ΡΩΣΣΙΑ 1917. Από την επανάσταση του Φεβρουαρίου έως τα γεγονότα του Ιουλίου. (Μέρος 1ο)

Περί επανεγγραφής της ιστορίας

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από το ψεύδος. Η επίδρασή του στον πληθυσμό είναι τόσον καταλυτική ώστε εκείνος, ο οποίος θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει την αλήθεια, είναι σφόδρα ενδεχόμενο να διατρέξει διαφόρους κινδύνους και να υποστεί συκοφαντικές επιθέσεις, επειδή είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το εδραιωμένο ψεύδος ανατρέπεται με μεγάλη δυσκολία. Όταν, μάλιστα, τα ψεύδη σχετίζονται με καταστάσεις υψηλού ενδιαφέροντος και συμφερόντων, τότε τα πράγματα γίνονται ιδιαίτερα δύσκολα αν όχι επικίνδυνα για εκείνους, οι οποίοι θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν την κατεστημένη συνθήκη ψεύδους.

Η έλλειψη ευθυκρισίας και η άκριτος αποδοχή απόψεων και θέσεων σε συνδυασμό με την συνεχή επανάληψη και διάδοση τους, που επιτυγχάνει την «πλύση» του εγκεφάλου των ανθρώπων, μετατρέπει το ψεύδος σε καθεστώς. Αυτοί οι οποίοι συνειδητά το διασπείρουν υποκρύπτουν την ουσία που υπάρχει πίσω από τα επιφαινόμενα. Αυτή η απόκρυψη πραγματοποιείται με την δόμηση υλικών παραπετασμάτων (ιδεολογία, βιβλιογραφία, μυθιστορία, τέχνη, κ.λπ. ) με τα οποία εμφανίζουν το ψεύδος ως αλήθεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο πανικός που έχει κυριεύσει τους υποστηρικτές ψευδών έχει οδηγήσει σε μία συλλήβδην προσπάθεια απαξιώσεως οιασδήποτε εμβάθυνσης στα ιστορικά δεδομένα και στα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ανεδείχθησαν από την δυνατότητα πρόσβασης στα κρατικά αρχεία της Ρωσσίας και των άμεσα εμπλεκομένων κρατών κατά την πρώτη περίοδο (1914-1918) της παγκόσμιας ανθρωποσφαγής.

Η επιθετικότητα των παραχαρακτών της ιστορικής αλήθειας και των υποστηρικτών τους έχει εκδηλωθεί με το γνωστό, πλέον, ανάθεμα που εκπέμπεται με τον χαρακτηρισμό παντός είδους διαφορετικής διατύπωσης επί των ιστορικών «δεδομένων» ως «ξαναγράψιμο της ιστορίας».

Όμως, η αντίδραση, ως προς την επανεγγραφή ιστορικών γεγονότων είναι κάτι το οποίο περιλαμβάνει τόσο την έρευνα και την ανάδειξη στοιχείων, όσον και τη διαφορετική απόδοση των ήδη γνωστών γεγονότων με τρόπο που να αλλοιώνει τα μέχρι τώρα δεδομένα χωρίς, όμως, να στηρίζεται σε πρόσθετα στοιχεία τα οποία να αποτελούν αποδεικτικό υλικό στο οποίο θα μπορούσαν να στηριχθούν οι επιχειρούμενες αλλαγές. Προφανέστατα πρόκειται για δύο διαφορετικές καταστάσεις, αφού στη μία περίπτωση έχουμε προσπάθεια αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας με αποδείξεις, ενώ στην άλλη έχουμε αλλοίωση ή απόπειρα αλλοίωσης, της αποδεδειγμένης ιστορικής αλήθειας. Άλλωστε η ιστορία δεν είναι «το άπαξ δια παντός» γραφέν, αλλά το διαρκώς ανανεωνόμενο μέσα από την διαρκή έρευνα και την, απαλλαγμένη ιδεολογικών και πολιτικών προκαταλήψεων, ανάλυση και σύνθεση γεγονότων, απόψεων καί καταστάσεων.

Τα δεδομένα της Επανάστασης

Πάνω σε αυτήν την βάση θα επιχειρήσουμε, με το παρόν κείμενο, την ανάδειξη κάποιων γεγονότων τα οποία έχουν σχέση με την πραγματικότητα και όχι με τις ιδεολογικοπολιτικές κατασκευές των εξουσιαστών του Μαρξιστο-Μπολσεβικισμού και των ενσυνείδητων ή αφελών ακολουθητών και υπερασπιστών της κομμουνιστικής αριστεράς.

Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να τονίσουμε ότι τον Φεβρουάριο που 1917 πραγματοποιήθηκε στην Ρωσσία η αυθεντικότερη επανάσταση του 20ου αιώνα. Όμως η κομμουνιστική και αριστερή προπαγάνδα, εν γένει, έχουν επι-

τύχει να την υποβαθμίσουν με το χαρακτηρισμό της ως αστικής, αναδεικνύοντας και προβάλλοντας αντ’ αυτής την λεγόμενη Οκτωβριανή «προλεταριακή επανάσταση». Ακόμη και ένα μέρος της ευρύτερης βιβλιογραφίας έχει υιοθετήσει αυτή την εκδοχή.

Όμως, τα κύματα ανθρώπων, που κατέκλυσαν τους δρόμους και τις λεωφόρους της Αγίας Πετρούπολης (Πέτρογκραντ), που συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις του τσαρικού καθεστώτος, που συμφιλιώθηκαν με τους κοζάκους και συναδελφώθηκαν με τους στρατιώτες, οι ασύγκριτου μεγαλείου σκηνές δεν επαναλήφθηκαν. Αντιγράφηκαν, όμως, στις κατασκευασμένες προπαγανδιστικές ταινίες του Αϊζενστάϊν και εμφανίσθηκαν ως γεγονότα τα οποία υποτίθεται πως συνέβησαν στην δήθεν επανάσταση του Οκτωβρίου.

Η πτώση της μοναρχίας τον Φεβρουάριο ήταν ένα πολύμοχθο και μακροχρόνιο έργο. Ένας δύσκολος αγώνας που ο κόσμος των καταπιεσμένων τον έβλεπε ως προοίμιο της χειραφέτησής του. Ήταν ένας λαμπρός σταθμός στην ιστορία του 20ου αιώνα. Σύμφωνα μάλιστα με τον Τρουμπετσκόϊ[1] «Η επανάσταση του Φεβρουαρίου στάθηκε μοναδική στήν ιστορία κατά τούτο, ότι σ’ αυτήν πήραν μέρος όλες οι κοι­νωνικές τάξεις». Το αποτέλεσμα, βέβαια, στην ουσία αφορούσε την καθ’ εαυτήν Τάξη,[2] η οποία επιδίωκε να ανασχηματισθεί και να ενδυναμωθεί, πράγμα το οποίον ολοκλήρωσε η πτέρυγα των μπολσεβίκων,[3] μετά από πολυετείς σφαγές και εκκαθαρίσεις.

Είναι γνωστόν, ότι οι Μπολσεβίκοι κατά την επανάσταση του Φεβρουαρίου κράτησαν μια ιδιότυπη στάση, παρά τις εκ των υστέρων διαφορετικές τοποθετήσεις τους επί του συνταρακτικού αυτού γεγονότος. Χαρακτηριστικά, ο Σλιαπνικώφ, «κύρια μορφή στο τότε κέντρο των μπολσεβίκων της Πετρούπολης, διηγείται ότι, στο αίτημα των εργατών που ήθελαν όπλα, τουλάχιστον περίστροφα, πρόβαλε άρνηση, στέλνοντάς τους να τα ζητήσουν από τους στρατιώτες».[4]

Η δικαιολογία, η οποία προβλήθηκε από τον ίδιο, ότι με αυτό τον τρόπο ήθελε να αποφευχθεί μια σφαγή των εργατών από τα οπλισμένα τμήματα της κυβερνήσεως, είναι εντελώς αστήρικτη επειδή, είτε εξοπλίζονταν από τους Μπολσεβίκους είτε από τους στρατιώτες, το ενδεχόμενο της σφαγής υπήρχε στον ίδιο ακριβώς βαθμό.

Βεβαίως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Τάξη ευρίσκετο σε κατάσταση σύγχυσης και αποδιοργάνωσης, με αποτέλεσμα αυτό να έχει αντίκτυπο και στα μέλη της Δούμα.[5] Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος υπήρξε αδράνεια κατά τις ημέρες της επαναστάσεως, την οποία επέδειξε ο πρόεδρος της Δούμα, Ροτζιάνκο, μη συγκαλώντας την σε συνεδρίαση μετά την απόφαση του Τσάρου για την διάλυσή της. Έτσι, τα επαναστατημένα πλήθη και οι στρατιώτες συνάντησαν μέλη της Δούμα, τα οποία είχαν συγκληθεί σε μία άτυπη συνεδρίαση, όπου επέδειξαν την εμπιστοσύνη τους στους παρευρισκόμενους βουλευτές. Αυτή η διαδικασία έλαβε ευρύτερες διαστάσεις με την ουσιαστική και εκτεταμένη παροχή εμπιστοσύνης στην Προσωρινή Κυβέρνηση, κατά την διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της Φεβρουαριανής Επαναστάσεως.

Παρά τα όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί, η αλήθεια είναι πως οι μπολσεβίκοι δεν συμμετείχαν στην συγκρότηση του σοβιέτ του Πέτρογκραντ. Ο Σκομπέλεφ, ένας μενσεβίκος βουλευτής, ήταν αυτός ο οποίος ζήτησε, την 27η Φεβρουαρίου, από τον πρόεδρο της Δούμα Ροτζιάνκο, μία αίθουσα στο κτίριο της Ταυρίδας[6] προκειμένου να οργανώσει ένα σοβιέτ από αντιπροσώπους των εργατών, ώστε να επανέλθει η τάξη στα εργοστάσια.

Οι μπολσεβίκοι όχι μόνο δεν βοήθησαν στην συγκρότηση του Σοβιέτ, αλλά το αντιμετώπιζαν εχθρικά επειδή ήταν πέραν των σχεδίων τους. Προς το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου άλλαξαν στάση και μπήκαν στην Εκτελεστική του Επιτροπή διαπιστώνοντας πως κινδύνευαν να αυτοαποκλεισθούν.[7] Μεταξύ αυτών που συμμετείχαν ήταν ο Μολότωφ και ο Σλιαπνικώφ.

Με την είσοδο των Μπολσεβίκων άλλαξε μεμιάς χαρακτήρα τό Σοβιέτ. Κατόπιν προτάσεως του Μολότωφ καί παρά τις διαμαρτυρίες των Μενσε­βίκων και μερικών Σοσιαλεπαναστατών, αποφασίσθηκε να κληθούν όλες οι μονάδες της φρουράς του Πέτρογκραντ νά στείλουν αντιπροσώπους. Με αυτόν τον τρόπο αλλοιώθηκε ο εργατικός του χαρακτήρας, αφού πολύ γρήγορα είχε 3.000 μέλη, από τα οποία 2.000 ήταν στρατιώτες και 1.000 ήταν εργάτες.

Από την Προσωρινή Κυβέρνηση, η οποία εν συνεχεία συστάθηκε, υπογράφτηκε στις 2 Μαρτίου[8] και δημοσιεύ­θηκε την επομένη η παρα­κάτω ανακοίνωση:

«Δήλωσις τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως.

Ἡ ἐκ μελῶν τῆς Κρατικὴς Δούμα συσταθεῖσα Προ­σωρινὴ Ἐπιτροπή, στηριχθεῖσα εἰς τὴν βοήθειαν καὶ τὴν ψυχικὴν συμπαράστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης, ἐπέτυχεν τόσον εὐρεῖαν νίκην ἐπὶ τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ παλαιοῦ καθεστώ­τος, ὥστε δύναται πλέον νὰ ἀναλάβη τὴν συγκρότησιν μιᾶς σταθερωτέρας ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.

Ἐν ὄψει τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ, ἡ Προσωρινὴ Ἐπι­τροπὴ τῆς Κρατικῆς Δούμα διώρισε τοὺς κατωτέρω ὡς ὑπουργοὺς τῆς πρώτης ἀντιπροσωπευούσης τὸν λαὸν κυβερνήσεως. Τὸ πολιτικὸν παρελθὸν τούτων καὶ ἡ περὶ τὰ κοινὰ δραστηριότης των θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς χώρας εἰς τὴν κυβέρνησιν:

Πρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ‘Υπουργός τῶν Ἐσωτερικῶν: Πρίγκηψ Γκ. Ε. Λβώφ. Ὑπουργὸς Ἐξω­τερικῶν: Π.Ν. Μιλιούκωφ. Ὑπουργὸς  Στρατιωτικῶν καὶ Ναυ­τικὼν: A. I. Γκουτσκώφ. Ὑπουργὸς Μεταφορῶν: Ν.Β. Νεκράσωφ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας: A.I. Κονοβάλωφ. Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν: Μ.I. Τερεστσένκο. Ὑπουρ­γὸς Παιδείας: A.Α. Μανουήλωφ. Ἀνώτατος Ἀντιπρόσωπος Ἱερᾶς Συνόδου: Β. Λβώφ. Ὑπουργὸς Γεωργίας: A.I. Σινγκάρεφ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης: Α. Φ. Κέρενσκυ.

Ἡ κυβέρνησις θὰ καθοδηγῆται εἰς τάς ἐνεργείας της ὑπὸ τῶν κατωτέρω προγραμματι­κὼν ἀρχῶν:

  1. Ἄμεσος καὶ πλήρης ἀμνήστευσις παντὸς ἀδι­κή­ματος πολιτικοῦ καὶ θρη­σκευτικοῦ συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τρομοκρατικῶν πράξεων, τῆς ἀν­ταρ­σίας εἰς τάς ἐνόπλους δυνάμεις, τῶν ἀγροτικῶν Ἀδικημάτων κ.λπ.
  2. Ἐλευθερία λόγου, Τύπου καὶ συγκεντρώσεων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς συνδικαλιστικὴς ὀργανώσεως καὶ ἀπεργίας, μετ’ ἐπεκτάσεως τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ἐπιβαλλομένους ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐν γένει καὶ συγκεκριμένης ὑπηρεσίας.
  3. Κατάργησις παντὸς περιορισμοῦ ἐκ λόγων ταξικών, θρησκευτικῶν καὶ ἐθνικότητος.
  4. Ἄμεσος προετοιμασία διὰ τὴν σύγκλησιν Συ­ντα­κτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία θὰ προέλθη ἐξ ἐκλογῶν μὲ καθολικήν, ἴσην, ἄμεσον καὶ μυστικὴν ψηφοφορίαν καὶ θὰ καθορίση τὴν μορφὴν διακυβερνήσεως καὶ τὸ σύνταγμα τῆς χώρας.
  5. Ἀντικατάστασις τῆς ἀστυνομίας διὰ πολι­το­φυ­λα­κὴς μὲ αἱρετοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπευθύνους ἔναντι τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως.
  6. Αἱ ἐκλογαὶ διὰ τὰ ὄργανα τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως θὰ διεξαχθοὺν διὰ καθολικῆς, ἀμέσου, ἴσης καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας.
  7. Αἱ μονάδες στρατοῦ, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ ἐπαναστατικον κίνημα, δὲν θὰ ἀφοπλισθοῦν, οὔτε θὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὸ Πέτρογκραντ.[9] Οἱ ὁπλῖται, χωρὶς νὰ παύσουν νὰ τηροῦν πάντοτε τοὺς κανόνας τῆς αὐστηρᾶς στρατιωτικῆς πειθαρχίας ἐν τῆ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντος καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας των, θὰ ἀπαλλαγοῦν παντὸς περιορισμοῦ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τὴν ὁποίαν ἀπολαύουν ὅλοι οἱ πολῖται.

Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ καθῆκον της νὰ προ­σθέση, ὅτι δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν πρόθεσιν νὰ ἐπ­ωφεληθῆ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως διὰ νὰ κα­θυστέρηση καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα συ­νο­πτικῶς ἀναφέρονται ἀνωτέρω.

Ὁ Πρόεδρος τῆς Κρατικὴς Δούμας: Μ. Ροτζιάνκο.

Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου:

Πρίγκηψ Λβώφ.

Οἱ Ὑπουργοί: Μιλιούκωφ, Νεκράσωφ, Μανουήλωφ, Κονοβάλωφ, Τερεστσένκο, Β. Λβώφ,

Σινγκάρεφ, Κέρενσκυ».

Από τις πρώτες κιόλας μέρες της, η Προσωρινή Κυβέρνηση διακήρυξε την ανεξαρτησία της Πολωνίας και αποκατέστησε τήν πλήρη αυτονομία της Φινλανδίας. Το καλοκαίρι δόθηκε αυτονομία και στην Ουκρανία. Ήδη, από τον Μάρτιο, είχαν κληθεί αντιπρόσωποι από διάφορες εθνότητες να αναλάβουν την διακυβέρνηση στις περιοχές τους, όπως στο Τουρκεστάν, τον Καύκασο και τις επαρχίες της Βαλτικής. Στις αρχές Ιουλίου συνεστήθη επιτροπή προκειμένου να ασχοληθεί με την κατάρτιση νομοθετικού πλαισίου για την αναδιοργάνωση της Ρωσσίας στην βάση ενός ομοσπονδιακού συστήματος διακυβέρνησης.

Τρεις μόνο εβδομάδες μετά τη συντριβή της μο­ναρχίας, η Προσωρινή Κυβέρνηση δημοσίευσε το διάταγμα για την αγροτική μεταρ­ρύθμιση. Συγκροτή­θηκε η Κεντρική Επιτροπή Γης με παραρτήματα σε όλη τη χώρα, των οποίων τα μέλη προήλθαν από εκλογές, σύμφωνα με το νέο εκλογικό νόμο. Στις 20 Μαΐου, η Κεντρική Επιτροπή Γης δημοσίευσε καθοδηγητική εγκύκλιο για τις γενικές αρχές, που θα χρησίμευαν ως βάση για την μεταρρύ­θμιση:

«Συμφώνως προς τας νέας ανάγκας της οικονομίας μας καί προς την πολλάκις εκφρασθείσαν ευχήν των χωρικών, αλλά και τα προγράμματα όλων των δημοκρατικών κομμάτων της χώρας, βασική αρχή εις τον προσεχή αναδασμόν πρέπει να είναι η μεταβίβασις ολοκλήρου της καλλιεργησίμου γης εις τον εργαζόμενον αγροτικόν πληθυσμόν». Η δημοσίευση αυτή προκάλεσε φρενίτιδα στους κύκλους των γαιοκτημόνων.

Με την εργατική της νομοθεσία η Προσωρινή Κυβέρνησις έδωσε στους εργάτες πρωτοφανή ανεξαρτησία και δικαιώματα. Μετά από πρόταση του υπουργού Εμπορίου και Βιομηχανίας Α. Κονοβάλωφ, συμφώνησαν και οι βιομήχανοι με το σοβιέτ του Πέτρογκραντ να εφαρμοσθεί στα εργοστάσιά τους το οκτάωρο. Συστήθηκαν διαιτητικά δικαστήρια. Οι επιτροπές εργοστασίων και τα συνδικαλιστικά σωματεία απέκτησαν την μεγαλύτερη αυτονομία.

Αν θέλουμε, όμως, να αναφερθούμε στην παρακαταθήκη της επανάστασης του Φεβρουαρίου, αυτή βρίσκεται στο ότι ανέδειξε με περίτρανο τρόπο την αυτενέργεια των ανθρώπων. Αυτή, η τεράστιας έντασης σύνθεση διαφορετικών ανθρώπων έδωσε το καθοριστικό πλήγμα στο τσαρικό καθεστώς. Η αυτενέργεια δεν αφορά μόνον τις καθ’ αυτό πράξεις των επαναστατημένων, αλλά αυτές που επακολούθησαν των πρώτων ημερών. Δημόσιοι υπάλληλοι, γνωστοί για τις εχθρικές και βάναυσες συμπεριφορές τους πετάχτηκαν κυριολεκτικά από τις θέσεις τους και πολλοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Οι εργάτες σταμά­τησαν τήν δουλειά τους στα εργοστάσια κι έβγαλαν έξω κουβαλητούς τους μέχρι τότε διευθυντές και μηχανικούς, οι οποίοι ήσαν γνωστοί για την αυταρχική-καταπιεστική συμπεριφορά τους. Σε μερικά μέρη οι χωρικοί, που θυμήθηκαν το 1905-1906, άρχι­σαν να λύνουν με τον δικό τους τρόπο το αγροτικό ζήτημα, διώχνοντας τους γαιοκτήμονες και καταλαμβάνοντας τη γη.

Επίσης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι εκ μέρους της Προσωρινής Κυβερνήσεως δόθηκε πρωταρχική σημασία στα γνωστά ως πολιτικά δικαιώματα και ελευθε­ρίες. Καθιερώθηκε η ανεξαρτησία δικαστών καί δικαστηρίων, καταργήθηκαν όλα τα «ειδικά» δικα­στήρια και όλες οι «πολιτικές» και γενικά σχετικές με την κρατική ασφάλεια υποθέσεις δικάζονταν πλέον από ορκωτά δικαστήρια, όπως και οι υπόλοιπες. Όλοι οι περιορισμοί, οι βασισμένοι στη θρησκεία, την τάξη ή την εθνικότητα, καταργήθηκαν. Στις γυναίκες δόθηκαν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα και οι ελευθερίες, όπως και στους άνδρες.[10]

Ακόμη και ο Λένιν, κατά την επιστροφή του στην Ρωσία το 1917, παραδέχθηκε την πραγματικότητα λέγοντας: «Η Ρωσία είναι τώρα η πιο ελεύθερη απ’ όλες τις εμπόλεμες χώρες στην Ευρώπη και οι μάζες δεν καταπιέζονται πλέον».

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην Αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 172, Ιούνιος 2017

[1]. Ο Ευγένιος Τρουμπετσκόϊ (1863-1920), είναι ρώσος στοχαστής, φιλόσοφος και συγγραφέας.

[2]. Εννοείται πως η αναφορά στην Τάξη δεν σχετίζεται με την πολυθρύλητη, πλην όμως ανυπόστατη, «εργατική τάξη». Βλ. σχετικά: Τάξη εξουσία και κοινωνικός ανταγωνισμός, έκδοση Αρχείο Κοινωνικών Αγώνων, Αθήνα 2015.

[3]. Ως μία από τις συνισταμένες της υπό ανασυγκρότηση Τάξης.

[4]. Λ. Τρότσκυ, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, τ. Α΄, σελ. 116, έκδ. Νέοι Στόχοι, Αθήνα 1971.

[5]. Εννοείται πως η Τάξη (καθώς και οι γενικωτέρου ενδιαφέροντος στοχεύσεις της) δεν ταυτιζόταν πάντοτε με τους βουλευτές της Δούμα και επί μέρους αποφάσεις.

[6]. Αυτή η συστέγαση με την Προσωρινή Κυβέρνηση, έδωσε την δυνατότητα να καλλιεργηθεί η ψευδαίσθηση της ύπαρξης δύο κέντρων εξουσίας.

[7]. Ας σημειωθεί ότι η πρώτη Εκτελεστική Επιτροπή δεν σχηματίστηκε από εκλεγμένα μέλη, άλλα έπειτα από αμοιβαία έγκριση εκείνων, όσων συμφώνησαν να την αποτελέσουν. Έως τό βράδυ μεγάλωσε σιγά-σιγά, περιλαμβάνοντας στούς κόλπους του, εκτός από τ’ αρχικά της μέλη –Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκους– και αντιπροσώπους από τους Λαϊκούς Σοσιαλιστές καί τούς Τρουντόβικους.

[8]. Οι ημερομηνίες είναι σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο, εκτός κι αν αυτό δηλώνεται με την συντόμευση Ν.Η. (Νέο Ημερολόγιο).

[9]. Αυτή η παράγραφος προστέθηκε κατόπιν επιμονής του φιλομπολσεβίκου Στεκλώφ. Είναι προφανής ο λόγος για τον οποίο υπήρξε αυτή η επιμονή για παραμονή όλων των στρατευμάτων στο Πέτρογκραντ μολονότι είναι γνωστό, ότι δεν έλαβαν ενεργό μέρος στην επανάσταση όλες οι μονάδες. Η διατήρηση στην πόλη αυτής της πολυάριθμης φρουράς θα επιτρέψει την διείσδυση των μπολσεβίκων μέσα στο στράτευμα και, εν συνεχεία, την χρησιμοποίηση ενός τμήματος της φρουράς για την κατάληψη της εξουσίας.

[10]. «Η Ρωσσική Προσωρινή Κυβέρνησις, 1917» συλλογή εγγράφων και έκδοσίς τους Ρόμπερτ Πωλ Μπρόουντερ και Α.Φ. Κέρενσκυ. Τυπ. Πανεπ. Στάνφορντ, Καλιφόρνια, 1961.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.