ΤΟ «ΚΥΠΡΙΑΚΟ» ΚΑΙ ΟΙ «ΣΩΤΗΡΕΣ» ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ…

«Την 20ην Ιουλίου 1974, η Τουρκία εισέβαλλε εις την Κύπρον, επωφελούμενη του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και ισχυριζόμενη ότι σκοπός της επεμβάσεως ήτο η αποκατάστασις της νομιμότητος. Η νομιμότης όμως απεκατεστάθη μετά τρεις ημέρας εις την Κύπρον εις το πρόσωπο του κ. Κληρίδη και εις την Ελλάδα με την επιστροφή μου. Ο σκοπός επομένως της τουρκικής επεμβάσεως είχεν εκπληρωθεί και λογικώς η Τουρκία θα έπρεπε να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρον…». (απόσπασμα επιστολής του «εθνάρχη» Κωνσταντίνου Καραμανλή προς τον πρωθυπουργό του τουρκικού κράτους Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, 19-6-1976, με την οποία νομιμοποιεί ευθέως τον Αττίλα 1)

«Ας δούμε, όμως, και το ρόλο του Αβέρωφ που είναι μέσα σε όλα. Και γεφυροποιός, και στο «Κίνημα του Ναυτικού». Και διπλωμάτης στη Ρώμη με άδεια του «καθεστώτος» και με τον Καραμανλή, και με τον Παπαδόπουλο, αλλά και με τον Ιωαννίδη. Και με τους Αμερικανούς, με τους Βρετανούς. Με όλους. Οι δραστηριότητες του Αβέρωφ παράγουν πολιτική εκείνα τα χρόνια. Στην πραγματικότητα είναι σύμβουλος της χούντας, αφανής και ενίοτε εμφανής, πολιτικός προστάτης του καθεστώτος, δεν τους περιφρονεί, συζητά μαζί τους, είναι ακριβώς αυτό που αποκαλείται: «Γεφυροποιός». (Αντώνης Κακαράς, Αρχιπλοίαρχος ε.α., μέλος της Κίνησης για την Εθνική Άμυνα, φυλακισμένος για 15 μήνες στην περίοδο της χούντας)

Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση 44/07.03.1975 του Ευάγγελου Αβέρωφ ανακοινώθηκε η αναστολή της ποινικής δίωξης κατά απάντων των υπευθύνων για την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου, διότι κρίθηκε ότι «ανακύπτει κίνδυνος να προκύψουν γεγονότα ικανά να διαταράξουν τας διεθνείς σχέσεις της Ελλάδος μετ’ άλλων κρατών».

Την υπουργική αυτή απόφαση «τίμησαν» δεόντως όλες ανεξαιρέτως οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις· χαρακτηριστικό, άλλωστε είναι το πόρισμα της ΝΔ η οποία  διά του Αναστάση Παπαληγούρα σημείωνε: «Είναι γεγονός ότι δεν περιήλθε στα χέρια της επιτροπής στοιχείο που να αποδεικνύει την ενεργό ανάμειξη είτε της Βρετανίας είτε των ΗΠΑ, είτε του ΝΑΤΟ στην τραγωδία της Κύπρου. Η “μη ανάμειξη” όμως ισοδυναμεί με ανοχή της τουρκικής εισβολής και δημιουργεί έμμεσες ευθύνες».

Και ο λόγος είναι απλός. Σ’ αντίθετη περίπτωση δεν θα διαταράσσονταν μόνο «οι διεθνείς σχέσεις της Ελλάδος μετ’ άλλων κρατών», αλλά θα γκρεμιζόταν συθέμελα ο «μύθος της μεταπολίτευσης», που κατασκευάστηκε και επιβλήθηκε από το κομματικό σύστημα στο σύνολό του, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των αριστερών κομμάτων Κύπρου και Ελλάδος.

Σύμφωνα με τον Λάζαρο Σκαλιστή πρώην μέλος της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ:

«Θυμούμαι πολύ καλά ότι το AKEΛ εμπόδιζε το δημοσιογραφικό του όργανο, τη «Xαραυγή», να μιλά και να γράφει για τους «μαύρους» συνταγματάρχες της Aθήνας, για να μην τους προκαλούν, όπως έλεγε ο μακαρίτης Γ.Γ. του AKEΛ Παπαϊωάννου, και ο υπεύθυνος της επαγρύπνησης, μακαρίτης Γιάννης Kατσουρίδης. Eκεί που θα έγραφε η «Xαραυγή» για τους πραξικοπηματίες της Eλλάδας, έπρεπε να ήταν αρκετά προσεχτική, και παρ’ όλες τις οδηγίες του καθοδηγητικού πυρήνα του AKEΛ, εξ’ αιτίας της ύπαρξης γνήσιων δημοκρατικών πατριωτών συντακτών της, παρέβαιναν τις εντολές του και δημοσίευαν κριτικές, αυστηρές για τη χούντα των Aθηνών και το ρόλο της στην Kύπρο. Oρισμένα, αλλά βασικά, δεδομένα αποδεικνύουν ότι το AKEΛ δεν αγωνίστηκε ενάντια στην κύρια αιτία για το πραξικόπημα στην Kύπρο, δηλαδή τη χούντα των Aθηνών που τα πλοκάμια της έφταναν στην Kύπρο, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις συνεργάστηκε μαζί της […] Όλα τα στελέχη – μέλη της Kεντρικής Γραμματείας πήγαν στις πρεσβείες σοσιαλιστικών χωρών και κρύφτηκαν. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι είναι μεγάλες οι ευθύνες της ηγεσίας του AKEΛ για το πραξικόπημα και ότι δεν πρέπει να πραξικοπηματολογεί για μικροκομματικούς σκοπούς. Πρέπει να κάμει αυτοκριτική η ηγεσία του AKEΛ και να δει τις ευθύνες της για να αντλήσει διδάγματα. Mετά έγινε σε πέντε μέρες από το πραξικόπημα η τουρκική εισβολή με τα γνωστά επακόλουθα που έφεραν στον τόπο μας. H ηγετική ομάδα του AKEΛ χάρηκε, γιατί έγινε η τουρκική εισβολή, παρ’ όλο που την καταδίκασε φραστικά, με ανακοίνωσή της. Xάρηκε και συχνά έκανε δεξιώσεις γιατί γλίτωσαν τη δολοφονία των στελεχών τους από τους πραξικοπηματίες» (Λ. Σκαλιστής, «Οι προσωπικές μου μαρτυρίες για το ρόλο του ΑΚΕΛ στο πραξικόπημα», εφημ. «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» της 12ης Ιουλίου 1998).

Ας θυμηθούμε όμως την Ανακοίνωση της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας της 23ης Ιουλίου 1974:

«Εν όψει των εξαιρετικών περιστάσεων υφ’ ας τελεί η Πατρίς, αι Ένοπλοι Δυνάμεις απεφάσισαν όπως αναθέσουν την διακυβέρνησιν της χώρας εις πολιτικήν κύβερνησιν.

»Προς τούτο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης συνεκάλεσε σήμερον και ώραν 14ην εις σύσκεψιν τους κ. Παν. Κανελόπουλον, Γ. Αθανασιάδην-Νόβαν, Σπ. Μαρκεζίνην, Γ. Μαύρον, Π. Γαρουφαλιάν, Ευάγγελον Αβέρωφ-Τόσιτσα και Ξεν. Ζολώταν.

»Της συσκέψεως μετέσχον επίσης ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος, ο αρχηγός Στρατού Αντιστράτηγος Δ. Γαλατσάνος, ο αρχηγός του Ναυτικού Αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης κι ο αρχηγός της Αεροπορίας Αλέξανδρος Παπανικολάου. Η σύσκεψις παρετάθη μέχρι τις 17:40 και επαναλήφθη την 20ην ώραν».

Στις 17 Νοεμβρίου 1974 πραγματοποιούνται εκλογές, στις οποίες επικρατεί ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ποιος είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που τις επικυρώνει; Ο στρατηγός Γκιζίκης. Δηλαδή, μ’ άλλα λόγια οι εκλογές στην πραγματικότητα έγιναν επί Χούντας, από το ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς του Γκιζίκη, ο οποίος παρέμεινε στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας ακόμα ένα μήνα μετά τις πρώτες βουλευτικές εκλογές.

Όσο για τον Γρηγόριο Μπονάνο, που επέβλεπε προσωπικά την επιτυχή έκβαση του πραξικοπήματος ενάντια στον Μακάριο μαζί με τον Ιωαννίδη, αυτός παρέμεινε ακόμα περισσότερο στην θέση του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων και συγκεκριμένα μέχρι τις 19 Αυγούστου 1974, επίσης ο Γαλατσάνος παρέμεινε Αρχηγός στο Στρατό Ξηράς μέχρι τις 19 Αυγούστου, ο  Παπανικολάου Αρχηγός στην Πολεμική Αεροπορία μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 1975 και ο Αραπάκης Αρχηγός στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι τις 8 Ιανουαρίου 1975. Ο τελευταίος, μάλιστα, είχε επιδιώξει και εξασφαλίσει επαφή με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ήδη από τα τέλη Ιανουαρίου του 1974 και είναι εκείνος που προτείνει τον Καραμανλή και όχι τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που, όντας πρωθυπουργός της χώρας την 21η Απριλίου 1967, είχε ανατραπεί και συλληφθεί από τους συνταγματάρχες και τον οποίο πρότειναν για την πρωθυπουργία άλλοι στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες.

Ο Μανώλης Κεφαλογιάννης, παλιός υπουργός της ΕΡΕ και της Ν.Δ., σε επιστολή του προς τον Πέτρο Αραπάκη (27.6.1996) έγραψε ότι «θυμούμαι πολύ καλά τη συνάντηση την οποία είχαμε την 31η Ιανουαρίου του 1974, όταν με καλέσατε ως αρχηγός Ναυτικού για να μου εκφράσετε την επιθυμίαν σας να μεταφέρω εις τον κ. Κωνσταντίνο Καραμανλή τις προθέσεις σας για πολιτική αλλαγή. Ζωντανή παραμένει εις την μνήμη μου η συζήτηση την οποίαν είχαμε τότε. Συγκεκριμένα, μου είπατε: “Η πρόθεσίς μου είναι να προχωρήσω σε πολιτική αλλαγή, για να αποκαταστήσω τη Δημοκρατία, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η αλλαγή πρέπει να γίνει διά των Ενόπλων Δυνάμεων, για να μη χυθεί αίμα”. Αμέσως σας απάντησα: “Αυτό θέλουμε και εμείς, και προπαντός να μη χυθεί αίμα”».

Το σχέδιο εξελίσσεται στην συνέχεια κατά γράμμα.

Ο Καραμανλής σαν έτοιμος από καιρό απευθύνεται στις 16 Ιουλίου μόλις μια ημέρα μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος στην Κύπρο με φιλικότατο τρόπο «προς τας Ενόπλους Δυνάμεις της χώρας», δηλώνοντας ότι επιβαλλόταν «η αποκατάστασις της δημοκρατικής ομαλότητος» στην Ελλάδα και την Κύπρο και γι’ αυτόν τον σκοπό έθετε τον εαυτόν του «εις την διάθεσιν της χώρας», τονίζοντας μάλιστα ότι «Η Ιστορία διδάσκει ότι αι εθνικαί κρίσεις οδηγούν συνήθως σε συμφορές. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που μια εθνική κρίσις ημπορεί να αφυπνίσει τας συνειδήσεις και να γίνει αφετηρία μιας πολιτικής και ηθικής αναγεννήσεως ενός λαού. Εύχομαι και ελπίζω ότι κατά τον ευλογημένον αυτόν τρόπο θα τερματισθεί η σημερινή περιπέτεια του Έθνους».

Ο «ελευθερωτής» και «μεσσίας» εκ των Παρισίων όπου επιβεβαιώμενα πλέον συνάντησε σε μυστική συνάντηση τον Κίσσινγκερ και τον Ετσεβίτ, νομιμοποιούσε και τον Αττίλα ΙΙ με την περίφημη δήλωση του στις 14 Αυγούστου 1974, (κατά τη διάρκεια μάλιστα του Αττίλα ΙΙ): «Η Κύπρος κείται μακράν».

Η «λύση» Καραμανλή, λοιπόν, επιβλήθηκε ως η πιο ενδεδειγμένη, και η πλέον εθνοσωτήριος, και φυσικά με τις ευλογίες των «Μεγάλων». Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που παρακάμφθηκαν άλλες πολιτικές επιλογές για χάριν του «εθνάρχη».

Μετά τον θάνατο του πρωθυπουργού (Στρατάρχη) Παπάγου στις 4 Οκτωβρίου 1955, και συγκεκριμένα την επομένη ημέρα ο βασιλιάς όρκισε πρωθυπουργό τον δευτεροκλασάτο τότε Υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και ενώ σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα του «Συναγερμού» ανέμενε την πρωθυπουργοποίηση του Στέφανου Στεφανόπουλου.

Η εξήγηση φαίνεται ότι δόθηκε λίγα μόλις χρόνια αργότερα στις 21-12-1958, όταν η εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ των Πατρών, δημοσιεύει επιστολή του Π. Σωτηρόπουλου  παλαιού βουλευτή και στενού συνεργάτη του άλλοτε υπουργού Εξωτερικών Παναγιώτη Πιπινέλη, σύμφωνα με την οποία ο Καραμανλής, με γραπτό κείμενο του, ανέλαβε έναντι των Άγγλων υποχρέωση «κλεισίματος» του Κυπριακού (με αντάλλαγμα προφανώς την πρωθυπουργοποίηση του).

Στις προγραμματικές του μάλιστα δηλώσεις τότε ο  Καραμανλής
απέφυγε επιμελώς κάθε αναφορά στην λέξη «αυτοδιάθεση» που ήταν και η προηγούμενη θέση της ελληνικής κυβέρνησης επί Παπάγου, γεγονός για το οποίο πανηγύριζε στην Αθήνα ο Βρετανός πρέσβης μίστερ Πικ.

Η «λύση Καραμανλή», ήταν εκτός των άλλων προ πολλού δοκιμασμένη, αφού ήδη είχε δεσμευτεί για τις «εξελίξεις» στο Κυπριακό και όχι μόνο. Ο τούρκος πρωθυπουργός μάλιστα Μ. Ετσεβίτ, δήλωνε αργότερα ευθαρσώς ότι: «αν δεν κάναμε την επέμβαση στην Κύπρο, δεν θα επέστρεφε η δημοκρατία στην Ελλάδα».

Κατά τον ευλογημένο αυτό τρόπο, αναίμακτα, συντεταγμένα, και με «ομαλό» τρόπο το καθεστώς «άλλαξε» χέρια τον Ιούλιο του 1974 «εν όψει εξαιρετικών περιστάσεων». Η Δημοκρατία «αναστήθηκε» με τις απόλυτες εγγυήσεις των στρατιωτικών, που πρωτοστάτησαν στην «ανατροπή» του Μακαρίου, που άνοιξε τον δρόμο για την τουρκική εισβολή. Ουδείς διώχθηκε, αντίθετα αποστρατεύτηκαν άπαντες με δόξα και τιμή. Ο «Φάκελος της Κύπρου» θάφτηκε και αυτός με δόξα και τιμή Γεγονός που επιβεβαιώνει και την σταθερή βούληση του Κωνσταντίνου Καραμανλή που δήλωνε κατηγορηματικά: «ο φάκελος είναι αμετάκλητα κλειστός».

Και ξαφνικά, πάλι με δόξα και τιμή, ανακοινώνεται πρόσφατα ότι το χαρακτηρισμένο ως «απόρρητο» υλικό, που ήταν θαμμένο στα υπόγεια του Ελληνικού Κοινοβουλίου (γίνεται λόγος ακόμη και για μουχλιασμένους από την υγρασία φακέλους) «έρχεται στο φως» καθώς στους πρώτους τέσσερις, από τους, κατά πληροφορίες, σχεδόν έντεκα τόμους, καταγράφονται «σημαντικές πληροφορίες» σχετικά τόσο με τα πορίσματα στα οποία κατέληξαν οι δύο εξεταστικές επιτροπές των Κοινοβουλίων σε Ελλάδα και Κύπρο, αλλά και μέρος πρακτικών από τις συνεδριάσεις, κυρίως με καταθέσεις πρωταγωνιστών.

Σύμφωνα με τον Μιχάλη Ιγνατίου (βλ. Τα Μυστικά Αρχεία του Κίσσιντζερ, Μ. Ιγνατίου, Κώστας Βενιζέλος), απλώς, η εξαπάτηση συνεχίζεται:

«Δεν γνωρίζω ποιος είχε αυτή τη φαεινή ιδέα της παράδοσης του περίφημου «Φακέλου της Κύπρου» από το Ελληνικό Κοινοβούλιο στην Κυπριακή Βουλή. Αλλά όποιος και αν την είχε –με το συμπάθιο, με όλο το σεβασμό και χωρίς παρεξήγηση– πρέπει να μας θεωρεί όλους, μα όλους βλάκες. Σαράντα τρία (43) χρόνια από την τουρκική εισβολή –σε λίγες μέρες θα βαδίζουμε στο 44ο έτος τουρκικής κατοχής– παραδόθηκαν στον Πρόεδρο της Κυπριακής Βουλής, Δημήτρη Συλλούρη, έντεκα αριθμημένα κιβώτια, που περιέχουν 134 φακέλους, αντίγραφα των οποίων –όπως αναφέρει επίσημη ανακοίνωση– βρίσκονται στην Βουλή των Ελλήνων. Σύμφωνα πάντα με την επίσημη πληροφόρηση, τα 11 αυτά κιβώτια περιέχουν τις καταθέσεις 88 μαρτύρων στην Ολομέλεια της Ειδικής Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τον Φάκελο της Κύπρου, όπως και τις καταθέσεις 45 μαρτύρων στην Υποεπιτροπή για τη δημιουργία του πορίσματος, καθώς και τα συνοδευτικά έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν από τους μάρτυρες. Σε 11 κιβώτια, λοιπόν, «έκλεισαν» την προδοσία της χούντας, την τουρκική εισβολή και κατοχή, τις ευθύνες των ξένων, αλλά και τις ευθύνες κάποιων Ελλήνων πολιτικών, που έπαιξαν το παιγνίδι της ξενοκίνητης χούντας μέχρι την επιστροφή της Δημοκρατίας στη χώρα που γεννήθηκε. Διότι ο κάθε μάρτυρας (και ψευδομάρτυρας) είπε το μακρύ του και το κοντό του, ο καθένας κάλυψε τον κομματικό χώρο από τον οποίο προερχόταν, και η μόνη που υπέφερε από το θέατρο του παράλογου, που παίχθηκε στην Ελληνική Βουλή, ήταν η ΑΛΗΘΕΙΑ».

Και όμως οι αμνοί τότε χειροκροτούσαν ανακουφισμένοι, ο «Μεσσίας» ήταν ο ευλογημένος ηγέτης που θα οδηγούσε το ποίμνιο στην γη της επαγγελίας, ΕΟΚ λεγόταν τότε, θα νομιμοποιούσε το ΚΚΕ, θα απέτρεπε τυχόν νέο πραξικόπημα, θα ήταν ο ένας και μοναδικός εγγυητής, με τον Θεοδωράκη να προειδοποιεί τους τυχόν αμφισβητίες: «Καραμανλής ή τανκς». Δεν θα κατάλαβε, μάλλον, ότι τα «τανκς» τον επέβαλλαν, ούτε θα θυμήθηκε ότι ο ίδιος ο Καραμανλής προ της «εθνοσωτηρίου επαναστάσεως» συμφωνούσε και εκείνος για την ανάγκη επιβολή δικτατορίας αλλά βραχύβιας. Τα δημοκρατικά «λάθη», βλέπετε είναι πάντα πιο ανώδυνα; Ή μήπως όχι;;;;

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 198, Νοέμβριος 2019
Both comments and trackbacks are currently closed.