ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 2ο)

Η άφιξη του Λένιν

Παρά το ότι η κομμουνιστική αριστερά προσπαθεί να ξεχάσει το γεγονός, η αλήθεια είναι ότι η μετακίνηση του Λένιν από την Ελβετία στην Ρωσσία, πραγματοποιήθηκε κατόπιν συμφωνίας του με το Γερμανικό κράτος, το οποίο και διέσχισε μαζί με την ακολουθία του μέσα σε ένα σφραγισμένο τραίνο. Από εκεί μέσω Σουηδίας πέρασε στην Ρωσσία. Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση, πλέον, ότι η συμφωνία περιελάμβανε, εκτός από την μεταφορά του Λένιν, την ενεργότερη βοήθεια της Γερμανίας προς τους Μπολσεβίκους με αντάλλαγμα την σύναψη ειρήνης μεταξύ Ρωσσίας και Γερμανίας, το ταχύτερον δυνατόν, ώστε τα γερμανικά στρατεύματα να δυνηθούν, μετά τον τερματισμό του πολέμου στο Ανατολικό Μέτωπο να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους κατά της Γαλλίας, της Βρετανίας και των συμμαχικών δυνάμεων στο Δυτικό Μέτωπο.

Ο Λένιν αφικνείται στην Ρωσσία την νύκτα της 3ης Απριλίου και ανακοινώνει τις Θέσεις του Απρίλη. Πρόκειται για κείμενο εκ 10 σημείων, το οποίο ο Πλεχάνωφ χαρακτήρισε ως προϊόν παραληρήματος.

Είναι αλήθεια ότι το κείμενο διαπνέεται από αντιφάσεις, εμφυλιοπολεμικό πνεύμα και αστικοδημοκρατική φρασεολογία και κατεύθυνση, που γαρνίρεται από βαρύγδουπη αντικεφαλαιοκρατική κουτοπονηριά. Χαρακτηριστικά –και επιγραμματικά– αξιώνει και συναρτά «το τέλος του πολέμου με την ανατροπή του κεφαλαίου που θα επιφέρει ειρήνη αληθινά δημοκρατική(!), όχι εξαναγκαστική» (θέση 2), διακηρύσσει το πέρασμα «της εξουσίας στα σοβιέτ των εργατών βουλευτών» (θέση 4), ενώ αμέσως μετά προτάσσει αντί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας την «δημοκρατία των σοβιέτ των εργατών, των εργατών γης και των αγροτών βουλευτών» (θέση 5) και στην συνέχεια διακηρύσσει ότι «δεν τίθεται ως άμεσο καθήκον η εφαρμογή του σοσιαλισμού» (θέση 8). Πρόκειται για ένα αστικοδημοκρατικό πρόγραμμα που έχει σκοπό να αντικαταστήσει την ήδη χαραχθείσα από την Προσωρινή Κυβέρνηση αστικοδημοκρατική πορεία.[1] Μόνο που στην ουσία υστερεί.

Επίσης, στην Συνδιάσκεψη του μπολσεβίκικου κόμματος που συνήλθε στο Πέτρογκραντ στις 24-29 Απριλίου 1917 (Ν.Η) ο Κάμενεφ, με προτροπή των στελεχών του «εσωτερικού», δηλαδή όσων αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία στο κόμμα «και έζησαν μαζί πρακτικά την επανάσταση», αντιτάχθηκε στις ξενόφερτες και θολές θέσεις του Λένιν με μία εισήγηση στην οποία εκθειαζόταν η αστικοδημοκρατική δικτατορία.[2]

Είναι προφανές, ότι ο πρόγραμμα της Προσωρινής Κυβερνήσεως ξεπερνούσε τα αστικοδημοκρατικά όρια. Όπως είναι αληθές, ότι στο διάστημα κατά το οποίο, αυτή, διαχειρίσθηκε τις κρατικές υποθέσεις δεν υπήρξαν τα ολέθρια αποτελέσματα για τον πληθυσμό της Ρωσσίας, τα οποία επήλθαν μετά από την επικράτηση των μπολσεβίκων και που διήρκεσαν για δεκαετίες.

Η μανιώδης επιθετικότητα των μπολσεβίκων αλλά και οι συμμαχίες που συνέπηξαν με τους αποκαλούμενους απ’ αυτούς ιμπεριαλιστές,[3] εντάσσεται καταφανώς στην διαμάχη με σκοπό την εδραίωση της εξουσίας εντός του πλαισίου ανασυγκρότησης της Τάξης, συστατικό της οποίας αναδεικνύεται ο μπολσεβικισμός. Όπως έχει αποδειχθεί, σε καταστάσεις όπως αυτές, η διαμάχη ανάμεσα στις διάφορες μερίδες της Τάξης, μέχρι την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος της, είναι λυσσαλέα.

Οι μπολσεβίκοι (παρά την βαρύγδουπη ονομασία τους, που σημαίνει πλειοψηφία), πριν και κατά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 ήταν μία μειοψηφία, τόσον κοινωνικά όσον και οργανωτικά, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Λένιν.[4]

Παρ’ όλα αυτά, μετά την επανάσταση ανέπτυξαν έντονη εκδοτική και προπαγανδιστική δραστηριότητα, βασισμένοι σε «αφανείς» χρηματοδοτικούς πόρους. Όπως παραδέχτηκε αργότερα ο υπουργός των εξωτερικών της Γερμανίας Κύλμαν σε επιστολή του προς τον Κάιζερ στις 3 Δεκεμβρίου 1917(Ν.Η.): «Μόνον τότε, όταν οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να λαμβάνουν από μας μια σταθερή ροή πόρων μέσω διαφόρων καναλιών και κάτω από διαφορετικές ετικέτες, αυτοί κατάφεραν να σταθεί στα πόδια της το κύριο όργανο τους που ήταν η Πράβντα, να διεξαγάγουν ενεργητική προπαγάνδα και να επεκτείνουν σημαντικά την αρχικά περιορισμένη βάση των μελών του κόμματός τους».[5] Ας σημειωθεί, ότι ο Βολίν, στο πολιτικό του σύγγραμμα Η Άγνωστη Επανάσταση αναφέρεται, επίσης, στους «όχι ευκαταφρόνητους οικονομικούς πόρους» των μπολσεβίκων,[6] αποφεύγοντας να αναφερθεί στην προέλευσή τους είτε διότι δεν γνώριζε, είτε επειδή δεν ήθελε.

Παρ’ ότι τα φαινόμενα δείχνουν ότι η προσέγγιση μπολσεβίκων και ιθυνόντων της Γερμανικής αυτοκρατορίας άρχισε μετά την πτώση της μοναρχίας, τα επίσημα στοιχεία αποδεικνύουν ότι η σχέση αυτή χρονολογείται σχεδόν από τις αρχές της Α΄ Παγκόσμιας Ανθρωποσφαγής, διότι κατά την παραμονή του Λένιν στην Ελβετία, οι μπολσεβίκοι ελάμβαναν από την Γερμανική Κυβέρνηση χρηματικές επιχορηγήσεις για την διευκόλυνση της ηττοπαθούς (υπονομευτικής) προπαγάνδας τους. Η οικονομική και πολιτική λυκο-συμμαχία του Λένιν με τον Γουλιέλμο Β΄, που εδραιώθηκε με ενδιάμεσο τον δρ. Χέλφαντ (Πάρβους) και σύνδεσμο τον Φύρστενμπεργκ (Γκανέτσκυ), διατηρήθηκε έως το τέλος της Γερμανικής αυτοκρατορίας.[7]

Στην βάση αυτής της συμμαχίας εντάχθηκαν, από την πρώτη στιγμή της επανόδου του Λένιν, διάφορες κινητοποιήσεις στις οποίες πρωτοστατούσαν ένοπλα τμήματα. Εν προκειμένω, με αφορμή μία διακοίνωση του υπουργού επί των Εξωτερικών Μιλιούκωφ, «η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ έδωσε στη δημοσιότητα μία έν­τονη διαμαρτυρία εναντίον της «ιμπεριαλιστικής» διακοίνωσης. Ο Λένιν, που είχε μόλις γυρίσει από την Ελβετία, έστειλε αμέσως τα πρωτοπαλλήκαρά του στους στρατώνες. Στις 4 ’Απριλίου, το Φινλανδικό Σύν­ταγμα της Φρουράς βάδισε ως το μέγαρο Μαρίινσκυ με όλο του τον οπλισμό, με κόκκινες σημαίες και με πλακάτ, όπου ήταν γραμμένα συνθήματα εναντίον της κυβερνήσεως, μα ιδιαίτερα εναντίον των Μιλιούκωφ και Γκουτσκώφ. Θεωρήθηκε λίγο-πολύ αυθόρμητη, τότε, αυτή η εκδήλωση και έγινε πιστευτό, πως ίσως να ευθυνόταν γι’ αυτήν μονάχα κάποιος υπολοχαγός ονόματι Λίντε, φανατικός ειρηνιστής και πως δεν είχαν καμμιά ανάμιξη ο Λένιν κι οι Μπολσεβίκοι. Διαβάζοντας, όμως, τα γερμανικά αρχεία πριν από λίγα χρόνια, όταν εργαζόμουν στο Ινστιτούτο Χούβερ, βρήκα σε έγγραφα αναμφισβήτητες αποδείξεις, πως όλη αυτήν την ιστορία την είχε υποκινήσει ο Λένιν».[8]

Τήν ίδια μέρα τεράστια πλή­θη ξεχύθηκαν στους δρόμους του Πέτρογκραντ διαδηλώνοντας υπέρ της Προσωρινής Κυβερνήσεως. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ, αμέσως μετά, αρνήθηκε με ανακοίνωση της κάθε σχέση με την αντικυβερνητική εκδήλωση των στρατιωτών. Δέχτηκε, ακόμη, να εξηγήσει και να αποδεχθεί με δήλωσή της, την πραγματική και καταφανή έννοια τής διακοίνωσης του υπουργού επί των Εξωτερικών, την οποία είχε χαρακτηρίσει σαν «ιμπεριαλιστική». Εννοείται, πως αυτή η θέση του Σοβιέτ πάρθηκε για τα μάτια του κόσμου και για να αποσείσει τις ευθύνες σε ό,τι αφορά την κατάσταση που προηγήθηκε.

Προς επίρρωση της ύπαρξης του υπονομευτικού σχεδίου ας ληφθεί υπ’ όψιν ότι στις 2 Απριλίου, ο Λένιν ευρισκόμενος στη Στοκχόλμη υποστήριξε σε συγκέντρωση της αριστερής πτέρυγας του εκεί Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, ότι εντός δύο ή τριών εβδομάδων θα επέστρεφε στην Στοκχόλμη για να διαπραγματευθεί συνθήκη ειρήνης με την Γερμανική Αυτοκρατορία.

Επίσης, στις 21 Απριλίου, από την Χάγη, ο λόρδος Μπαλφούρ αποστέλλει στον σερ Μπιουκάναν το κάτωθι τηλεγράφημα: «Εκ τεσσάρων διαφορετικών πηγών ήκουσα τας τελευταίας ημέρας, ως προερχομένην εκ Κοπεγχάγης, την πληροφορίαν περί της βεβαιότητος των Γερμανών, ότι εντός δύο εβδομάδων θα ανακοινωθή η σύναψις ειρήνης μεταξύ Γερμανίας και Ρωσσίας. Συμφώνως προς μίαν εκ των πηγών, ο Κύλμαν, όστις λέγεται ότι ευρίσκεται εις Κοπεγχάγην, έλαβεν εξουσιοδότησιν διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων».[9]

Η κύρια επιδίωξη των Μπολσεβίκων από την πρώτη στιγμή ήταν να ελέγξουν το στράτευμα και ιδιαιτέρως την φρουρά της Αγίας Πετρούπολης. Για τον σκοπό αυτό εξαπόλυσαν την ηττοπαθή και διαλυτική προπαγάνδα τους στο μέτωπο μέσω της διείσδυσής τους στην Φρουρά του Πέτρογκραντ.

«Καθημερινά από τις 15 Απριλίου έως τις 5 Ιουλίου η Σολντάτσκαγια Πράβντα (Στρατιωτική Αλήθεια)[10] επιτίθετο κατά της κυβερνήσεως επειδή επιχειρούσε να επαναφέρει μία στοιχειώδη πειθαρχία στα συντάγματα της Αγίας Πετρούπολης και να αποστείλει στο μέτωπο στρατιώτες της φρουράς.

Το έντυπο αυτό κατακλυζόταν από έναν χείμαρρο γραμμάτων και ψηφισμάτων από το μέτωπο, τα οποία περιέγραφαν μία ανησυχητική, αν και διαστρεβλωμένη, εικόνα των συνθηκών που υπήρχαν εκεί».[11]

Είναι γεγονός πως η κομμουνιστική προπαγάνδα του ψεύδους, με σκοπό την σύγχυση στον πληθυσμό και την υπονόμευση της Προσωρινής Κυβερνήσεως δεν έπαυσε ούτε στιγμή.

Στα μέσα Μαΐου του 1917 η επίδραση της προπαγάνδας αυτού του είδους έγινε αισθητή. Ο δρόμος για το επόμενο βήμα των μπολσεβίκων ήταν ανοικτός!

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην Αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 172, Ιούνιος 2017

[1]. Η Πράβντα (όργανο των μπολσεβίκων) στο υπ’ αριθμ. 1 φύλλο της (5 Μαρτίου 1917), αναγνωρίζει ως «βασικό καθήκον» της επανάστασης «την εισαγωγή του δημοκρατικού ρεπουμπλικανικού συστήματος». .

[2]. Λ. Τρότσκυ, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, τ. Β΄, σελ.97, έκδ. Νέοι Στόχοι, Αθήνα 1971.

[3]. Εννοείται πως σε τοιούτου είδους συγκρούσεις στους κόλπους της Τάξης, η κάθε πλευρά επιλέγει τους συμμάχους της. Η Προσωρινή Κυβέρνηση είχε επιλέξει να σταθεί στο πλευρό της Αντάντ. Άλλωστε, με δεδομένο το επικείμενο τέλος του πολέμου, έλπιζε στα οφέλη που θα αποκόμιζε από την ειρήνη.

[4]. Θέσεις του Απρίλη, σημείο 4.

[5]. http://lenin-rus.narod.ru/01.htm

[6]. Τόμος Α΄, σελ. 133, έκδοση Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1975.

[7]. http://lenin-rus.narod.ru/01.htm

[8]. Α. Κέρενσκυ, Η Ρωσική Επανάσταση όπως την έζησα, σελ. 210, έκδ. Πάπυρος.

[9]. Η γερμανική αυτοκρατορία αποσκοπούσε στην σύναψη ειρήνης μέσω δύο διαφορετικών πλευρών. Η πρώτη αφορούσε τους δεσμούς με την τσαρική οικογένεια. Η δεύτερη πλευρά ήταν οι μπολσεβίκοι, οι οποίοι από τον Σεπτέμβριο του 1915, στην συνδιάσκεψη που έγινε στο μικρό ελβετικό χωριό Τσίμερβαλντ, είχαν ταχθεί κατά του πολέμου. Οι προσπάθειες για ειρήνη σκόνταψαν στην άρνηση τού τσάρου και στην συνέχεια της Προσωρινής Κυβερνήσεως, οπότε τέθηκε επί τάπητος το «χαρτί» των μπολσεβίκων, οι οποίοι, σημειωτέον, είχαν ήδη δεσμούς με την Γερμανική Αυτοκρατορία.

[10]. Όργανο της Στρατιωτικής Επιτροπής των Μπολσεβίκων, από το οποίο μόνο αλήθειες δεν εκπορεύονταν.

[11]. Alexander Rabinowitch. Prelude to Revolution. Τhe Petro­grad Bolsheviks and the July 1917 Uprising, Indiana University Press, 1991, p. 52.

Both comments and trackbacks are currently closed.