Το Σύγχρονο Σχολείο (Μέρος Α΄)

Άρθρο του Francisco Ferrer συνταχθέν το 1909 για το Γαλλικό παρισινό Περιοδικό L’ École Rénovée.

«Όταν ο θεός τους πάψει να λατρεύεται και οι εργολάβοι του πάψουν να υπηρετούνται, θα ζήσουμε επιτέλους όλοι ως σύντροφοι με αλληλοσεβασμό και αγάπη».

Ο Francisco Ferrer, είναι Ισπανός εκπαιδευτικός μεταρρυθμιστής, φιλόσοφος και αναρχικός που ίδρυσε, το 1901, το Escuela Moderna («Σύγχρονο Σχολείο») στη Βαρκελώνη. Οκτώ χρόνια αργότερα, την ώρα που ο Φερρέρ βρισκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα της κυβέρνησης, στην Ισπανία υπήρχαν πάνω από εκατό ανεξάρτητα λαϊκά σχολεία που λειτουργούσαν έχοντας ως πρότυπο το μοντέλο του Ferrer. Ακόμη και πριν από τον θάνατό του, τον Οκτώβριο του 1909, η επιρροή του εκπαιδευτικού του εγχειρήματος είχε εξαπλωθεί πέρα ​​από την Ισπανία.

Το 1908 ίδρυσε στο Παρίσι τη Διεθνή Ένωση για την Ορθολογική Εκπαίδευση Παιδιών (International League for the Rational Education of Children), με τον Ανατόλ Φράνς επίτιμο Πρόεδρο. Τον Απρίλιο, δημοσιεύθηκε στις Βρυξέλλες το πρώτο τεύχος της εκπαιδευτικής επιθεώρησης της ένωσης, L’ École Rénovée (Το Σύγχρονο Σχολείο) το οποίο κυκλοφόρησε στο Παρίσι τον επόμενο Ιανουάριο. Ο ίδιος ο Ferrer έγραφε και είχε την επιμέλεια του περιοδικού στο οποίο, κατά τα δύο χρόνια της ύπαρξής του, δημοσιεύθηκαν συνεργασίες από ευρωπαίους υποστηρικτές της ριζικής μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης, όπως ο James Guillaume, ο Peter Kropotkin, ο Paul Robin (του οποίου το σχολείο στο Cempuis κοντά στο Παρίσι επισκέφθηκε η Emma Goldman) και ο Φερνάντο Tarrida del Mármol. Το παρόν άρθρο, «L’ École Rénovée», αναδημοσιεύθηκε στο τεύχος Νοεμβρίου 1909 του περιοδικού «Μητέρα Γη» που εξέδιδε η Έμμα Γκολντμαν, για να τιμήσει τον πρόσφατα εκτελεσθέντα  Φρανσίσκο Φερρέρ. Ο μεταφραστής είναι άγνωστος. Το κομμάτι διατυπώνει τους στόχους της Διεθνούς Ένωσης για την Ορθολογική Εκπαίδευση Παιδιών και την επιθεώρησή L’ École Rénovée, που είναι επηρρεασμένες από τις βασικές αρχές της Αναρχίας.

Για τους αναρχικούς, η ελεγχόμενη από το κράτος και την εκκλησία εκπαίδευση, με τους διανοητικούς περιορισμούς που συνεπάγεται, καθιστά την βασική δημόσια εκπαίδευση, όργανο κατάφωρης κοινωνικής και οικονομικής αδικίας αντί χώρο καλλιέργειας των φυσικών δυνατοτήτων ενός παιδιού. Αυτή η στάση της εξουσίας δεν εξαντλείται σε μια απλή αντιπαράθεση. Ο Φερρέρ σίγησε για πάντα – δολοφονήθηκε, λόγω των εκπαιδευτικών του μεταρρυθμίσεων.[1]

Σε όσους επιθυμούν να εκσυγχρονίσουν την εκπαίδευση των παιδιών, είναι ανοικτές δύο μέθοδοι: Να εργαστούν για τη μετατροπή του σχολείου μελετώντες προσεκτικά το παιδί, έτσι ώστε να αποδειχθεί επιστημονικά ότι η σημερινή οργάνωση της εκπαίδευσης είναι ελαττωματική και με αυτόν τον τρόπο να επιφέρουν προοδευτικές μετατροπές ή να ιδρύσουν νέα σχολεία στα οποία θα εφαρμοστούν κατ’ ευθείαν εκείνες οι αρχές που αντιστοιχούν άμεσα στα ιδεώδη της κοινωνίας και των μελών της, όπως αρμόζει σε εκείνους που αποφεύγουν τις συμβατικές διαδικασίες, τις προκαταλήψεις, τις σκληρότητες, τις απάτες και τα ψεύδη πάνω στα οποία βασίζεται η σύγχρονη κοινωνία.

Η πρώτη μέθοδος προσφέρει σίγουρα σημαντικά πλεονεκτήματα. Αντιστοιχεί στην εξελικτική αυτή αντίληψη την οποία υπερασπίζονται όλοι οι επιστήμονες και η οποία, σύμφωνα με αυτούς, μπορεί να έχει επιτυχία.

Θεωρητικά έχουν δίκιο και είμαστε έτοιμοι να το αναγνωρίσουμε.

Είναι προφανές ότι τα πειράματα στην ψυχολογία και τη φυσιολογία πρέπει να οδηγήσουν σε σημαντικές αλλαγές στα θέματα της εκπαίδευσης: οι δάσκαλοι, θα είναι σε θέση να κατανοούν καλύτερα το παιδί και θα γνωρίζουν καλύτερα πώς να προσαρμόσουν την διδασκαλία τους στους φυσικούς νόμους. Υποστηρίζω ακόμη ότι μια τέτοια εξέλιξη θα είναι προς την κατεύθυνση της ελευθερίας, διότι είμαι πεπεισμένος ότι ο περιορισμός της ελευθερίας προκύπτει μόνο από άγνοια και ότι ο εκπαιδευτικός που πραγματικά αξίζει να φέρει αυτόν τον τίτλο θα επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα μέσω της αυθόρμητης αντίδρασης του παιδιού, σου οποίου θα μάθει να αναγνωρίζει τα όνειρα και τις επιθυμίες και θα προσπαθεί να προωθήσει περαιτέρω την ανάπτυξή του προσφέροντάς του κάθε δυνατή υποστήριξη.

Αλλά στην πραγματικότητα, δεν πιστεύω ότι όσοι αγωνίζονται για ανθρώπινη χειραφέτηση μπορούν να περιμένουν πολλά από αυτήν τη μέθοδο. Οι κυβερνήσεις φρόντιζαν πάντα να έχουν τον έλεγχο της εκπαίδευσης του λαού. Ξέρουν, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, ότι η εξουσία τους βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στο σχολείο. Ως εκ τούτου, το μονοπωλούν όλο και περισσότερο. Έχει παρέλθει, πλέον, ο καιρός που αντιτίθεντο στη διάδοση της διδασκαλίας και επιδίωκαν να περιορίσουν την εκπαίδευση του λαού. Οι τακτικές αυτές στο παρελθόν ήταν εφικτές, επειδή η οικονομική ζωή των εθνών επέτρεπε την επικράτηση της λαϊκής άγνοιας, αυτήν την άγνοια που διευκολύνει την κυριαρχία. Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η πρόοδος της επιστήμης, οι παντός είδους εφευρέσεις, έχουν φέρει επανάσταση στις συνθήκες εργασίας και παραγωγής. Δεν είναι πλέον δυνατόν να παραμένουν οι λαοί αμαθείς: πρέπει να εκπαιδεύονται κατάλληλα, ώστε να συμβάλουν στη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας μιας χώρας και στην προώθησή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια, οι κυβερνήσεις επιθυμούν την εκπαίδευση· θέλουν μια διαρκώς πιο πλήρη οργάνωση του σχολείου, όχι επειδή ελπίζουν στην βελτίωση της κοινωνίας μέσω της εκπαίδευσης, αλλά επειδή χρειάζονται άτομα, εργάτες που να συνιστούν τελειοποιημένα εργαλεία δουλειάς που θα καταστήσουν κερδοφόρες τις βιομηχανικές τους επιχειρήσεις και τα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί σε αυτές. Και βλέπουμε καθαρά ότι οι πιο αντιδραστικές κυβερνήσεις ακολουθούν αυτό το κίνημα· έχουν συνειδητοποιήσει πολύ καλά ότι οι προηγούμενες τακτικές τους θα αποβούν επικίνδυνες για την οικονομική ζωή του κράτους και ότι είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί η λαϊκή εκπαίδευση στις νέες ανάγκες.

Όμως, θα ήταν μεγάλο λάθος να υποθέσουμε ότι οι διευθύνοντες δεν έχουν ήδη προβλέψει τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει σε αυτούς η νοήμων ανάπτυξη του λαού και γι’ αυτόν το λόγο είναι απαραίτητο να αναθεωρήσουν και να αλλάξουν τις μεθόδους διατήρησης της κυριαρχίας τους. Αυτές οι μέθοδοι έχουν, επίσης, προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ζωής και είναι ειδικά επεξεργασμένες ώστε να ελέγξουν την εξέλιξη των ιδεών. Ταυτόχρονα, επιδιώκουν να διατηρήσουν τις πεποιθήσεις πάνω στις οποίες βασίστηκε η επιβαλλόμενη κοινωνική πειθαρχία και προσπαθούν να αποδώσουν, σε αντιλήψεις που γεννήθηκαν από επιστημονική προσπάθεια, μια έννοια που δεν θα μπορούσε να βλάψει τους καθιερωμένους θεσμούς. Ακριβώς, για τον σκοπό αυτό πήραν την κατοχή του σχολείου. Σε παλαιότερες εποχές, είχαν ρίξει όλο το βάρος για την εκπαίδευση του λαού στις πλάτες των ιερέων· και πράγματι, φαίνεται ότι οι ιερείς ήταν απολύτως κατάλληλοι για την αποστολή, αφού η διδασκαλία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην υπηρεσία της εξουσίας. Όμως τώρα, αποφάσισαν να αναλάβουν παντού τον έλεγχο της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης.

Ο κίνδυνος, γι’ αυτούς, ήταν η αφύπνιση της ανθρώπινης νοημοσύνης στη νέα αντίληψη της ζωής· αυτή η αφύπνιση, η οποία εξεγείρει, στα βάθη της συνείδησης των ανθρώπων, τη θέληση για χειραφέτηση. Θα ήταν ανόητο να καταπολεμήσουν τις εξελισσόμενες δυνάμεις, αντίθετα, έπρεπε οι δυνάμεις αυτές να ελεγχθούν, να κατευθυνθούν σε συγκεκριμένα κανάλια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, πέρα ​​από την τήρηση των παλαιών διαδικασιών διακυβέρνησης, υιοθετήθηκαν νέες, σύγχρονες και προφανώς πιο αποτελεσματικές. Δεν απαιτήθηκε μεγάλη ευφυία για να βρεθεί αυτή η λύση. Η απλή πίεση των γεγονότων οδήγησε τους ανθρώπους της εξουσίας να καταλάβουν με ποιους τρόπους και μεθόδους έπρεπε να αντιταχθούν στους προφανείς κινδύνους.

Δημιούργησαν σχολεία, εργάστηκαν για να διαδοθεί η εκπαίδευση σε όλα τα μέρη, αν και υπήρχαν εκείνοι που αρχικά αντιστάθηκαν σε αυτήν την παρόρμηση –επειδή οι διαφορετικές τάσεις της ευνόησαν ορισμένα ανταγωνιστικά πολιτικά κόμματα– ωστόσο όλοι, σύντομα, κατάλαβαν ότι ήταν καλύτερο να ενδώσουν σε αυτήν και ότι οι καλύτερες τακτικές ήταν η διασφάλιση της υπεράσπισης των συμφερόντων και των αρχών τους με καινούργια μέσα. Αμέσως άρχισαν τρομεροί αγώνες για την κατάκτηση της σχολικής Εκπαίδευσης και οι αγώνες αυτοί, σε κάθε χώρα, συνεχίζονται με ένταση. Σήμερα, η αστική κοινωνία επικρατεί εκεί όπου παλαιότερα επικρατούσε ο κλήρος. Όλες οι πλευρές γνωρίζουν την σημασία του παιχνιδιού και την υποχώρηση που εξασφαλίζει τη νίκη χωρίς θυσίες. Η κραυγή του καθενός είναι: «Για και από το Σχολείο.» Οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι πρέπει να προσεγγιστούν με πολύ μεγάλη προσοχή! Όλοι οι άνθρωποι διψούν για την ανύψωσή τους με την εκπαίδευση και, κατά συνέπεια, την ευτυχία τους! Τις παλαιότερες εποχές κάποιοι θα μπορούσαν να πουν: «Θέλουν να σας κρατήσουν σε άγνοια για να σας εκμεταλλευτούν καλύτερα: θέλουμε να σας δούμε μορφωμένους και ελεύθερους». Τώρα αυτό δεν είναι πλέον δυνατό αφού έχτισαν σχολεία σε κάθε γωνιά, για κάθε είδους διδασκαλία.

Σε αυτή την ομόψυχη μετατροπή ιδεών μεταξύ των κυρίαρχων σε σχέση με το σχολείο γεννώνται ερωτηματικά για την ύπαρξη της καλής τους θέλησης και παρακολουθώντας τα γεγονότα ενεργοποιούνται οι αμφιβολίες μου ως προς την αποτελεσματικότητα των μεθόδων εκσυγχρονισμού που ορισμένοι μεταρρυθμιστές θέλουν να θέσουν σε λειτουργία. Αυτοί οι μεταρρυθμιστές είναι, εξάλλου, γενικότερα, άνθρωποι πολύ αδιάφοροι όσον αφορά την κοινωνική σημασία της εκπαίδευσης, πολύ φλογεροί όσον αφορά την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας, αλλά, συγχρόνως, αποφεύγουν διακαώς όλα τα ερωτήματα που είναι ξένα προς το αντικείμενο των σπουδών τους. Μαθαίνουν προσπαθώντας υπομονετικά να γνωρίσουν το παιδί και κάποια μέρα θα μας πουν –η επιστήμη τους είναι ακόμα νεαρή– ποιες μέθοδοι εκπαίδευσης είναι οι πλέον κατάλληλες για την καθ’ ολοκληρίαν αξιοποίησή του.

Τώρα, με κάποιο τρόπο, αυτή η επαγγελματική αδιαφορία είναι πολύ επιβλαβής, νομίζω, υπέρ της υπόθεσης που σκοπεύουν να υπηρετήσουν.

Δεν θέλω να πω ότι δεν γνωρίζουν τις πραγματικότητες του κοινωνικού περιβάλλοντος και γνωρίζω ότι αναμένουν από το έργο τους τα καλύτερα αποτελέσματα για τη γενική ευημερία. Λένε: Προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τα μυστικά της ζωής του ανθρώπου, αναζητώντας τις διαδικασίες της φυσιολογικής φυσικής και ψυχικής του ανάπτυξης, δίνουμε στην εκπαίδευση μια μορφή που δεν μπορεί παρά να είναι ευνοϊκή για την απελευθέρωση των ενεργειών. Δεν θέλουμε να αφιερώσουμε την προσοχή μας άμεσα στην απελευθέρωση του σχολείου, κάτι που άλλωστε δεν μπορούμε να κάνουμε, διότι δεν μπορούμε ακόμη να καθορίσουμε ακριβώς τι πρέπει να γίνει. Θα προχωρήσουμε με αργούς ρυθμούς, πεπεισμένοι ότι ο μετασχηματισμός του σχολείου θα είναι ακριβώς ανάλογος με τις ανακαλύψεις μας υπό τη δύναμη των ίδιων των γεγονότων. Αν μας ρωτήσετε ποιες είναι οι ελπίδες μας για την ανθρωπότητα, συμφωνούμε μαζί σας στην πρόβλεψη μιας εξέλιξης προς την κατεύθυνση μιας ευρείας χειραφέτησης του παιδιού και της ανθρωπότητας μέσω της επιστήμης – αλλά σε αυτή την περίπτωση και πάλι είμαστε πεπεισμένοι ότι το έργο μας πρέπει να κατευθυνθεί εξ ολοκλήρου προς τον σκοπό αυτό και θα το επιτύχει με την πιο γρήγορη και άμεση πορεία.

Απόδοση από τα Αγγλικά: Αναρχία και Ζωή

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 190, Φεβουάριος 2019

[1]. Τον Ιούλιο του 1909, ο λαός της Βαρκελώνης εξεγείρετε ενάντια στην υποχρεωτική στρατολόγηση και κατεβαίνει στο δρόμο για επτά ημέρες που κατεγράφησαν ως «Τραγική Εβδομάδα», καίγοντας εκκλησίες, ανατινάζοντας σιδηροδρομικούς σταθμούς, επιτιθέμενος σε στρατόπεδα… Η εξέγερση πνίγεται στο αίμα από τον στρατό και επιβάλλεται στρατιωτικός νόμος. Ο Φερρέρ συλλαμβάνεται στα τέλη του Σεπτεμβρίου ως ένας από τους «ανατρεπτικούς των άθεων σχολείων» που υποκίνησε την εξέγερση και μετά από μια δίκη παρωδία καταδικάζεται σε θάνατο. Παρά το τεράστιο κύμα συμπαράστασης σε ολόκληρη την Ευρώπη τουφεκίζεται στις 13 Οκτωβρίου 1909 στο προαύλιο της φυλακής του φρουρίου Montjuich Fortress της Βαρκελώνης.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.