Η παράλληλη πορεία της κυριαρχίας με την εξάρτηση (Μέρος Β΄)

Η οικονομική εκμετάλλευση των ψυχοτρόπων ουσιών από το ελλαδικό κράτος

Ο τρόπος που αντιμετώπιζε το ελλαδικό κράτος το φαινόμενο της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών από το 1850 έως το 1936 είναι ενδεικτικός για να κατανοήσουμε ότι το κράτος ενδιαφέρεται μόνο για τις οικονομικές απολαβές που μπορεί να του αποφέρει η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών καθώς και για το πώς μπορεί μέσα απ’ το φαινόμενο της χρήσης και της εξάρτησης να διαχειρίζεται τους υπηκόους του.

Στα μέσα του 19ου αιώνα το ελληνικό κράτος φαίνεται όχι μόνο να μην είναι εχθρικό απέναντι στην καλλιέργεια της κάνναβης, αλλά να προτρέπει τους αγρότες να ασχολούνται με αυτή την καλλιέργεια. Γύρω στο 1850 το υπουργείο γεωρ­γίας κάλεσε Αιγυπτίους και Κυπρίους για να δείξουν στους Έλληνες γεωργούς πώς να καλλιεργούν την κάνναβη. Το χρονικό των νομοθετημάτων σχετικά με τις ψυχοτρόπες ουσίες έχει ως εξής:

– Το 1890 ο υπουργός Εσωτερικών Στέφανος Δραγούμης με την υπ’ αριθμόν 22/5070 εγκύκλιο του Υπουργείου Εσωτερικών, την οποία ακολούθησε η υπ’ αριθμόν 13509 διαταγή της διοικητικής αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς απαγορεύει τη χρήση χασίς μόνο στις φυλακές.[1] Στην πραγματικότητα η διαταγή αυτή δεν εφαρμόζεται και η χρήση χασίς συνεχίζει να διαδίδεται.

– Στη συνέχεια, το 1919 το ελληνικό κράτος με νόμο απαγορεύει την χρήση χασίς σε άτομα που διήγαν άτακτο βίο. Ο συγκεκριμένος νόμος είναι ο νόμος «περί αλητείας» άρθρο 5 του ν. 1681/1919.

– Το 1920 με το νόμο 2107/1920 «περί απαγορεύσεως της καλλιέργειας, της εμπορίας και της καταναλώσεως ινδικής καννάβεως», απαγορεύεται η παραγωγή, η εμπορία και η χρήση χασίς. Ο νόμος αυτός στη συνέχεια αναβάλλεται και τελικά εφαρμόζεται το 1936 από την δικτατορία του Μεταξά. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος του 1920 βρήκε μεγάλες αντιδράσεις από τους αγρότες που έβλεπαν την παραγωγή τους σε χασίς να μένει αδιάθετη, αλλά και από αρκετούς πολιτικούς, οι οποίοι προκειμένου να μην χάσουν την εκλογική τους πελατεία, έβγαζαν λόγους στη βουλή υπέρ της χρήσης του χασίς. Η μετάθεση της εφαρμογής του νόμου 2107 του 1920 γίνεται γιατί το κράτος ελάμβανε οικονομικές απολαβές από το εμπόριο του χασίς.

Επίσης, το 1906 το ελληνικό κράτος για πρώτη φορά είχε επέμβη στα χωράφια που καλλιεργούσαν ινδική κάνναβη. Αφού καταγράφηκαν οι γαίες όπου καλλιεργούσαν κάνναβη, με τον νόμο ΓΡΚΓ΄/1906 οι αγρότες της συγκεκριμένης καλλιέργειας όφειλαν να καταβάλουν στο κράτος 8 δραχμές ανά στρέμμα. «Ο νόμος (ΓΡΚΓ΄/1906)[…] ορίζει ότι τα ποσά που εισπράττονται από το Δημόσιο καταθέτονται σε κάποιο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την αποξήρανση ελών, τελμάτων, την κατασκευή δημοτικών οδών κλπ. Κατά προτίμηση μάλιστα τα έργα αυτά γίνονταν στους δήμους απ’ όπου προέρχονται οι φόροι, δηλαδή στους δήμους όπου γίνεται καλλιέργεια ινδικής κάνναβης».[2] Από όλα αυτά δια­πιστώνεται ότι το Δημόσιο θα έχανε αρκετές εισφορές εάν ο νόμος 2107 έμπαινε σε εφαρμογή.

Ωστόσο, ενώ υπάρχει μια συζήτηση για την διαχείριση του χασίς δεν συμβαίνει το ίδιο για το νεοεισερχόμενο πρωτοπόρο φάρμακο της Bayer, το «παυσίπονο» ηρωίνη. Η ουσιαστική ποινικοποίηση της ηρωίνης γίνεται το 1932 με τον νόμο 5539/1932 «περί μονοπωλίου των ναρκωτικών φαρμάκων και του ελέγχου αυτών», ο οποίος περιλάμβανε για πρώτη φορά στον πίνακα των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών το χασίς, καθώς και τα οπιούχα, με αποτέλεσμα να ορίζονται και αυτά «επίσημα» ως απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες. Από το 1920 (με το Άρθρο 1 του Νομοθετικού Διατάγματος της 24/12/1920 «Περί παραγωγής και εμπορίας του οπίου, της μορφίνης, κοκαΐνης, ηρωίνης και αλάτων αυτών»)[3] μέχρι το 1932 η καλλιέργεια, η εμπορία, η εισαγωγή και η κατανάλωση της ηρωίνης (και μαζί της μορφίνης και της κοκαΐνης) τίθεται υπό τον έλεγχο του κράτους.[4] Έτσι, εφ’ όσον η καλλιέργεια, η εμπορία, η εισαγωγή και η χρήση των παραπάνω ουσιών γίνονταν σύμφωνα με τις διατυπώσεις που εξασφάλιζαν τον κρατικό έλεγχο, οι παραπάνω δραστηριότητες ήταν νόμιμες.

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά η απαγόρευση της ηρωίνης καθώς και όλων των οπιούχων επιβλήθηκε το 1932 ενώ η απαγόρευση παραγωγής και χρήσης του χασίς επιβλήθηκε το 1936 με τη δικτατορία του Μεταξά. Το διάστημα από το 1920 έως το 1936 το χασίς παρέμενε σε ένα καθεστώς ημιπαρανομίας λόγω του ασαφούς νομοθετικού πλαισίου. Η εξέλιξη, λοιπόν, του νομικού πλαισίου για το χασίς συνδέεται με τη σταδιακή αλλαγή της θεωρούμενης χρήσης του από απλή καθημερινή κατανάλωση συνδεδεμένη με μια σειρά από κοινωνικές δραστηριότητες σε θεωρούμενη μαζική εξάρτηση. Έτσι, μολονότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την εξάπλωση του φαινομένου, θα μπορούσε να συμπεράνει κάποιος με βάση τις αλλαγές στο νομικό πλαίσιο ότι, όταν το φαινόμενο φαίνεται να παίρνει μεγάλες διαστάσεις ξεφεύγοντας από τα μέχρι τότε πλαίσια και όρια χρήσης του, δημιουργείται ο νόμος της απαγόρευσης παραγωγής και χρήσης ώστε να σταματήσουν και οι όποιες αντιδράσεις του κόσμου. Η οριστική απαγόρευση της καλλιέργειας της κάνναβης το 1936 ήταν επίσης άμεσα συνυφασμένη με αγγλικές και αμερικανικές επιταγές. Το αγγλικό κράτος μάλιστα εκβίαζε το ελληνικό ότι εάν δεν σταματήσει η καλλιέργεια και η εξαγωγή κάνναβης (κυρίως χασίς στην Αίγυπτο) θα έπαυε να αγοράζει σταφίδα. Οι λόγοι βέβαια δεν ήταν επειδή ενδιαφέρονταν για το κοινό καλό, αλλά αφορούσαν την ενδυνάμωση της εξαγωγής του ινδικού χασίς που αποτελούσε αγγλική αποικία, όπως επίσης και στην μετρίαση της κατανάλωσης του ελληνικού χασίς από τους Αιγυπτίους εργάτες με σκοπό την μεγαλύτερη αποδοτικότητά τους για μεγαλύτερα κέρδη για τους αποικιοκράτες.

Αν, λοιπόν, στα μέσα και στα τέλη του 19ου αιώνα οι αντιδράσεις στην παραγωγή και τη χρήση του χασίς καθώς και της παπαρούνας είναι μηδαμινές αυτό αποδίδεται από τη μια μεριά στην περιορισμένη, τοπικά προσδιορισμένη πρακτική που συνδέεται άμεσα με τον κοινοτικό τρόπο ζωής που ακόμα επιβίωνε στην ελλαδική ύπαιθρο. Η κατάσταση διαφοροποιείται αισθητά την περίοδο 1900-1950. Στο διάστημα αυτό και με δεδομένη την ύπαρξη μεγάλου αριθμού εξαθλιωμένων και περιθωριακών τμημάτων του πληθυσμού που αρχίζουν να χρησιμοποιούν το χασίς και τα παράγωγα του οπίου ως μέσο αντιμετώπισης της σκληρής πραγματικότητάς τους, οι φωνές που αντιδρούν πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα την σχεδόν αναγκαστική απαγόρευση της παραγωγής και της χρήσης τους από το κράτος.

Βέβαια, η απαγόρευση δεν έχει ως σκοπό την εξάλειψη της εξάρτησης αλλά υποκρύπτει «υψηλούς» ημετέρους που συνδέονται άμεσα με το κράτος και επωφελούνται οικονομικά από την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Έτσι, αυτοί οι «υψηλοί» ημέτεροι προσφέρουν την ανεκτίμητη βοήθειά τους στο κράτος και τους κυρίαρχους στην προώθηση της αποβλάκωσης των ανθρώπων, ώστε να έχουν έναν επί πλέον λόγο να κοιμούνται ήσυχοι. Με τα παραπάνω διαπιστώνεται ότι η εξάρτηση είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των πόλεων και την αλλαγή του τρόπου ζωής. Είναι, επίσης, άμεσα συνδεδεμένη με την εξουσία και το κράτος ασχέτως πολιτικού μανδύα. Οι εξουσίες και τα κράτη ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης δημιουργούν εξαρτήσεις επειδή δεν μπορούν να κατασκευάσουν φυλακές για όλους!

Ελευθερόκοκκος

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 191, Μάρτιος 2019

[1]. «[…] ἡ χρήσις τοῦ χασίς παράγει ὀλέθρια ἀποτελέσματα, ὀφείλομεν νά ἀπαγορεύσωμεν αὐτήν αὐστηρῶς. Ἐπί τούτῳ δ’ ἐντελλόμεθα, ἵνα προσκαλέσητε πάσας τάς δημοτικάς καί ἀστυνομικάς ἀρχάς τοῦ ὑπό τήν διοίκησίν σας νομοῦ νά ἐκδώσωσι δυνάμει τῆς παρούσης, τῶν ἄρθρων 24-26 τοῦ περί δημοτικῆς ἀστυνομίας νόμου καί τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ἀπό 29 Μαρτίου 1835 Β. Διατάγματος, ἀστυνομικήν διάταξιν, δι’ ἧς ν’ ἀπαγορεύσωσι τήν χρῆσιν τοῦ χασίς ἐν τοῖς καφενείοις καἰ ὁπουδήποτε ἀλλαχού[…] νά επιστηθῆ δέ προσοχή ἄγρυπνος ὑπό τε τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καί τῆς χωροφυλακῆς, πρός ἥν θέλουσι κοινοποιηθῆ ἡ τε παροῦσα καί αἱ ἐκδοθησόμεναι ἀστυνομικαί διατάξεις, ὅπως δι’ ἐνδελεχοῦς ἐξετάσεως καί ἐρεύνης καταστήσωσιν ἐνεργόν τήν ἀπαγόρευσιν διά τῆς ἀμέσου καταδιώξεως τῶν παραβατῶν καί τῆς κλείσεως τῶν καταστημάτων αυτῶν. Περί τοῦ ἀποτελέσματος τῶν πρός ἐκτέλεσιν τῆς παρούσης ἐνεργειῶν ὑμών, ἀπεκδεχόμεθα ἐν καιρῷ ἀναφοράν σας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Μαρτίου 1890. Ὁ Ὑπουργός Σ. Δραγούμης». Καράμπελας Γιώργος, Το Ιερό Χόρτο, σελ. 555.

[2]. Giancarlo Arnao, Το Απαγορευμένο Χόρτο, σελ. 184.

[3]. ό.π.

[4]. Βασική καινοτομία του νόμου 5539/ 1932 «Περί μονοπωλίου των ναρκωτικών φαρμάκων και του ελέγχου αυτών» από το Ν.Δ του 24/12/1920 είναι ότι ο 5539/1932 «χαρακτηρίζει τις ως τότε γνωστές ουσίες (όπιο, μορφίνη, ηρωίνη, κοκαΐνη, χασίς κ.α.) ως «ναρκωτικά», σε αντίθεση με όσα καθόριζαν τα ως τότε νομοθετήματα». ό.π, σελ 188.

Both comments and trackbacks are currently closed.