Τα γεγονότα του Ιουλίου 1917 στην Ρωσσία (Μέρος 1ο)

Τα προηγηθέντα

4 Ιουλίου 1917. Στρατιώτες του 1ου Συντάγματος Πολυβολητών κινούνται για την κατάληψη θέσεων στο κέντρο του Πέτρογκραντ.

Χρήζει ιδιαίτερης προσοχής η κατάσταση την οποία δημιούργησε το καθεστώς της Προσωρινής Κυβερνήσεως η οποία, πέραν του αμφιλεγομένου ζητήματος της συνέχειας του πολέμου, άφησε ένα πλούσιο έργο.

Εκτός των ήδη αναφερθέντων[1] το έργο αυτό περιελάμβανε την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ένα ειδικό εκκλησιαστικό συμβούλιο, το οποίο από τον Μάρτιο προετοίμασε την σύνοδο δια της οποίας θα επικυρωνόταν αυτή η ανεξαρτησία. Η σύνοδος άρχισε τις εργασίες της στις 15 Αυγούστου. Επίσης, όλες οι εκκλησίες, οι αιρέσεις και οι θρησκείες, είχαν το ελεύθερο να προσηλυτίζουν.

Είναι γεγονός η κατάργηση της θανατικής ποινής, η οποία επαναφέρθηκε μετά τα γεγονότα του Ιουλίου (χωρίς να τύχει ιδιαιτέρας εφαρμογής) με σκοπό την επίτευξη πειθαρχίας στο στράτευμα. Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η Εκτελεστική Επιτροπή (του σοβιέτ) του Πέτρογκραντ αντιτάχθηκε στην κατάργησή της, γνωστοποιώντας την θέση της στον Α. Κέρενσκυ δια του αρχισυντάκτη της Ισβέστια[2] Στεκλώφ. Αυτή η εναντίωση, εν συνεχεία, όχι μόνον αποσύρθηκε, αλλά και διαγράφηκε από τα πρακτικά.

Θα πρέπει, επί προσθέτως, να υπομιμνησθεί πως, σε ό,τι αφορά τον αναδασμό, η Προσωρινή Κυβέρνησις προέβαλε επαναστατικά μέτρα, τα οποία αποσκοπούσαν στην μεταβίβασιν όλης της γης σ’ εκείνους, οι οποίοι την καλλιεργούσαν. Όμως, παρά τα μεγάλα βήματα που πραγματοποίησε προς την κατεύθυνσιν του αναδασμού δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει το έργο αυτό,[3] τόσον λόγω της δεδομένης εμπλοκής στην παγκόσμια ανθρωποσφαγή, όσον και εκ του γεγονότος της τεράστιας σε έκτασι ρωσσικής γης, αλλά και της ανάγκης συγκομιδής προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού, πολιτικού και στρατιωτικού.

Γενικώς, είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως, ότι αυτό το πανταχόθεν αναγνωρισμένο έργο[4] υπέστη πολύπλευρες επιθέσεις, παραποιήσεις και διαρκή υπονόμευση εκ μέρους των μπολσεβίκων, ακόμη και μετά την επικράτησίν τους.

Οι λόγοι, βεβαίως, έχουν άμεση σχέση με την κατάληψιν της εξουσίας. Προς αυτήν την κατεύθυνσιν υπήρχαν δύο απαιτούμενοι συντελεστές.

Ο πρώτος, ήταν η επαρκής διάβρωσις του στρατεύματος εν γένει, η οποία ευρίσκετο σε συνάρτησι με την καθοριστική διείσδυσι στην φρουρά του Πέτρογκραντ. Επ’ αυτού, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας, ότι αμέσως μετά την επανάστασι, στις 10 Μαρτίου 1917, συνέστησαν μία Στρατιωτική Επιτροπή.[5] Συμφώνως προς τον επικεφαλής της Στρατιωτικής Οργανώσεως των μπολσεβίκων Β. Ι. Νιέφσκυ «ασχέτως του κατά πόσον είναι καλά οπλισμένη η εργατική τάξη ο θρίαμβος της επανάστασεως είναι αδύνατος χωρίς την συμμετοχή της τεράστιας μάζας των στρατιωτών». Σε μεταγενέστερο κείμενό του, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1922, ο Νιέφσκυ είναι, πλέον, απόλυτα σαφής ως προς τον στόχο: «Το να κερδηθεί η φρουρά του Πέτρογκραντ σήμαινε πως αποκτήθηκε η πρωτοκαθεδρία στην επανάστασι».[6]

Ο δεύτερος, έχει σχέση τόσο με την μεγάλη εισροή νεοεισερχομένων στο κόμμα,[7] οι οποίοι παρά το ότι είχαν ενταχθεί στο βιομηχανικό δυναμικό του Πέτρογκραντ[8] ήταν κατά βάσι χωρικοί και απείθαρχοι ως προς τα κομματικά δεδομένα. Ήσαν, όμως, ενθουσιώδεις, όπως το σύνολο εξ αυτών, και επιρρεπείς προς κάθε πράξι, θεωρούμενη ως εξεγερσιακή. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός, ότι διαπνέονταν από το πνεύμα τής επί εκατονταετίες εξεγερτικής παραδόσεως, που υπήρχε στην ύπαιθρο. Έτσι, η ηγεσία των μπολσεβίκων κινήθηκε προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορούσε την πειθάρχησίν τους και η δεύτερη την αξιοποίησίν τους για τα σχέδια υπονομεύσεως της Προσωρινής Κυβερνήσεως. Εννοείται, ότι αυτή η αξιοποίησις δεν περιελάμβανε μόνο τα νέα μέλη αλλά και το πλήθος των χωρικών, τόσον εντός του στρατεύματος όσον και στην ρωσσική επαρχία, με την υποκίνησιν ή την ενθάρρυνσιν ενεργειών (λεηλασιών, πράξεων εκδίκησης, δολοφονιών, κ.λπ.), οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το καθεστώς, ιδιαίτερα δε στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες αυτό ευρίσκετο σε κατάστασιν αναταραχής και δυσκολιών. Τα πάντα προς εξυπηρέτησιν του σκοπού, ανεξαρτήτως του ευρύτερου κόστους και των ζημιών τις οποίες θα επέφεραν αυτές οι πράξεις!

Επ’ αυτού, θα πρέπει να σημειωθή το γεγονός πως σύμφωνα με υπόμνημα που είχε σταλεί από το στρατηγείο στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών με ημερομηνία 7 Μαΐου 1917 (Ν.Η.) γίνεται αναφορά για την εμφάνιση στις 4 Μαΐου (Ν.Η.) Ρώσων αντιπροσώπων με λευκή σημαία στις προχωρημένες θέσεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, που διοικούσε ο στρατηγός φον Άϊχορν.

«Συνομιλία μέ Ρώσους αντιπροσώπους νοτίως του Ντέσνα:

Οι δύο αντιπρόσωποι εδήλωσαν ότι δύο αγγελιαφόροι απεστάλησαν εις Πέτρογκραντ την 4ην Μαΐου, διά να προτρέψουν τον Στεκλώφ, κύριον συνεργάτην του Τσχάιτζε, να έλθη εδώ ως απεσταλμένος τούτου, ο οποίος αδυνατεί να έλθη και ότι ο Στεκλώφ[9] θα δεχθή να εκπονήση μίαν συμβιβαστικήν λύσιν καί, κατά συνέπειαν, πιστεύουν, ότι θα είναι σημαντικόν, αν και ημείς δυνηθώμεν να αποστείλωμεν κομματικούς συντρόφους (δηλαδή μέλη από την πλειοψηψία στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα). Εις απάντησιν ερωτήματος σχετικού προς τας απόψεις των επί των βασικών σημείων της προπαγάνδας μας, οι δύο αντιπρόσωποι εδήλωσαν, ότι ουδέποτε θα αναγνωρίσουν προσαρτήσεις εκ μέρους της Γερμανίας. Αν οι Γερμανοί δεχθούν τούτο, οι Ρώσοι δεν έχουν ανάγκην να λάβουν υπ’ όψιν των την Αντάντ και θα συνάψουν πιθανώτατα χωριστήν ειρήνην. Η Ρωσία εζήτησε οικονομικήν αποζημίωσιν δια τους περισσοτέρους αιχμαλώτους της…»

Η ως άνω αναφορά φέρει την υπογραφή Λέσνερ.[10]

Αυτή η εμφάνιση των αντιπροσώπων(;) συμπίπτει χρονικά (εάν μεταφέρουμε τις ημερομηνίες του νέου ημερολογίου στο παλαιό) με τις οργανωμένες από τους μπολσεβίκους ένοπλες διαδηλώσεις στις 19 και 21 Απριλίου. Επίσης, ο Γερμανός υπουργός Προπαγάνδας και από τα στελέχη στο Καθολικό Κόμμα του Κέντρου στο Ράϊχσταγ, Έρτσμπεργκερ, έχει γράψει ότι δύο μέρες νωρίτερα, στις 2 Μαΐου (Ν.Η.), επληροφορήθη από τον στρατηγό Λούντεντορφ ότι Ρώσοι αντιπρόσωποι προσπάθησαν να αρχίσουν συνομιλίες «επί ιδικών των όρων δια την σύναψιν ειρήνης».[11]

Επίσης, με τηλεγράφημά του προς τον Μπέτμαν-Χόλβεγκ στο Βερολίνο, στις 25 Απριλίου 1917, ο Γκρούναου, εκπρόσωπος του υπουργείου Στρατιωτικών, αποσπασμένος στο στρατηγείο του Χίντεμπουργκ, γνωστοποιούσε ότι οι διαπραγματεύσεις με τους «αντιπροσώπους του ρωσικού μετώπου», είχαν τόσο προχωρήσει, ώστε έπρεπε να ανακληθούν οι Γερμανοί αντιπρόσωποι, για να λάβουν οδηγίες προκειμένου να μπορέσουν να προσφέρουν στους Ρώσους, οι οποίοι ζητούσαν την ανακωχή, πιο συγκεκριμένους όρους για την συνέχεια των συνομιλιών.[12]

Ας σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τον επικεφαλής των μπολσεβίκων της Κρονστάνδης δόκιμο αξιωματικό Ίλιαν Ρασκόλνικωφ μετά από τηλεφωνικό αίτημα του Ποντβόϊσκυ –διακεκριμένου μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος των μπολσεβίκων– για λογαριασμό της Στρατιωτικής Οργάνωσης των μπολσεβίκων, εστάλη, από την Κρονστάνδη στο Πέτρογκραντ ένα ένοπλο άγημα από «σίγουρους» ναύτες.

Εξυπακούεται πως μετά την αποτυχία του σχεδίου αναταραχής του Απριλίου και της συγχύσεως που δημιουργήθηκε, οι απεσταλμένοι από τον Στεκλώφ δεν ξαναφάνηκαν στο μέτωπο.

Το σχέδιο των μπολσεβίκων και η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία

4 Ιουλίου 1917. Πυρά κατά των διαδηλωτών.

Μόλις μία εβδομάδα μετά την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια των μπολσεβίκων, κατά τα γεγονότα του Απριλίου, να προκαλέσουν σοβαρό πλήγμα στην Προσωρινή Κυβέρνησι, αυτή προχώρησε και επέτυχε την διεύρυνσίν της επιτυγχάνοντας, μετά από δεύτερη ψηφοφορία στην Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ, με ψήφους 41 υπέρ και 18 κατά (των μπολσεβίκων και των μενσεβίκων-διεθνιστών) την συμμετοχή στην κυβέρνησι μελών του σοβιέτ που ανήκαν και σε άλλα κόμματα (μενσεβίκοι, εσέροι). Στις 5 Μαΐου συγκροτήθηκε η νέα Κυβέρνηση Συνασπισμού.

Εν τούτοις, παρά την αποτυχία των μπολσεβίκων στα γεγονότα του Απριλίου, η στρατηγική και η πρακτική τους όχι μόνον δεν άλλαξε, αλλά εντάθηκε.

Το διάστημα που μεσολαβεί από τον Απρίλιο έως τις αρχές Ιουλίου, θα πρέπει να χαρακτηρισθεί από δύο κυρίως γεγονότα. Το πρώτον αφορά τα γεγονότα του Ιουνίου και το δεύτερο την καθαυτή πράξη ανατροπής της Προσωρινής Κυβερνήσεως στις αρχές Ιουλίου.

Ήδη, τον Ιούνιο οι μπολσεβίκοι άρχισαν να αισθάνονται ισχυρότεροι, αφού είχαν αποκτήσει την πλειοψηφία των αντιπροσώπων στο εργατικό τμήμα του σοβιέτ του Πέτρογκραντ. Επομένως, προετοιμάζονταν για το μεγάλο βήμα που θα ανέτρεπε την Προσωρινή Κυβέρνηση σύμφωνα με προδιαγεγραμμένο σχέδιο.

Ποιο ήταν αυτό;

Ο κύριος σκοπός των μπολσεβίκων κατά την περίοδο Μαρτίου-Ιουλίου 1917 ήταν να ανατρέψουν την Προσωρινή Κυβέρνηση, η πτώση της οποίας εθεωρείτο ζήτημα πρωταρχικής σημασίας για την σύναψι χωριστής ειρήνης, τόσο από την γερμανική Τάξη, όσον και από τους αιθεροβάμονες της «παγκόσμιας προλεταριακής επανάστασης».

Με δεδομένο ότι οι συνθήκες μετά την επανάστασιν του Φεβρουαρίου δεν επέτρεπαν στους μπολσεβίκους να καταλάβουν την εξουσία με την βία των όπλων, θα προσπαθούσαν με ένοπλες πολυπληθείς «ειρηνικές» διαδηλώσεις, στις οποίες οι συγκρούσεις αποτελούσαν την συνήθη εξέλιξη, να δημιουργήσουν ένα κλίμα εκτεταμένης αστάθειας προκειμένου να αποδιοργανωθεί το υπό συγκρότησιν τμήμα της ρωσσικής Τάξης και να επωφεληθούν προκειμένου να αναλάβουν την διεύθυνσιν των υποθέσεων του κράτους και της Τάξης. Το σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» ήταν η απατηλή προμετωπίδα με την οποία θα συμπαρέσυρε τις ετερόκλητες ομάδες, οι οποίες μέσα στο Σοβιέτ του Πέτρογκραντ ήταν υποστηρικτές της επαναστατικής δημοκρατίας. Αντίθετα, πλήθος εργατών και στρατιωτών οι οποίοι διαδήλωναν με αυτό το σύνθημα ελάχιστα γνώριζαν για το πρόγραμμα των μπολσεβίκων.[13]

Λόγω των πολύπλοκων προβλημάτων που υπήρχαν, το έδαφος ήταν πρόσφορο για την επίταση του ήδη υπάρχοντος κλίματος ασάφειας, ανασφάλειας και αντιπολεμικής διαθέσεως μέσω του ψευδολογούντος τύπου των μπολσεβίκων[14]. Οι μπολσεβίκοι έκριναν ότι μέχρι τον Ιούλιο θα είχαν επιτύχη σ’ αυτό τους το σχέδιο. Προφανώς δεν αντιλαμβάνονταν ότι, παρά τα κέρδη τους στα Σοβιέτ και στους στρατώνες του Πέτρογκραντ και της Μόσχας, αυτές οι δύο πόλεις δεν ήταν η Ρωσσία.

Ομοίως, ούτε η Προσωρινή Κυβέρνησις αντιλαμβανόταν ότι η επιτυχία της στο να πλαισιωθεί και από αλλά πολιτικά κόμματα αντί να επιλύσει περιέπλεκε τα προβλήματα και ιδιαίτερα αυτό της παρατάσεως της εμπλοκής στο πόλεμο. Έχουσα την έγκριση του Πρώτου Πανρωσσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ κινήθηκε με υπεροψία με αποτέλεσμα να βρεθή σε μία στρατιωτική αποτυχία στην Γαλικία. Αυτό το τελευταίο συμβάν επέδρασε ευνοϊκά στους σχεδιασμούς των μπολσεβίκων, οι οποίοι προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο και το παραμικρό το οποίο σχετιζόταν με την εμπλοκή της Ρωσσίας στην παγκόσμια ανθρωποσφαγή.

Βεβαίως, οι προσπάθειες των μπολσεβίκων δεν είχαν στην ουσία τους ανθρωπιστικό χαρακτήρα και πλαισιώνονταν από διάφορες συμμαχίες στις οποίες έναν ιδιάζοντα ρόλο έπαιξαν οι αναρχικοί. Αυτοί, αποτελούν έναν συντελεστή, ο οποίος έχει παραλειφθεί από τους διαφόρους γραφείς των γεγονότων της εποχής αυτής, παρά το ότι η παρουσία και κυρίως η δράση τους δεν είναι επουσιώδης ή αμελητέα.

Θα πρέπει, πρωτίστως, να διακρίνουμε τις δύο αναρχικές οργανώσεις που υπήρχαν στο Πέτρογκραντ, την αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία και τους αναρχοσυνδικαλιστές. Καθ’ όλη την διάρκεια της επαναστατικής περιόδου, οι δύο αυτές οργανώσεις βρίσκονταν σε οξύτατη αντιπαράθεσι, για να χρησιμοποιήσουμε τον πλέον επιεική χαρακτηρισμό.

Πρακτικά, η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία εργάσθηκε χέρι-χέρι με τους μπολσεβίκους σε μία, τρόπον τινά, κοινή πλατφόρμα η οποία αφορούσε την αντίθεση προς την πολιτική της Προσωρινής Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με τον V. N. Zalezhsky, μέλος της Επιτροπής του Πέτρογκραντ και του Φινλανδικού κόμματος το 1917, οι αναρχικοί εργάσθηκαν από κοινού για την προετοιμασία της επονομαζομένης «Οκτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης».

Η ως άνω άποψη εμπεριέχει την αλήθεια της δράσης των αναρχικών αυτών, οι οποίοι, βασιζόμενοι σε σημαντική επιρροή που είχαν στους ναύτες της Κρονστάνδης και στο Πρώτο σύνταγμα Πολυβολητών του Πέτρογκραντ, ενήργησαν ως η εμπροσθοφυλακή των μπολσεβίκων ιδιαίτερα κατά τα γεγονότα του Ιουλίου. Υπάρχει, εν ολίγοις, μία φανερή και ισχυρή σύνδεσι, ώστε όπως χαρακτηριστικά γράφτηκε: «Ιδιαίτερα, σε βαθμοφόρους και οπλίτες της φρουράς του Πέτρογκραντ και της ναυτικής βάσης της Κρονστάνδης, ήταν πολύ δύσκολο να διακριθούν οι μπολσεβίκοι από τους αναρχικούς.[15]

Η αναρχοκομμουνιστική ομοσπονδία, μετά την Φεβρουαριανή επανάστασι, εγκαταστάθηκε στη βίλλα του στρατηγού P. P. Durnovo, ανώτατου αξιωματούχου κατά την περίοδο του τσάρου Νικολάου Β΄, όπου και παρέμεινε.

Οι αναρχοκομμουνιστές ήλθαν στην δημοσιότητα για πρώτη φορά στις 5 Ιουνίου, όταν 80 από αυτούς αφαίρεσαν, με ένοπλη επέμβαση, ένα πιεστήριο από τα τυπογραφεία της δεξιάς εφημερίδας Ρούσκαγια Βόλια (Ρωσική Θέληση). Όμως, την επομένη αναγκάστηκαν να το επιστρέψουν μετά από την επέμβαση δύο συνταγμάτων στρατού.

Αλλά, τα πράγματα δεν τελείωσαν σε αυτό το σημείο. Στις 7 Ιουνίου, ο υπουργός Δικαιοσύνης Π. Ν. Περεβέρζεφ, αποφάσισε να εξαλείψει για τα καλά την απειλή ενάντια στην δημόσια τάξη. Εξέδωσε, λοιπόν, ένταλμα με το οποίο έδινε προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών για την εκκένωση της βίλλας. Οι αναρχικοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και απευθύνθηκαν στους εργάτες των εργοστασίων του Βύμποργκ και τους στρατιώτες, ζητώντας υποστήριξη. Την επομένη χιλιάδες εργαζόμενοι απήργησαν και είκοσι οκτώ εργοστάσια δεν λειτούργησαν, ενώ πολλές ένοπλες διαδηλώσεις έγιναν στις βιομηχανικές περιοχές. Ταυτόχρονα, οι αναρχοκομμουνιστές, ενισχύθηκαν με την άφιξι από την Κρονστάνδη πενήντα οπλισμένων ναυτών, αποφασισμένων να υπερασπιστούν την βίλλα από οποιαδήποτε επέμβασι.

Τελικώς, με επέμβασι του Σοβιέτ αποφεύχθηκε η ανάληψιςη δράσεως κατά των αναρχοκομμουνιστών. Όμως, το γεγονός της ευρείας ανταπόκρισης υπέρ των αναρχικών υποτίθεται πως κίνησε το ενδιαφέρον των μπολσεβίκων (το ενδεχόμενο να προέρχεται αυτή η υποστήριξιςη εκ μέρους της μπολσεβίκικης βάσης δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί).

Στις 8 Ιουνίου, η Κ.Ε. των μπολσεβίκων συναντήθηκε με την επιτροπή πόλεως του Πέτρογκραντ, την Στρατιωτική Επιτροπή και με αντιπροσώπους των προσκειμένων στο κόμμα συνταγμάτων, συνδικάτων και εργοστασίων και αποφάσισε να καλέσει σε κοινή διαδήλωση στις 10 Ιουνίου. Αλλά με το πρόσχημα ότι ήταν πιθανό να μετατραπή η διαδήλωση σε εξέγερση, αποφάσισε να κρατηθεί μυστική η απόφαση αυτή μέχρι το πρωί της 10ης Ιουνίου. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ έμαθε αυτήν την απόφαση και έστειλε 500 αντιπροσώπους στις εργατικές συνοικίες και τους στρατώνες προκειμένου να μην κατέβουν σε διαδήλωσι. Τελικά οι μπολσεβίκοι ματαίωσαν την διαδήλωσι.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή του Πανρωσσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ αποφάσισε την πραγματοποίησι μεγάλης διαδηλώσεως στο Πέτρογκραντ στις 18 Ιουνίου, παραμονή της ρωσσικής επιθέσεως στο μέτωπο.

Οι Καντέτ αποφάσισαν να μην συμμετέχουν, ενώ οι μπολσεβίκοι το αντίθετο. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ζηνόβιεφ: «Πρέπει να δημιουργήσουμε μία διαδήλωσι μέσα στην διαδήλωσι… Ο χρόνος είναι ώριμος για την μεταβίβασιν της εξουσίας στα Σοβιέτ».[16]

Εν τω μεταξύ, οι αναρχοκομμουνιστές θέλησαν να πραγματοποιήσουν διαδήλωσι για τις 14 Ιουνίου. Η αντίδραση των μπολσεβίκων ήταν έντονη. Η «Πράβντα», στις 14 Ιουνίου, έγραψε: «Η Επιτροπή Πετρούπολης το θεωρεί απαραίτητο να ανακοινώση με αποφασιστικό τρόπο ότι όλες οι ασυντόνιστες δράσεις από μεμονωμένες ομάδες στρατιωτών και εργαζομένων μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες ζημιές στην επανάστασι. Εξ αιτίας αυτού όλες οι διαδηλώσεις, χωρίς το κάλεσμα της Κεντρικής Επιτροπής, της Επιτροπής Πετρούπολης και της Στρατιωτικής Οργάνωσης, θεωρούνται απολύτως απαράδεκτες».

Οι αναρχοκομμουνιστές δεν πραγματοποίησαν διαδήλωσιν την καθορισμένη από αυτούς ημέρα. Και τα σκυλιά δεμένα!

Η διαδήλωση της 18ης Ιουνίου σημαδεύτηκε από την εντυπωσιακή παρουσία των μπολσεβίκων αποτέλεσμα της έντονη προπαρασκευής, της οργανωτικότητάς τους και της εκτεταμένης τους προπαγάνδας πάνω στα συνθήματα. Είναι προφανές, πως αυτή η διαδήλωση έδωσε την εντύπωση πως μπορούσαν να ολοκληρώσουν το επόμενο βήμα του σχεδίου τους.

Την επομένη της διαδήλωσης, η κυβέρνηση επιτέθηκε στην βίλλα Durnovo και την ανακατέλαβε. Κατά την ανταλλαγή πυρών σκοτώθηκε ένα μέλος της αναρχοκομμουνιστικής ομοσπονδίας. Παρά τις συζητήσεις και την ένταση που υπήρξε δεν έγινε κάποια περαιτέρω κίνηση.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 173, Ιούλιος Αύγουστος 2017

[1]. Βλέπε ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.172.

[2]. Επίσημο όργανο του σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης (Πέτρογκραντ).

[3]. Η ολοκλήρωσή του επρόκειτο να πραγματοποιηθεί την άνοιξη του 1918.

[4]. «Τον Μάρτιο του 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση θέσπισε μια σειρά από προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που δύσκολα βρίσκονταν όμοιές τους στη νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία», Μάρραιη Μπούκτσιν, Η Τρίτη επανάσταση, τόμος γ΄ σελ. 173, εκδ. Αλεξάνδρεια.

[5]. Στην μετέπειτα πολιτική ορολογία η πλήρης και ακριβής αντιστοιχία είναι: Στρατιωτική Επιτροπή = Χούντα.

[6]. Alexander Rabinowitch. Prelude to Revolution.Τhe Petrograd Bolsheviks and the July 1917 Uprising, Indiana University Press, 1991, p. 50.

[7]. Από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 1917 ο αριθμός των μελών των μπολσεβίκικου κόμματος αυξήθηκε από 2.000 σε 30.000.

[8]. Από τους σχεδόν 150.000 εργάτες που εντάχθηκαν στο εργατικό δυναμικό του Πέτρογκραντ, μεταξύ 1914 και 1917, υπολογίζεται ότι το 50 έως 70 τοις εκατό, δηλαδή περίπου 80.000 άνθρωποι, ήταν χωρικοί.

[9]. Πρόκειται για τον γνωστό για τις φιλομπολσεβίκικες απόψεις του.

[10]. Αρχεία του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, έγγραφον υπ’ αριθμ. Δ-627769.

[11].  Α. Κέρενσκυ, Η Ρωσική Επανάσταση όπως την έζησα, σελ. 261, έκδ. Πάπυρος.

[12]. Αρχεία του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών στο Εθνικό Αρχείο των ΗΠΑ, Ουάσινγκτων, Πτ. 1499. Τμ. Δ 627.679 – 680.

[13]. Μάρραιη Μπούκτσιν, Η Τρίτη επανάσταση, τόμος γ΄ σελ. 262, εκδ. Αλεξάνδρεια.

[14]. Ιδιαίτερα δια της Σολντάτσκαγια Πράβντα.

[15]. Alexander Rabinowitch. Prelude to Revolution. Τhe Petrograd Bolsheviks and the July 1917 Uprising, Indiana University Press, 1991, p. 62-63.

[16]. Alexander Rabinowitch. Prelude to Revolution.Τhe Petrograd Bolsheviks and the July 1917 Uprising, Indiana University Press, 1991, p. 98.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.