ΟΣΟ ΤΟ ΦΩΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΤΟΣΟ ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ

«Όμως, ας σοβαρευτούμε. Η κρατική καταστολή δεν υπήρξε ποτέ απλή υπόθεση ή επιλογή του όποιου Δροσογιάννη ή Μπάλκου. Αποτελεί πάντα ακρογωνιαίο λίθο της συνολικής κρατικής λειτουργίας και –αντίθετα με όσα προσπαθούν να μας πείσουν τα «προοδευτικά» καθημερινά αναγνώσματα– ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Πολύ περισσότερο που σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια όξυνση της αστυνομικής βίας και καταστολής, αλλά κυρίως με την «ποινικοποίηση» (με «μοχλό» βέβαια την κυβερνητική «βούληση», αλλά με «αυτουργό» την ανεξάρτητη δικαιοσύνη) ενός ευρύτατου φάσματος πρακτικών που μέχρι πρότινος εθεωρούντο απλώς πολιτική δράση. Ακόμα παραπέρα, ο κατασταλτικός μηχανισμός επιχειρεί σήμερα να αποδώσει στην όποια «παραβατικότητα» απορρέει από την πολιτική δράση και τη σύγκρουση με την κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα βαρείες, ει δυνατόν κακουργηματικές κατηγορίες. Η φυσική παρουσία στο χώρο μιας διαδήλωσης που ήρθε σε σύγκρουση με την αστυνομία επέσυρε το 1975 ελαφρότατες ποινές, στη χειρότερη των περιπτώσεων. Σήμερα οι διωκτικές αρχές επιφυλάσσουν για την ίδια πράξη κατηγορίες που επισύρουν ποινές κακουργήματος. Ομοίως ενεργοποιούνται σήμερα για πρώτη φορά οι διατάξεις και οι μηχανισμοί ώστε να παραπέμπονται στα δικαστήρια με κατηγορίες κακουργήματος όσοι εργαζόμενοι αντιστέκονται στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης. (Απεργία πιλότων. Άνοιξη 1986, απεργία εργατών καθαριότητος, Δεκέμβριος 1986).» Πολιτική εξουσία, δίκαιο και κρατική καταστολή, Αντιγόνη Μαυρομάτη, Γιάννης Μηλιός, Θέσεις, Τεύχος 18, περίοδος: Ιανουάριος-Μάρτιος 1987.

Οι τεχνικοί της εξουσίας γνωρίζουν καλά τις απαιτήσεις, που προϋποθέτει η οργάνωση, η συγκρότηση και η ανανέωση των μηχανισμών κατασκευής της κοινωνικής συναίνεσης, αλλά και η αποδοχή τους από τους κυριαρχούμενους.

Αυτή ακριβώς η διαδικασία αναδεικνύεται εντονότερα, όταν η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων απαιτεί την συστράτευση πολιτικών δυνάμεων, που εκκινούν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και εμφανίζονται ως εκφραστές διαφορετικών κοινωνικών δυνάμεων. Στην λεγόμενη «μεταπολίτευση», λόγου χάριν, η επανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος στηρίχθηκε στην «φιλελευθεροποίηση», που εκφράσθηκε με την «λύση» Μαρκεζίνη.

Ο εκδότης της εφημερίδας Απογευματινή Μομφεράτος σε επιστολή του προς τον Κ. Καραμανλή στις 7 Σεπτεμβρίου 1973 αναφέρει σχετικά: «… νομίζω ότι η λύσις Μαρκεζίνη επιβάλλεται να υποστηριχθεί, διότι αποτελεί βήμα προόδου, προς την κατεύθυνσιν της δημιουργίας συνθηκών ομαλότερων… Δρομολογείται η επαναλειτουργία πολιτικού βίου. Αι εκλογαί αποτελούν μεγάλην ευκαιρίαν. Δεν θα πρέπει να χαθεί από πάθη, πείσματα, προσωπικές αντιθέσεις ή απωθημένες καταστάσεις που κατέχουν τον πολιτικόν κόσμον. Βεβαίως όταν λέγω «Ευκαιρίαν» δεν εννοώ ότι ο πολιτικός κόσμος θα επανέλθει κυρίαρχος του δημοσίου βίου. Άλλωστε, ίσως δεν θα πρέπει να είναι αυτή και η επιδίωξις του».

Η ειλικρίνεια του Μομφεράτου στην προκειμένη περίπτωση πραγματικά είναι άκρως διδακτική. Ο εκδότης της Απογευματινής συμβουλεύει ως μεσάζων τον «εθνάρχη», που ούτως ή άλλως βρισκόταν στο ίδιο «καράβι», να επιλέξει τον σωστό τρόπο επαναλειτουργίας του πολιτικού βίου, δίχως βιασύνες, αφήνοντας στην άκρη τα «κουσούρια» του πολιτικού κόσμου, δίχως βιαστικές επιδιώξεις, ώστε να ευοδωθούν οι κοινές προσδοκίες των πολιτικών και εκείνων που πρωτοστάτησαν ή υπηρέτησαν πιστά την δικτατορία. Η «μεγάλη ευκαιρία» δεν έπρεπε να χαθεί και δεν χάθηκε, γιατί η αριστερά δεν άφησε να χαθεί με κανένα τρόπο είτε προπαγάνδιζε την αποχή από τις εκλογές είτε υποστήριζε διακαώς την συμμετοχή σ’ αυτές.

Στην πρώτη περίπτωση συγκαταλέγεται τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΠΑΚ, που όχι μόνο δεν ετοιμάζονται για οποιαδήποτε ρήξη, αλλά λίγο αργότερα προσπαθούν με νύχια και με δόντια να σβήσουν το εξεγερτικό πνεύμα του Νοέμβρη επιδιώκοντας ανεπιτυχώς να τερματισθεί πρόωρα η κατάληψη του Πολυτεχνείου, την οποία δεν ήλεγχαν και φυσικά δεν επιθυμούσαν την πραγματοποίησή της.

Όσο για την «άλλη» αριστερά αυτή δεν μασούσε από τότε τα λόγια της, ούτε είχε ουδεμία διάθεση να χάσει χρόνο.

Σύμφωνα με τον Ηλία Ηλιού ηγετικό στέλεχος τότε του Γραφείου Εσωτερικού:

«…το σύνθημα της αποχής δεν εξηγεί ποιο θα είναι το επόμενο βήμα. Τι προτείνουν για την επόμενη των εκλογών. Αφού όμως η βία αποκλείεται, είναι φανερό ότι ο λαός πρέπει να αξιοποιήσει κάθε νόμιμη δυνατότητα που του παρέχουν αυτοί οι ίδιοι οι ανελεύθεροι θεσμοί, να διεισδύσει από κάθε ρωγμή πού παρουσιάζει το οικοδόμημα της απολυταρχίας και να διευρύνει τη ρωγμή αυτή […] Ο δρόμος της ανοικτής εκλογικής αναμετρήσεως, χωρίς να παραγνωρίζει τις καταστρατηγετικές διατάξεις της νομοθεσίας και τις δυνατότητες πολύπλευρου επηρεασμού των ελευθεριών του λαού, θα πραγματοποιηθεί με αγώνες και δε θα μας χαρισθεί έξωθεν, εμπιστεύεται στη μαζική κινητοποίηση και πάλη, κορυφαίο στάδιο της όποιας είναι και ή δίμηνη προεκλογική περίοδος. Είναι λάθος ότι οι εκλεκτοί του λαού θα ενσωματωθούν και θα ενταχθούν στο καθεστώς της απολυταρχίας. Απεναντίας θα μάχωνται από προωθημένες θέσεις, προβάλλοντας, προασπίζοντας και πλαισιώνοντας τους λαϊκούς αγώνες… Λάθος, τέλος, είναι ότι ή συμμετοχή στις εκλογές θα νομιμοποιήσει το απολυταρχικό καθεστώς. Δεν θα το νομιμοποιήσει – θα το καταδικάσει». (Δήλωση H.H. για το θέμα των εκλογών, 2-11-73, ΚΟΜΕΠ, 9-11-1973 σελ. 35).

Μ’ άλλα λόγια το Γραφείο Εσωτερικού πίστευε ότι η «φιλελευθεροποίηση» είναι η μεγάλη «ρωγμή», πού το λαϊκό κίνημα θα έπρεπε να διευρύνει μεταφέροντας την και στο Κοινοβούλιο, και επειδή η αριστερά για να εξασφαλίσει την νόμιμη εμφάνισή της πρέπει να περάσει από το Συνταγματικό δικαστήριο προπαγάνδιζε προς την κατεύθυνση άμεσης διενεργείας εκλογών. Δηλαδή το Γραφείο Εσωτερικού λίγο πριν από την εξέγερση του Νοέμβρη πίστευε ακράδαντα στο βιώσιμο της δικτατορίας Παπαδόπουλου και του «πειράματος» Μαρκεζίνη και αναζητούσε μέσω της εκλογικής διόδου τόσο την νόμιμη αναγνώριση της αριστεράς όσο και μια ευρείας έκτασης αμνηστία.

Έτσι οι λεγόμενες «αστικές» πολιτικές δυνάμεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, καθώς και τα νόμιμα πλέον κομμουνιστικά κόμματα είχαν ήδη μεταλάβει από το δισκοπότηρο της «φιλελευθεροποίησης» Μαρκεζίνη, που μόνη η εξέγερση του Νοέμβρη είχε αμφισβητήσει.

Ο «εθνάρχης» επικρατεί με 54% και εκφράζει πλέον πολιτικά την «μεταπολίτευση», πρωτοστατώντας στην κατασκευή της νέας δομής εξουσίας, που χαλιναγωγεί τον στρατό και έρχεται να καθορίσει τον εκσυγχρονισμό ενός κράτους διαποτισμένου και γαλουχημένου από την δικτατορική διακυβέρνηση που προηγήθηκε. Γκιζίκης, Αβέρωφ και Γκίκας λόγω των προσωπικών τους διασυνδέσεων με το στράτευμα αποκλείουν την περίπτωση εκδήλωσης νέου πραξικοπήματος, που έτσι και αλλιώς είχε περιορίσει η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, η οποία επιτάχυνε την έλευση της «μεταπολίτευσης». Μια εισβολή που ευλόγησαν εκτός των άλλων, οι αμερικανοί «φίλοι» που καίγονταν στην κυριολεξία για τις εξελίξεις στην ανατολική μεσόγειο.

Σύμφωνα με τον Παύλο Μπακογιάννη, «Η μεταπολίτευση του 1974 όχι μόνο δεν έφερε στη χώρα την πραγματική δημοκρατία, αλλά άφησε αναλλοίωτες τις «παρακαπιταλιστικές» κοινωνικοοικονομικές δομές του παρελθόντος, με αποτέλεσμα κάθε πισωγύρισμα να είναι δυνατό… Ο τρόπος που έγινε η μεταβίβαση της εξουσίας εμπεριείχε το στοιχείο του συμβιβασμού… επηρέασε αποφασιστικά τις εξελίξεις που ακολούθησαν… εμπόδισε την ολοκληρωτική εκκαθάριση του μηχανισμού άσκησης της εξουσίας από τα φιλοδικτατορικά στοιχεία, με συνέπεια όχι μόνο να καθυστερήσει η εκδημοκράτιση, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις, δεν επέτρεψε να γίνει η αρχή για μια τέτοια εξέλιξη. Ο Κων. Καραμανλής απλά «πειθάρχησε» τις ένοπλες δυνάμεις, χωρίς να τις κάνει ακίνδυνες. Ο στρατός όχι μόνο δεν έχει εκδημοκρατιστεί, αλλά δεν άρχισε καν η διαδικασία εκδημοκράτισης… Με τον τρόπο που έγινε η παράδοση της εξουσίας και η εκλογή των δυνάμεων στις οποίες παραδόθηκε, δεν ξαναφάνηκαν στην πολιτική σκηνή μόνο τα γνωστά και πριν από την 21η Απριλίου 1967 πρόσωπα, αλλά πέρασαν άθικτες και οι δομές της παρακαπιταλιστικής κοινωνίας, που κυριαρχούσαν την εποχή εκείνη και που, σε τελευταία ανάλυση, ήταν αυτές που παρήγαγαν το καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967… Αλλαγή έγινε μόνο στον τομέα των τυπικών μορφών άσκησης της εξουσίας, ενώ διατηρήθηκαν τα στεγανά και η διάσταση κράτους και κοινωνίας που χαρακτήριζαν τη μεταπολεμική ζωή του τόπου. Το σύστημα που εγκαθιδρύθηκε, ύστερα από την 24η Ιουλίου 1974, είναι ένα καθεστώς κρατικού πατερναλισμού, με κατοχυρωμένες τις νομικές δυνατότητες αυταρχικής του εξέλιξης, που ενισχύονται ακόμα περισσότερο, με τον τρόπο που ασκεί την εξουσία ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας» (Παύλος Μπακογιάννης, «Ανατομία της ελληνικής πολιτικής», εκδ. Παπαζήση 1977).

Το καραμανλικό κράτος βρέθηκε απέναντι σε κοινωνικές αντιστάσεις, που αντιμετώπισε με τη δέουσα καταστολή, ώσπου παρέδωσε την σκυτάλη στο συνεχώς ανερχόμενο Πασοκ κατά την διάρκεια της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έσπευσε αμέσως μετά την εκλογική της νίκη το 1981 να αναγγείλει την κατάργηση του αντιδραστικού νόμου 4.000 «κατά του τεντυμποϊσμού», για να επαναφέρει βέβαια λίγο αργότερα τη νομοθεσία κατά των «αντικοινωνικών ομάδων» τμηματικά με τους νόμους για την απρόκλητη εξύβριση – σωματική βλάβη – φθορά κλπ. Και ήταν μόνο η αρχή.

Ξαναθυμίσαμε, όπως και άλλες φορές στο πρόσφατο παρελθόν, ορισμένες σημαντικές πτυχές της λεγόμενης μεταπολίτευσης, γιατί θεωρούμε ότι είναι αδύνατη η έστω και περιορισμένη κατανόηση όσων εξελίσσονται την ευρύτερη περίοδο που διανύουμε, εάν δεν είμαστε σε θέση να τα τοποθετήσουμε σαν ψηφίδες σ’ ένα μεγάλο μωσαϊκό.

Άλλο τόσο θα παραμένουν αδύναμοι όσοι τρέφουν ακόμη και τις παραμικρές αυταπάτες για τον ρόλο της πολιτικής, των κομμάτων και της αριστεράς ενώ την ίδια στιγμή υποτιμούν ή χλευάζουν τις απεριόριστες απελευθερωτικές δυνατότητες που πηγάζουν από την καθαρότητα των αναρχικών απόψεων και πρακτικών, αλλά και από τον αυθεντικά ανυπότακτο και πηγαίο χαρακτήρα όλων εκείνων των κοινωνικών και ατομικών εξεγέρσεων που σπεύδει διαχρονικά να συκοφαντήσει κάθε εξουσία.

Οι τωρινοί διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων μιλούν το ίδιο ξεκάθαρα με τους τόσους και τόσους προκατόχους τους: η επιβολή του νόμου και της τάξης αποτελεί προϋπόθεση για να «ξανακτιστεί η χώρα», για «να υπάρξουν δουλειές και ανάπτυξη» για «να πάμε μπροστά». Δεν κρύβουν τις προθέσεις τους ούτε καλύπτουν την απόλυτη ενότητα του πολιτικού κόσμου απέναντι στον «εχθρό».

Οι κατασταλτικοί τους σχεδιασμοί δεν μας φοβίζουν, άλλωστε είναι μαθημένα τα βουνά από τα χιόνια. Ίσα ίσα όσο το τοπίο ξεκαθαρίζει, άλλο τόσο το φως μεγαλώνει και λιγοστεύουν οι γκρίζες ζώνες…

Τόσο το καλύτερο για εμάς, τόσο το χειρότερο για κάθε μορφής εξουσία…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 200, Ιανουάριος 2020
Both comments and trackbacks are currently closed.