Η παράλληλη πορεία της κυριαρχίας με την εξάρτηση (Μέρος Α΄)

Οι ψυχοτρόπες ουσίες, όπως είναι φυσικό δεν εμφανίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη στον ελλαδικό χώρο. Υπήρχαν με διαφορετικές μορφές, χιλιάδες χρόνια πριν. Η σταδιακή αλλαγή στην χρήση και εν τέλει η εξάρτηση, είναι φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν στον ελλαδικό χώρο από τα μέσα του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, αλλαγές που σχετίζονται με την σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου και του κοινοτικού τρόπου ζωής, το μεγάλωμα των πόλεων και εν τέλει με το κράτος και την εξουσία. Στο παρόν κείμενο θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την πορεία των ψυχοτρόπων ουσιών στον ελλαδικό χώρο από την αρχαιότητα έως τα μέσα του 20ου αιώνα, τους τρόπους χρήσης ανά εποχές και την αντιμετώπιση του κράτους από το τέλος του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα με νομοθετικές ρυθμίσεις.

Ιστορικές αναφορές

Τα αρχαία ελληνικά κείμενα βεβαιώνουν την καλλιέργεια καθώς και τη χρήση κάνναβης στον ελλαδικό χώρο αλλά και σε γειτονικές περιοχές. Εν τούτοις οι αρχαίοι συγγραφείς, για άγνωστο λόγο, δεν αναφέρονται στην ψυχοτρόπο δράση του φυτού αλλά μόνο στην χρήση του για φαρμακευτικούς και βιοτεχνικούς σκοπούς. Το γεγονός αυτό ίσως να αποτελεί ένδειξη ότι η χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών ήταν ενταγμένη στο κοινωνικό περιβάλλον με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ότι σήμερα, καθώς και ότι η εξάρτηση είτε δεν υπήρχε ή τουλάχιστον θα ήταν σε περιορισμένα πλαίσια. Ο Ηρόδοτος (480-420 π.Χ) αναφέρει την κάνναβη στις νεκρικές τελετουργίες των Σκυθών. Ο Έφιπος που έζησε τον 4ο αιώνα π.Χ αναφέρει την κάνναβη σαν τροφή μετά το δείπνο στην κωμωδία του Κύδων. Ο Στράβων επίσης μας πληροφορεί για την περιοχή της Κολχίδας ότι είναι πλούσια σε κάνναβη. Ο περιηγητής Παυσανίας (150-200 μ.Χ) στο «Ελλάδος περιήγησις» στα «Ηλιακά» αναφέρει την κάνναβη, το λινάρι και το βύσσο στις σημαντικότερες καλλιέργειες της περιοχής της Ηλείας. Ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης (40-90 μ.Χ) αναφέρει ότι με το φυτό κατασκευάζονται γερά σκοινιά και ότι οι λιωμένοι και χυλωμένοι σπόροι του βοηθούν στην αντιμετώπιση των ωταλγιών. Επίσης, εφιστά την προσοχή, διότι η υπερβολική βρώση των σπόρων μπορεί να επιφέρει μείωση στην παραγωγή σπέρματος.

Στα Βυζαντινά και στα Οθωμανικά χρόνια η κάνναβη συνέχιζε να αυτοφύεται στον ελλαδικό χώρο ή και να καλλιεργείται σποραδικά, αλλά όχι σε οργανωμένη μορφή, κυρίως για να καλυφθούν οι ανάγκες των Οθωμανών για χασίς και κλωστικές ίνες, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσαν το φυτό και τα προϊόντα του στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική, κατασκευάζοντας οινοπνευματώδη εκχυλίσματα καθώς και βάμματα από κάνναβη. Οι πρακτικές αυτές συνεχίστηκαν και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα.[1]

Από το 1877 έως το 1957 στον ελλαδικό χώρο υπήρχαν δεκάδες κανναβουργεία που επεξεργάζονται το φυτό για την παραγωγή, σχοινιών, υφασμάτων, χαρτιού αλλά και ευφορικής κάνναβης (χασίς). Το χασίς το εξήγαν κυρίως στην Αίγυπτο, στην Μέση Ανατολή, αλλά και στην Ευρώπη. Κανναβουργεία υπήρχαν στην Κέρκυρα, στην Έδεσσα, στην Μαντίνεια της Αρκαδίας στην Αργολίδα κ.λπ. Ενδεικτικά, το 1928, υπήρχαν δέκα κανναβουργεία στον ελλαδικό χώρο που παρήγαγαν σκοινί και το εξήγαγαν στο εξωτερικό. Εκτός απ’ την βιοτεχνική κατεργασία υπήρχε και η οικοτεχνία όπου οι άνθρωποι κατασκεύαζαν μόνοι τους είδη πρώτης ανάγκης όπως σχοινιά, τσουβάλια και υφάσματα, ωστόσο αυτή η τεχνική σταδιακά εγκαταλείφθηκε.

Η αλλαγή χρήσης

Το τέλος του 19ου αιώνα φαίνεται ότι σηματοδοτεί την αλλαγή στη χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών, αφού η κοινωνική πρακτική που μπορεί να χαρακτήριζε αυτές τις ουσίες μέχρι τότε αρχίζει να διαφοροποιείται και να παρουσιάζονται τα πρώτα δείγματα εξάρτησης. Η ανάπτυξη των πόλεων με την ταυτόχρονη απομάκρυνση των κοινοτικών τρόπων ζωής έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή χρήσης των ψυχοτρόπων ουσιών. Είναι γνωστό ότι για πολλούς λόγους (εθνικές γαίες, αλλαγή εργασιακού ενδιαφέροντος και άλλα) από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζουν να συρρέουν στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως στη Σύρο, το Ναύπλιο και τον Πειραιά, μεγάλοι πληθυσμοί ανθρώπων από την ελλαδική επαρχία και ύπαιθρο. Το αυτό ισχύει και στην Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Κάποιοι προσαρμόζονται στα νέα εργασιακά δεδομένα, ενώ κάποιοι άλλοι περιθωριοποιούνται. Οι νέοι κάτοικοι συνήθως ζουν στις παρυφές των πόλεων και εκεί γίνεται αισθητή η παρουσία ψυχοτρόπων ουσιών. Σταδιακά οι ψυχοτρόπες ουσίες αρχίζουν να ταυτίζονται κυρίως με το λεγόμενο κοινωνικό περιθώριο. Για παράδειγμα η εξάπλωση της χρήσης χασίς στον Πειραιά ήδη από το 1880 είναι μεγάλη,[2] ενώ η πρώτη γραπτή πηγή που βεβαιώνει τον εγκλεισμό ατόμου σε ψυχιατρικό νοσοκομείο για χρήση ναρκωτικών είναι το 1914 στο Δρομοκαΐτειο. Τα φαρμακεία από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου πωλούσαν τσιγάρα ινδικής κάνναβης για την ηρεμιστική τους ιδιότητα καθώς και ηρωίνη[3] για διάφορα αναπνευστικά προβλήματα.

Η Μικρασιατική καταστροφή με τις τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της δημιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Οι πρόσφυγες από τον Μικρασιατικό πόλεμο ανέρχονται σε εκατομμύρια με αποτέλεσμα πολλές πόλεις όπως ο Πειραιάς και η Αθήνα πληθυσμιακά να μεγαλώνουν απίστευτα γρήγορα, αλλάζοντας κοινωνικές και πολιτισμικές ισορροπίες και δημιουργώντας νέα κοινωνικά δεδομένα. Για να καταλάβουμε τα μεγέθη απλά αναφέρουμε ότι ο Πειραιάς το 1920 ανέρχεται σε 133.482 κατοίκους, ενώ το 1923 υπολογίζονται ανεπίσημα σε 230.000. Το 1928, απογράφονται 251.328 κάτοικοι, έτσι ο πληθυσμός της πόλης έχει αυξηθεί κατά 85%, συγκριτικά με τα επίπεδα του 1920. Στην Αθήνα αντίστοιχα, το ποσοστό είναι 54%.[4]  Έτσι λοιπόν ο προσφυγικός εποικισμός κυριολεκτικά μπούκωσε όλο τον Πειραιά και την Αθήνα. «Η Πειραϊκή μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν κατοικημένη μόνο στις αρχές της, η υπόλοιπη ήταν βραχώδης έκταση γεμάτη σπηλιές, καταφύγιο των κακοποιών και των περιθωριακών στρωμάτων της πόλης».[5] Οι πρόσφυγες θα ζυμωθούν με τους κατοίκους αυτών των περιοχών, θα εργαστούν σε δουλειές σκληρές και χαμηλά αμειβόμενες, άλλοι θα έρθουν σε επαφή με τον ήδη περιθωριοποιημένο πληθυσμό.

Εκτός από το χασίς η χρήση της ηρωίνης εκείνη την περίοδο, αναλογικά με τα πληθυσμιακά στοιχεία της εποχής, και με βάση αστυνομικά αρχεία υπολογίζεται πως ήταν 30 με 40 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με το σήμερα. Για να είναι εφικτή η αναγωγή πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι χρήστες που σύρονται από την αστυνομία στα αστυνομικά τμήματα και τα δικαστήρια[6] είναι πάντα ένα πολύ μικρό ποσοστό σε σχέση με τους χρήστες που υπάρχουν. Για παράδειγμα, από το 1930 έως το 1933 έχουμε το παράδοξο σταδιακά η ηρωίνη να αυξάνεται στις προτιμήσεις ενώ οι χρήστες χασίς φαίνεται να μειώνονται. Ο λόγος αυτού του φαινομένου μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι από το 1920 επιτρέπεται η καλλιέργεια της παπαρούνας κάτω από κρατικό έλεγχο (Άρθρο 1 του Νομοθετικού Διατάγματος της 24/12/1920). Η νόμιμη πλέον καλλιέργεια της οπιούχας παπαρούνας κράτησε μέχρι το 1932 με τον νόμο 5539/1932 «περί μονοπωλίου των ναρκωτικών φαρμάκων και του ελέγχου αυτών», ο οποίος περιλάμβανε για πρώτη φορά στον πίνακα των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών το χασίς, καθώς και τα οπιούχα, με αποτέλεσμα να ορίζονται και αυτά επίσημα ως απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες. Έτσι γίνεται κατανοητό ότι η ηρωίνη βρίσκεται πάρα πολύ εύκολα και σε χαμηλή τιμή, αφού πολλοί αγρότες καλλιεργούσαν νόμιμα την παπαρούνα ενώ η κάνναβη, που βρισκόταν σε ένα καθεστώς «ημιπαρανομίας» (που θα δούμε παρακάτω) ήταν ποιο δυσεύρετη και ακριβή. Επίσης, η χρήση των παραγώγων του οπίου, η μορφίνη και η ηρωίνη, την εποχή του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και στο μεσοδιάστημα ήταν επίσης αυξημένη στο δυτικό κόσμο. Η μορφίνη, πέρα από την αλόγιστη διάδοσή της, στην διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, συνέβαλε σημαντικά στην ανακούφιση χιλιάδων σακατεμένων στρατιωτών.

Ελευθερόκοκκος

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 191, Μάρτιος 2019

[1]. Στο βιβλίο του Αφεντούλη Θ., Φαρμακολογία, Αθήνα 1875, περιγράφονται ιατρικές συνταγές με κάνναβη, καθώς και αναλυτικές θεραπευτικές χρήσεις του φυτού.

[2]. « Ἤδη ἀπό τό 1880 ἡ ἐξάπλωσις τοῦ χασίς στόν Πειραιᾶ ἦτο σημαντική καί ὑπήρξε μέγας ἀριθμός χαμαιτυπείων καί ἄλλων κέντρων ὅπου ἐκαπνίζετο τό χασίς.» Στριγγάρης Μ., «Χασίς» Ψυχοπαθολογία, Κλινική, Κοινωνιολογία, εγκληματολογία του κανναβισμού, Αθήνα 1937, στο Ημερολόγιο 2006 – Ο Πειραιάς και το ρεμπέτικο τραγούδι.

[3]. Η ηρωίνη πρωτοκατασκευάστηκε το 1874 από τους Beckett και Wright. Η θεραπευτική της χρήση ξεκίνησε το 1896 από τον Dresser ενώ παράγεται βιομηχανικά από την φαρμακευτική εταιρεία Bayer το 1898. Η παραγωγή της από την Bayer σταμάτησε το 1910.

[4]. Μαλακούτη Ματίνα, «Η Εξέλιξη του Αστικού Πειραιά 1834-1922», στο Ημερολόγιο 2006 – Ο Πειραιάς και το Ρεμπέτικο Τραγούδι, εκδ. Δημιουργικό Εργαστήρι, 2006.

[5]. Τσοκοπούλου Βάσια, «Ο Πειραιάς στον Εικοστό Αιώνα».

[6]. Η συνήθης πρακτική του κράτους απέναντι στο φαινόμενο των ναρκωτικών είναι η καταστολή, πρακτική αποδεδειγμένα αναποτελεσματική κατά την οποία ο απλός χρήστης αντιμετωπίζεται σαν εν δυνάμει εγκληματίας. Έτσι με αυτό τον ανορθόδοξο τρόπο το κράτος προσποιείται ότι συμβάλλει στην αντιμετώπιση του φαινομένου των ναρκωτικών.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.