, αμέσως μετά την επανάστασι, είχαν σχέση με το ζήτημα των διαδικασιών αναδιοργανώσεως της Τάξεως επί νέων βάσεων και συμφώνως προς τα δεδομένα, τα οποία ανέδειξε ο επαναστατημένος κοινωνικός χώρος. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει όλα τα, εν δράσει και κατεστημένα, μέχρι την στιγμή της κοινωνικής έκρηξης τμήματά της, καθώς και εκείνα τα οποία εκμεταλλευόμενα τις συνθήκες αναταραχής και κρίσεως επιδιώκουν να συσσωματωθούν ή ακόμη και να αναδειχθούν ως καθοριστικοί συντελεστές της Ταξικής μεταμορφώσεως.

Προκειμένου να μην υπάρξουν παρερμηνείες, οφείλουμε να κάνουμε σαφές πως αυτό το οποίον ίσχυσε ήταν η προσπάθεια μιας μερίδας ατόμων, οι οποίοι ανήκαν στα μεσαία στρώματα της κοινωνίας και πλαισιώθηκαν, μέσω οργανωτικών δομών (όπως το εκάστοτε κόμμα και οι οργανώσεις του), τόσον από άτομα παρεμφερούς κοινωνικής συστάσεως όσον και από εργατικά στοιχεία. Αυτή η πλαισίωσις υλοποιήθηκε μέσω πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων, ένα μέρος των οποίων επαγγελόταν την κυριαρχία μιας ανύπαρκτης, εν γένει, εργατικής τάξεως. Στην πραγματικότητα, επιδιώκετο η ενσωμάτωση των υψηλών και μεσαίων στελεχών του κόμματος στην ήδη υπάρχουσα Τάξι.

Οι διαδικασίες μιας τέτοιας ενσωματώσεως περιελάμβαναν όλες τις εκδοχές, οι οποίες είχαν ως αφετηρία την ειρηνική συνύπαρξη και βαθμιαία ένταξη έως και την εισβολή στους χώρους δικαιοδοσίας της Τάξεως –και των συναποτελούντων αυτήν– μέσω βιαίων πρακτικών. Το ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο αυτών οι οποίοι συντάσσονταν με μεταρρυθμιστικές ή «ανατρεπτικές» τάσεις, ούτως ή άλλως, κατέτεινε στην μερική ή ριζική, διαμόρφωσι ή αναδιαμόρφωσι της, μέχρι τότε, υπαρχούσης Τάξεως.

Είναι φανερό πως οι διαφορετικές οπτικές υπό τις οποίες, κάθε μερίδα του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ρωσσίας, προσέγγισε την ύπαρξι και το μέλλον της Τάξεως και της κοινωνικής οργανώσεως η οποία θα προέκυπτε, οδήγησε στην διάσπασή του σε διάφορες μερίδες οι οποίες διεδραμάτισαν ιδιαίτερο ρόλο τόσο πριν τον Φεβρουάριο του 1917 όσον και μετά.

Όπως ειπώθηκε, η διαδικασία ανασυστάσεως της Τάξεως συναντούσε διαρκή εμπόδια, είτε μέσω των πολυσύνθετων καταστάσεων οι οποίες προέκυπταν εξ αιτίας του πολέμου, είτε των εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές και οικονομικές ομάδες, οι οποίες συμμετείχαν ή αντιπροσωπεύονταν στην Προσωρινή Κυβέρνησι και των εξωτερικών επεμβάσεων, μέσω των ερεισμάτων που διέθεταν τόσο οι σύμμαχοι της Ρωσσίας στον πόλεμο, όσον και οι Γερμανοί.

Είναι, επομένως, ευνόητον ότι αυτή η διαδικασία ήταν δυνατόν να διεκπεραιωθεί εφ’ όσον η Προσωρινή Κυβέρνησις θα ετύγχανε της γενικής αποδοχής δια της οποίας θα διατηρούσε τον ρόλον του πόλου συνθέσεως και συσπειρώσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, η ανασυγκρότησις της Τάξεως ή θα ακολουθούσε την οδό της συνθέσεως ή την πρακτική της παρατεταμένης συγκρούσεως, η οποία θα οδηγούσε στην ανασυκρότησι δια μέσου της βιαίας εξαλείψεως των ανταγωνιζομένων τμημάτων και της υποταγής τους. Εν προκειμένω, τίθεται σε εφαρμογή η Δαρβινική θεωρία της επικρατήσεως του ισχυροτέρου. Η αγριότητα ανέκαθεν παραμένει το καθοριστικό συστατικό της Τάξεως.

Ας σημειωθεί ότι σε κάθε διαδικασία ανασυγκροτήσεως της εκάστοτε Τάξεως, η παρέμβαση εξωτερικών συντελεστών με τον ένα (βιαίως) ή τον άλλο (δια της διπλωματικής μεθόδου) τρόπο, αμέσως (ταχεία λύσις) ή εμμέσως (διαρκείς παρεμβάσεις επί μακρόν) είναι κάτι το αναμενόμενο.

Ενώπιον αυτών των αντιθέσεων και καταστάσεων βρέθηκε αντιμέτωπη η Προσωρινή Κυβέρνησις. Οι διακυμάνσεις, κατά την περίοδο των οκτώ μηνών του βίου της, αντικατοπτρίζουν τα σημεία ανόδου ή καθόδου των εκάστοτε επιχειρουμένων προσπαθειών.[2] Όλες οι ανταγωνιστικές τάσεις συνήθως επικεντρώνονταν εναντίον της με αποτέλεσμα την αδυναμία της να αντιμετωπίσει το πραξικόπημα[3] των μπολσεβίκων.

Αναμφίβολα, η Προσωρινή Κυβέρνησις βρισκόταν ενώπιον (πέραν των εσωτερικών αντιθέσεων) των οργανωμένων επιθέσεων των μπολσεβίκων, οι οποίοι υποστηρίζονταν από την Γερμανία[4] και μερίδας του κόμματος των Καντέτ, στρατηγών και αξιωματικών, οι οποίοι υποστηρίζονταν ή υποκινούνταν από το αγγλικό και το γαλλικό κράτος, κυρίως.[5] Οι λόγοι των υπονομευτικών δραστηριοτήτων εκ μέρους των συμμάχων της Ρωσσίας αποσκοπούσε στην εξασθένησή της και άρα στο να περιέλθει σε μειονεκτική θέση, κατά την περίοδο μετά την λήξη του πολέμου. Αυτή η επιδίωξη συναρτάται άμεσα με την ανυπαρξία μίας επανασυγκροτημένης Τάξεως, η οποία εφ’ όσον θα είχε διαμορφώσει ένα πλαίσιο σταθερών (ή, έστω, βιώσιμων) σχέσεων και προσανατολισμών θα ήταν ένας ισότιμος εταίρος. Κατά πόσον θα ήτο δυνατόν να υποβοηθηθεί η ανασύστασις της Τάξεως στο μέλλον ήταν ζήτημα επιλογών από τις οποίες δεν εξηρούντο οι κομμουνιστές (μπολσεβίκοι), των οποίων η ιδεολογία και η πολιτική εναρμονίζεται πλήρως με την ύπαρξι και λειτουργία της Τάξεως.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βολίν: «Για τους Μπολσεβίκους, «Κοινωνική Επανάσταση» σήμαινε μιαν ανάστασιν του Κράτους»[6]. Όμως, μία ανάστασις του κράτους τί άλλο μπορεί να σημαίνει παρά την ανασύσταση και αναδιοργάνωση της Τάξεως;[7] Η ανατροπή, επομένως, της Προσωρινής Κυβερνήσεως ήταν το κύριο μέλημα αμφοτέρων των ανταγωνιστικών προς αυτήν τάσεων. Εκ μέρους των χαρακτηριζομένων ως συντηρητικών στοιχείων, το επιχείρημα το οποίον προεβάλλετο ήταν ο κίνδυνος από πλευράς μπολσεβίκων και αναρχικών· από τους μπολσεβίκους ήταν η υποτιθέμενη υπεράσπισις της επαναστάσεως και η ανάγκη προχωρήματός της.

Η συνήθης άποψις για τα όσα συνέβησαν στα τέλη του Οκτωβρίου του 1917 είναι ότι αποτελεί την «δεύτερη» επανάστασιν ή ότι είναι προλεταριακή επανάστασι και η ολοκλήρωση του επαναστατικού προτσέσσου[8] που υποτίθεται πως ξεκίνησε με την «αστική» επανάστασιν του Φεβρουαρίου, η οποία εντός του χρονικού διαστήματος των οκτώ μηνών είχε δήθεν ξεπεραστεί! Αυτή η κατασκευή των κομμουνιστών δεν είναι ένα ασυνήθιστο επεισόδιο στην θεωρητικά, πολιτικά και ιδεολογικά ακροβατική ενασχόλησιν των ιδρυτών αλλά και των αναπαραγωγών της Μαρξιστικής- Λενινιστικής κ.λπ. παραδοξολογίας, η οποία καθιερώθηκε ως προλεταριακή, προοδευτική και απελευθερωτική.

Τόσον η θεωρία των σταδίων[9] όσο και η θεωρία των αλμάτων[10] είναι δύο όψεις δια των οποίων επιχειρείται να εδρασθεί η πολιτική, η οποία υποδαυλίζει, υποκινεί ή συντάσσεται με το ήδη εκδηλωμένο πάθος των ανθρώπων για ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα και ευημερία με σκοπό την διαχείρισιν αυτών των προσδοκιών και εν τέλει των ανθρώπων, για την κατάληψιν της εξουσίας και την εν συνεχεία απόρριψι, στους κάδους των σκουπιδιών, των ελπίδων και των επιθυμιών για ένα ευήμερον παρόν και μέλλον.

Το Κίνημα του Κορνιλώφ και το κομμουνιστικό πραξικόπημα

Η επιλογή του στρατηγού Κορνιλώφ, ως Γενικού Διοικητή του Νοτιοδυτικού μετώπου, μετά την διάσπασιν του ρωσσικού μετώπου, από τα γερμανικά στρατεύματα, στις 19 Ιουλίου 1917, ήταν αναπόφευκτη. Άλλωστε τα δείγματα γραφής, τα οποία είχε δώσει το προηγούμενο χρονικό διάστημα, έκλιναν από κάθε άποψη στον διορισμό όχι μόνο λόγω των ικανοτήτων του, αλλά και εξ αιτίας της συμπόρεύσεώς του με επιλογές της Προσωρινής Κυβερνήσεως (επιμερισμός των ευθυνών για τις ήττες στο μέτωπο στους αξιωματικούς και όχι μόνον στους στρατιώτες, ευνοϊκή στάσις απέναντι στις εκλεγμένες στρατιωτικές επιτροπές κ.ά.).

Μετά την ανάδειξίν του ως Γενικού Διοικητή, η συμπεριφορά του απέναντι στην Προσωρινή Κυβέρνησι άλλαξε, άρδην. Όχι μόνον αντιτασσόταν επιδεικτικά στις εντολές οι οποίες του δίνονταν, αλλά σε συνεργασία με ορισμένα μέλη του κόμματος της Συνταγματικής Δημοκρατίας αφ’ ενός και την υποστήριξιν των συμμαχικών κυβερνήσεων Αγγλίας (κυρίως), Γαλλίας και Ιταλίας αφ’ ετέρου, προετοίμαζε την ανατροπή της Προσωρινής Κυβερνήσεως και την εγκαθίδρυσι δικτατορικού καθεστώτος μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωσι, χρειάζεται το πρόσχημα της αποτροπής ενός σοβαρού γεγονότος. Το «σοβαρό γεγονός» υποτίθεται πως ήταν η ανυπόστατα επικείμενη εξέγερσις των μπολσεβίκων, η οποία διαδόθηκε ότι επρόκειτο να εκδηλωθεί στις 27 Αυγούστου. Όμως, η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική. Οι μπολσεβίκοι, μετά τα γεγονότα των αρχών του Ιουλίου ήταν ανίκανοι για μία παρόμοια κίνησιν και αρκετά περιθωριοποιημένοι. Παρ’ όλα αυτά, οι στρατηγοί και οι αξιωματικοί που είχαν εμπλακεί στην συνωμοσία καλλιεργούσαν την απατηλή εικόνα πως οι ήττες στο μέτωπο οφείλονταν στην πτώσιν του ηθικού των στρατιωτών, λόγω της υποτιθέμενης μπολσεβίκικης προπαγάνδας, η οποία όμως εκείνο το χρονικό διάστημα είχε ατονήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό, ούτως ώστε να μην έχει κάποιου είδους επίδρασι. Άλλωστε, οι μπολσεβίκοι είχαν κυριολεκτικά βάλει «την ουρά στα σκέλια» μετά τις αποκαλύψεις για τις σχέσεις των στελεχών τους και κυρίως του Λένιν με τους Γερμανούς.

Οι συνωμότες προσπάθησαν, παρ’ όλα αυτά, να προκαλέσουν ταραχές στο όνομα των μπολσεβίκων αλλά το σχέδιο δεν έγινε δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή, λόγω διαφωνιών. Αξίζει να σημειωθεί η υποστήριξις των συμμάχων προς τον Κορνιλώφ, οι οποίοι κατά την κρίσιμον ημέρα εκδηλώσεως του πραξικοπήματος, την 28η Αυγούστου, έχοντες αντιληφθεί το δύσκολον της επιτυχίας του, έσπευσαν να επιδώσουν στον υπουργό των Εξωτερικών Τερεστσένκο ρηματική διακοίνωσι[11] με την οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητούσαν να αναλάβουν μεσολαβητικό ρόλο μεταξύ της Προσωρινής Κυβερνήσεως και του Κορνιλώφ. Κατ’ ουσίαν ζητούσαν από την Προσωρινή Κυβέρνησι να συμβιβαστεί και μέσω των διαπραγματεύσεων να αναγνωρίσει τους πραξικοπηματίες και να αποδεχθεί τους όρους των συμμάχων, αφού στην προκειμένη περίπτωσι ο Κορνιλώφ ήταν ο άνθρωπός τους.

Το κίνημα απέτυχε και ο Κορνιλώφ συνελήφθη. Όμως, η ζημιά που προκάλεσε ήταν τεράστια. Ποιός θα αμφισβητήσει την τεράστια βοήθεια που προσέφερε αυτή η απόπειρα στους μπολσεβίκους; Η μία δικτατορία απέτυχε, αλλά έστρωσε το δρόμο για μία χειρότερη δικτατορία. Οι σύμμαχοι της Ρωσσίας στράφηκαν εναντίον της Προσωρινής Κυβερνήσεως αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ανόδου των μπολσεβίκων στην εξουσία, αποσκοπούντες σε πολιτικά και εδαφικά οφέλη.

Οι συνθήκες που επικράτησαν με την διάχυση της είδησης ότι ο Κορνιλώφ πρόκειται να κινήσει στρατεύματα και κοζάκους με σκοπό να καταλάβει το Πέτρογκραντ και να ανατρέψει την Προσωρινή Κυβέρνησι προκάλεσε μία διάθεσι συσπειρώσεως ετερόκλητων στοιχείων ιδεολογικά και πολιτικά. Στο όνομα της υπερασπίσεως της επαναστάσεως υπονομεύθηκε η μόνη δυνατή συνισταμένη, η οποία θα ήταν δυνατό να αποτρέψει τα χειρότερα: η Προσωρινή Κυβέρνησις.

Οι μπολσεβίκοι συνέπηξαν με τους μενσεβίκους και τους Σοσιαλιστές-επαναστάτες την συμμαχία για την «επαναστατική δημοκρατία». Είναι προφανές πως αυτή η συμμαχία περιελάμβανε εκείνους που αγωνίζονταν να την εγκαθιδρύσουν και εκείνους οι οποίοι ήθελαν να την καταστρέψουν. Αυτή η κίνηση, όμως, οδήγησε στην διάσπασιν του κυβερνητικού συνασπισμού επιφέροντας μια ευρύτερη αποσύνθεσι.

Οι μπολσεβίκοι, με το πρόσχημα της αντιμετωπίσεως του Κορνιλώφ έθεσαν σε εφαρμογή, από κοινού με τους Σοσιαλιστές-επαναστάτες και τους Μενσεβίκους Σοσιαλδημοκράτες, από τις 27 Αυγούστου, την οργάνωση εργατικής πολιτοφυλακής με το πρόσχημα υποστηρίξεως της κυβερνήσεως και την διαφύλαξι των εργατικών περιοχών. Εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος οι λεγόμενες εργατικές πολιτοφυλακές εκδηλώθηκαν ως αυτό που πραγματικά ήταν: η Κόκκινη Φρουρά των Μπολσεβίκων, η οποία ούσα στενά συνδεδεμένη με τον κομματικό μηχανισμό συνέστησε τα οργανωμένα τάγματα εφόδου για την κατάληψιν της εξουσίας.

Στις 31 Αυγούστου, το σοβιέτ του Πέτρογκραντ είχε περάσει στα χέρια των μπολσεβίκων και υιοθέτησε απόφαση που περιείχε σε περίληψη το πρόγραμμα της «Οκτωβριανής Επανάστασης». Η συμμαχία για την «επαναστατική δημοκρατία» κατώρθωσε να διατηρηθεί μέσω της δαιμονοποιήσεως των Καντέτ[12] και με τη διάχυση, εκ μέρους κυρίως των μπολσεβίκων, του φόβου για τον μεγάλο κίνδυνο απωλείας της επαναστάσεως (στην οποία όχι μόνον δεν είχαν συμμετάσχει, αλλά ευθύς και εξ αρχής την υπονόμευαν).

Ακόμη και ο μύθος της λεγόμενης δυαδικής εξουσίας ήταν ένα μέσον για την διάσπασι μίας, σε πολλές περιπτώσεις, λειτουργικής σχέσης της συγκυβερνήσεως του σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβερνήσεως. Είναι φανερό πως αυτό το κατασκεύασμα της δυαδικής εξουσίας δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει τους επιθυμητούς στόχους των κομμουνιστών. Το τέχνασμα της δυαδικής εξουσίας ερχόταν να συγκαλύψη την συμμετοχή των μπολσεβίκων στο σοβιέτ του Πέτρογκραντ και συνεπώς την εκ πλαγίου συμμετοχή τους στη συγκυβέρνηση.

Δυστυχώς η συμμετοχή αναρχικών στις εγκληματικές δραστηριότητες των μπολσεβίκων ήταν συνεχής και το μέγεθος τής συνευθύνης μεγάλο. Ακόμη και μετά την αποκάλυψιν της εγκληματικής φύσεως του κομμουνισμού, η αντιμετώπιση των κομμουνιστών από τους αναρχικούς έφθανε μέχρι του σημείου να θεωρούν το εγκαθιδρυμένο καθεστώς των μπολσεβίκων ως «άρνηση της επανάστασης»[13]. Πολύ διπλωματική διατύπωσις! Στην πραγματικότητα η στάσις και η δράσις των μπολσεβίκων αμέσως μετά την επανάστασι[14] δεν αποτελεί άρνησιν της επαναστάσεως, αλλά είναι μία διαρκής αντεπαναστατική δράσις με σκοπό την υφαρπαγή της εξουσίας, η οποία κατέληξε στο Οκτωβριανό πραξικόπημα και στην εγκαθίδρυσιν της αντεπαναστατικής κομμουνιστικής δικτατορίας.

Είναι ντροπή και προσβολή για τις αναρχικές ιδέες να χαρακτηρίζεται το πραξικόπημα της 24ης Οκτωβρίου 1917 ως επανάστασις, να ταυτίζεται το μεγαλείο, το οποίο εμπεριέχει και εκδηλώνει η απελευθερωτική δύναμις της επαναστάσεως, με την δράσιν των ταγμάτων εφόδου και ορισμένων στρατιωτικών μονάδων. Είναι προφανές πως δεν υπήρξαν οι μαχητικές διαδηλώσεις των καταπιεσμένων εναντίον ενός καταπιεστικού καθεστώτος. Είναι γεγονός πως δεν υποστήριξαν το πραξικόπημα τα πλήθη, όπως επίσης είναι αληθές πως η κατάληψις των κυβερνητικών κτιρίων του Πέτρογκραντ (και η αιματηρή επικράτησις στη Μόσχα) δεν καθόριζε και την επικράτησι σε όλη την Ρωσσία.

Οι ενέργειες αυτών των «επαναστατών»[15], δεν έχουν διαφορά από αυτές που χρησιμοποιούν οι κάθε είδους πραξικοπηματίες. Βάσει εκπονημένου σχεδίου έγιναν καταλήψεις κυβερνητικών κτιρίων, στήθηκαν μπλόκα ελέγχου, έφοδοι και συλλήψεις με προγραφές κ.λπ. Όλα αυτά βέβαια την ίδια στιγμή κατά την οποία οι επικεφαλής του πραξικοπήματος δήλωναν άγνοια και υπόσχονταν να συμμετάσχουν στην αποκατάστασιν της ηρεμίας, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις και διατηρώντας στην αδράνεια τις ένοπλες οργανώσεις των Μενσεβίκων και των Σοσιαλιστών-επαναστατών. Η συγκρότησις της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής δεν διαφέρει σε τίποτα από την πρακτική που εφαρμόζουν οι όπου γης πραξικοπηματίες. Πρόκειται για το πρότυπο της Χούντας απέναντι στο οποίο οι κομμουνιστές διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, αλλά μόνον όταν δεν το οργανώνουν οι ίδιοι.

Η «Οκτωβριανή επανάσταση» ήταν ένα πραξικόπημα, εκπορευόμενο από την απεχθή κομμουνιστική ιδεολογία, με προλεταριακή επίφασι. Ο δρόμος για την ξεχωριστή ειρήνη με την Γερμανία ήταν πλέον ανοικτός, αλλά και οι πλέον σκοτεινές ημέρες για τους ανθρώπους της ρωσσικής γης ήταν μπροστά…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 175, Οκτώβριος 2017.

[1]. Η σειρά των άρθρων, σχετικά με το 1917 και με την ευκαιρία συμπληρώσεως 100 χρόνων από τότε, είναι μία συμβολή στην διαλεύκανση των συνθηκών, οι οποίες υπήρξαν από την επανάσταση του Φεβρουαρίου μέχρι το πραξικόπημα των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μία επανάσταση –που εκδήλωσε τους καλύτερους οιωνούς για τους πληθυσμούς της ρωσσικής γης– ανετράπη από τους κομμουνιστές, οι οποίοι εγκαθίδρυσαν την επί επτά και πλέον δεκαετίες αιματοβαμμένη δικτατορία τους, συνιστά μία σημαντική εμπειρία, για όλους εκείνους οι οποίοι με ανιδιοτέλεια και απαλλαγμένοι από τις αγκυλώσεις και τις προσηλώσεις στις εξουσιαστικές ιδεολογίες (κομμουνισμός, αριστερά, σοσιαλισμός, δημοκρατία, ναζισμός, φασισμός, κ.λπ.), θέλουν να συμβάλουν στην δημιουργία μιας ελεύθερης ανθρωπότητας.

[2]. Αναλόγως, δηλαδή, του κατά πόσον η Προσωρινή Κυβέρνησις γινόταν αποδεκτή ως παράγων συνθετικών διεργασιών ή αναλαμβάνονταν προσπάθειες με ανταγωνιστικό προς αυτήν τρόπο.

[3]. Ας σημειωθεί πως πολλοί ιστορικοί, ενώ ευθέως χαρακτηρίζουν τα συμβάντα του Οκτωβρίου 1917 ως πραξικόπημα στην συνέχεια εξακολουθούν να αναφέρονται στην «Οκτωβριανή επανάσταση». Αλλά και ο Βολίν, στο πολιτικό του βιβλίο με τον τίτλο Η άγνωστη επανάσταση, προβαίνει στην ίδια ασυνέπεια (π.χ. στις σελίδες 113 και 115 του Β΄ τόμου του έργου του –έκδοση στα ελληνικά Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1976–, γράφει για πραξικόπημα, ενώ σε άλλα σημεία γράφει για επανάστασι).

[4]. Το συνολικό ποσόν, το οποίο έλαβαν οι Μπολσεβίκοι από τους Γερμανούς πριν και μετά το πραξικόπημα του Οκτωβρίου ανέρχεται σε 80 εκατομμύρια χρυσά μάρκα, σύμφωνα με τη έρευνα του καθηγητή Φριτς Φίσερ. Συμφώνως προς τον απολογισμό εξόδων της 30-1-1918, έως αυτή την ημερομηνία η Γερμανία είχε διαθέσει 40.580.997 χρυσά μάρκα. Στις 31 Ιανουαρίου περίπου 14,5 εκατομμύρια, ενώ από τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους έως τον Ιούλιο η ροή ανήρχετο σε περίπου 3 εκατομμύρια μηνιαίως. Ο πρεσβευτής της Γερμανίας στη Ρωσσία κόμης φον Μίρμπαχ, λίγο πριν δολοφονηθεί, είχε ζητήσει για τον ίδιο σκοπό άλλα 40 εκατομμύρια, από τα οποία παρεδόθησαν έως το τέλος του πολέμου περίπου 6-9 εκατομμύρια. Όλο αυτό το μυθικό ποσόν δεν προσφέρθηκε ανιδιοτελώς, αλλά ήλθε ως αποτέλεσμα της αρνήσεως, τόσον του Τσάρου Νικολάου Β΄ όσον και της Προσωρινής Κυβερνήσεως, να συνάψουν ξεχωριστή ειρήνη, για την οποία οι μόνοι πρόθυμοι ήσαν οι μπολσεβίκοι.

[5]. Οι αποτυχίες των ρωσσικών στρατευμάτων στο μέτωπο ήταν μέρος της υπονόμευσης της Προσωρινής Κυβερνήσεως. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό γεγονός είναι η αποστολή από τις συμμαχικές κυβερνήσεις ελαττωματικών πυροβόλων, τα οποία, κατά την επίθεση του ρωσσικού στρατού τον Ιούνιο του 1917, αχρηστεύθηκαν μετά από διήμερη χρήση.

[6]. Βολίν, Η Άγνωστη Επανάσταση, τόμ. Β΄ σελ. 49, έκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1976.

[7]. Το αυτό σημαίνει και η δημιουργία ή «γέννηση» μίας κοινωνίας, δεδομένου ότι Τάξις, κοινωνία και κράτος είναι αλληλένδετα.

[8]. Διαδικασία (από την λέξη process).

[9]. Πρόκειται για μία θεωρητική κατασκευή όπου οι κοινωνικές διεργασίες μετατρέπονται σε διαδικασίες, σύμφωνα με την επιστημονικοφανή άποψη των Μαρξ και Ένγκελς, οι οποίες αφορούν οικονομικά και πολιτικά στάδια από τα οποία διήλθε ή πρόκειται να διέλθει κάθε ανθρώπινη κοινωνία. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτήν την κατασκευή στις καθυστερημένες οικονομικά και πολιτικά χώρες, πρέπει πρώτα να εδραιωθεί ο καπιταλισμός στην οικονομία και η αστική δημοκρατία στην πολιτική, ώστε να είναι δυνατή η εκκίνηση της διαδικασίας για την λεγομένη σοσιαλιστική επανάσταση.

[10]. Ο Τρότσκυ (για τις φερόμενες ως καθυστερημένες πολιτικά και οικονομικά χώρες) προέτασσε την δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς (αντί της δικτατορίας του προλεταριάτου) για να «δέσει» την θεωρία υπερκέρασης των σταδίων, στην οποία είχε δώσει την ονομασία «διαρκής επανάσταση».

[11]. Αλέξανδρος Φ. Κέρενσκυ, Η Ρωσσική Επανάσταση όπως την έζησα, σελ. 324, έκδ. Πάπυρος.

[12]. Το κόμμα της Συνταγματικής Δημοκρατίας.

[13]. Λουίτζι Φάμπρι, Η Ρωσσική Επανάσταση και οι αναρχικοί.

[14]. Ομιλούμε πάντοτε για τον Φεβρουάριο του 1917, διότι αυτή ήταν η πραγματική επανάσταση.

[15]. Υπήρχε μία ιδιαίτερη βιασύνη εκ μέρους των μπολσεβίκων στην πραγματοποίηση του πραξικοπήματος. Αυτή συναρτάται με τις υποχρεώσεις του Λένιν και των συν αυτώ για τη εκπλήρωση των δεσμεύσεών τους προς το Γερμανικό κράτος που τους χρηματοδοτούσε, επί τόσα χρόνια, αλλά και με τον κίνδυνο να υπογράψει, άμεσα, η Αυστρία ξεχωριστή ειρήνη.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.