ΠΕΡΙ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ….

«Τέτοιες άμεσες επιδράσεις, που δεν μπορούν να τεκμηριωθούν απτά, είναι οι ισχυρότερες και οι αυθεντικότερες»,  (Carl Schmitt , σε επιστολή του προς τον Ernst Jünger, 1947).

«Υπάρχει πάντα κάποιος στην αντιπέρα όχθη που περιμένει τα μηνύματά μας στο μπουκάλι –ακόμη και αν παραμένει βουβός», (Jakob Taubes, σε επιστολή του προς τον Carl Schmitt, 1958).

Τον Μάιο του 2018 ο τότε πρωθυπουργός Α. Τσίπρας στην κοινή συνέντευξη τύπου με τον Γιουγκέρ διαβεβαίωνε για την αποκατάσταση της κανονικότητας. Ακριβώς την ίδια διαβεβαίωση έδιναν και δίνουν και οι νέοι(;) διαχειριστές των κρατικών υποθέσεων. Συνεχίζουν, για την ακρίβεια, να ευαγγελίζονται, όπως και προεκλογικά, την σταθερή επιστροφή στην «κανονικότητα», η οποία κατ’ αυτούς διαταράχθηκε από το καθεστώς Τσίπρα. Η κοινή τους αγωνία για την αναζήτηση ενός νέου αφηγήματος είναι κάτι παραπάνω από κατανοητή. Το ίδιο κατανοητή είναι και η ανάγκη αμφότερων να παρουσιάζονται ως αντίπαλοι, ως διαφορετικοί, αλλά και άλλο τόσο έτοιμοι να τα βρουν εάν «ωριμάσει» η μια πλευρά ή εάν η άλλη αποτινάξει τα «ακροδεξιά» στοιχεία.

Το ψεύδος παρ’ όλα αυτά παραμένει ο κοινός παρονομαστής. Μήπως τόσο το εθνικό όσο και το διεθνές λεγόμενο δίκαιο δεν εξακολουθούν να στηρίζονται στην «αστυνομική εξουσία» και να παραμένουν σε μια «μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης»; Μήπως οι λεγόμενες οικονομικές κρίσεις που, όσο και να εμφανίζονται ως ασύμμετροι κίνδυνοι, επαναλαμβάνονται ρυθμικότατα, αποτελούν μια «ανωμαλία» του καπιταλισμού ή πλέον μια διακριτή κανονικότητα που ορίζεται από την δυνατότητα ρύθμισής τους;

Ο Carl Schmitt, τον οποίο ακόμη και οι επιφανέστεροι από τους αριστερούς επικριτές του αναγνώρισαν ως «τον ευφυέστερο και σημαντικότερο Γερμανό θεωρητικό του κράτους» υποστήριζε σθεναρά ότι η διάκριση μεταξύ φίλου και εχθρού αποτελεί και την ουσία της πολιτικής. Ο Schmitt υποστήριζε, επίσης, ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου ότι κυρίαρχος είναι αυτός, που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και επομένως η εξουσία του εδράζεται στην εξαίρεση. Δηλαδή το πεδίο του νόμου, για τον Schmitt, είναι η κατάσταση εξαίρεσης και συνάμα η σύλληψη του νόμου είναι ότι ο νόμος περιλαμβάνει την εξαίρεση από τον ίδιο τον νόμο, αλλά την ίδια στιγμή ο νόμος είναι ακόμη εκεί, συνεπώς δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξη κάποιας ανομίας.

Σύμφωνα με τον Jan-Werner Müller (βλ. Ένας επικίνδυνος νους, Η επίδραση του Καρλ Σμιτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό) ο Carl Schmitt διάβαζε μετά μανίας τις ευρωκομμουνιστικές θεωρίες και ιδιαίτερα τα γραπτά του Garillo (ισπανός κομμουνιστής ηγέτης) τη δεκαετία του ’70. Στο τελευταίο δε έργο που δημοσίευσε, ο Carl Schmitt ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε έναν καινούργιο σεβασμό για το κράτος στην σκέψη «επαγγελματιών επαναστατών», όπως ο Carillo.

Όπως περιγράφει ο Jan-Werner Müller (ο.π. Ένας επικίνδυνος νους): «Τη δεκαετία του ’70 διεξήχθη μια θερμή αντιπαράθεση, που είχε μια όχι και τόσο δυσδιάκριτη σμιτιανή επιρροή και στην οποία αναμείχθηκαν αρκετοί μαθητές του Schmitt. Πολιτικοί στοχαστές ανά την Ευρώπη ασχολήθηκαν με την απειλή της «ακυβερνησίας», την ιδέα ότι το κράτος επηρεαζόταν από τόσες πολλές ομάδες συμφερόντων, που στην ουσία είχε χάσει κάθε δυνατότητα για ανεξάρτητους ελιγμούς. Ειδικότερα, εκτιμούσαν ότι οι ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις των ολοένα και περισσότερων ομάδων συμφερόντων είχαν οδηγήσει σε διαρκώς αυξανόμενα οικονομικά ελλείματα. Η ανάλυσή τους ότι το κράτος ήταν πανταχού παρόν και ταυτόχρονα αδύναμο θύμιζε τη διάγνωση του Schmitt για την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, που την εμφάνιζε ως ένα ποσοτικά ολοκληρωτικό κράτος. Ο προγραμματικός και η πίστη στην τεχνοκρατία είχαν επιδεινώσει αυτό το πρόβλημα, αλλά κατά βάση επρόκειτο για ένα πρόβλημα «υπέρ-πολιτικοποίησης». Για τους περισσότερους νέο-φιλελεύθερους στοχαστές η λύση ήταν η πολιτική κοινωνία και η οικονομία να ανακτήσουν την αυτονομία τους και το κράτος να περιοριστεί στη θέση ενός ισχυρού διαιτητή».

Ο Carl Schmitt παραδέχθηκε, βέβαια, ότι οι ευρώ-κομμουνιστές δεν συμμερίζονταν την διάγνωση του ιδίου για το θάνατο του κράτους ούτε και προσδοκούσαν κάτι τέτοιο, αντίθετα για εκείνους το κράτος ήταν πιο αναγκαίο και πιο ζωντανό από ποτέ, καθώς ήταν φορέας της νομιμότητας, δηλαδή μπορούσε να επιτελέσει «το θαύμα μιας ειρηνικής επανάστασης», η επανάσταση «θα νομιμοποιούσε το κράτος σε αντάλλαγμα για το δώρο της νόμιμης επανάστασης μέσω του κράτους».

Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση ο Ιταλός κομμουνιστής ηγέτης Enrico Berlinguer με τον λεγόμενο ιστορικό συμβιβασμό με το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών απέφυγε μια ριζοσπαστική λύση «στα μολυβένια χρόνια» ανάλογη μ’ εκείνη που δόθηκε στην Αυστρία τα χρόνια του μεσοπολέμου. Έτσι οι Ιταλοί κομμουνιστές έγιναν οι διαπρύσιοι υπερασπιστές της δημοκρατικής νομιμότητας, η «ασπίδα του Συντάγματος», παρ’ όλο που γνώριζαν ότι η διάσωση ενός «διεφθαρμένου» κράτους θα τους κόστιζε σημαντικά σε ψήφους. Η επιλογή αυτή έγινε την ίδια περίοδο, που στην μεταπολεμική Ευρώπη πολλοί δεξιοί στοχαστές προέκριναν ως ιδανικό ένα αυταρχικό, γραφειοκρατικό, προεδρικό σύστημα, δηλαδή, ένα είδος ριζοσπαστικού γκωλισμού.

Όσο για την δεκαετία του ’90 εδώ η αριστερά παρ’ ότι θα περίμενε κάποιος να εμφανισθεί ιδεολογικά εξαντλημένη μετά την ενοποίηση των δύο μπλοκ κυριαρχίας παρ’ όλα αυτά βρήκε πολύ γρήγορα τον δρόμο της: η δημοκρατία έγινε ο νέος σοσιαλισμός, η σοσιαλδημοκρατία δε η εγγύηση για την συναίνεση.

Φυσικά σε ορισμένους δήθεν αντίπαλους του φιλελευθερισμού, όπως οι φεμινίστριες ή οι υπέρμαχοι του πολύ-πολιτισμικότητας, πράγματι ουδέποτε τέθηκε ούτε καν η σκέψη να αμφισβητήσουν την τάξη και την πολιτική σταθερότητα, αλλά στράφηκαν μόνο ενάντια σε ορισμένα όρια που τυχόν και κατά περίπτωση έθετε ο φιλελευθερισμός όσον αφορά τις εκφράσεις λόγου χάρη στην δημόσια έκφραση του «ιδιωτικού».

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Jan-Werner Müller: «Μια νέα πολιτική διαίρεση μοιάζει να χαράσσεται ανάμεσα στους κοσμοπολίτες και σε όσους είναι καταδικασμένοι να παραμένουν στον δικό τους τόπο: Μια «παγκόσμια τάξη» θα βρεθεί, απ’ ότι φαίνεται, αντιμέτωπη με την υπόλοιπη ανθρωπότητα –και θα κατηγορείται για υποκρισία, αν υιοθετήσει έναν φιλελεύθερο οικουμενισμό, που δεν αντιστοιχεί στη ζωή και τις εμπειρίες των λιγότερο επιτυχημένων κοινωνικά και οικονομικά. Εξ άλλου, πέρα από το αν είναι διαθέσιμος στους καταδικασμένους της γης, ο κοσμοπολιτισμός ως μια μορφή φιλελεύθερου οικουμενισμού έχει δεχθεί επιθέσεις εξ αιτίας της εμφανούς ανικανότητάς του να αναπτύξει τρία συστατικά χαρακτηριστικά της ιδιότητας του ανθρώπου: αληθινούς δεσμούς, ισχυρά κίνητρα και πραγματικά πολιτική δράση».

Όσο για τις τελευταίες δημοσιευμένες λέξεις του Carl Schmitt αυτές αφορούσαν την εξουσία και αποτελούσαν μια τελευταία προειδοποίηση για τους κινδύνους ενός ενωμένου κόσμου χωρίς εχθρούς:

«Το τελικό αποτέλεσμα που θα πρέπει κανείς να φοβάται [από έναν πατριωτισμό της ανθρωπότητας] θυμίζει τα λόγια που ειπώθηκαν από έναν ηγέτη τον 19ο αιώνα, την ώρα που πέθαινε. Όταν ρωτήθηκε από τον πνευματικό του σύμβουλο, στο νεκροκρέβατο, αν συγχωρεί τους εχθρούς του, αποκρίθηκε με καθαρή συνείδηση: «Δεν έχω εχθρούς· τους έχω σκοτώσει όλους».

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.