ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ «ΑΣΥΛΟ»

Η εισβολή των ένστολων συμμοριών του κράτους στο Πολυτεχνείο και η σύλληψη 500 και πλέον αγωνιζόμενων ανθρώπων, αποτέλεσε τη βάση για την έκφραση διαφόρων απόψεων σχετικά με το πανεπιστημιακό άσυλο. Πολλά ειπώθηκαν τόσο από την πλευρά των εξουσιαστών όσο και από την πλευρά διαφόρων δεκανικιών και επιδιορθωτών της κρατικής επιβολής.

Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν μπορεί να ειδωθεί, από την σκοπιά του κοινωνικού αγώνα, σαν κάτι περισσότερο από έναν κρατικό θεσμό, ο οποίος φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα των εξουσιαστών, όπως άλλωστε και κάθε θεσμός-μηχανισμός της κρατικής δόμησης. Κάθε τι, λοιπόν, που έχει φτιαχτεί για να εξυπηρετεί αυτά τα συμφέροντα, είναι δεδομένο ότι χρησιμοποιείται ανάλογα με τις επιδιώξεις και τις ανάγκες που τίθενται σε κάθε χρονικά δύσκολη στιγμή για την κρατική επιβολή. Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι μια κατάκτηση κανενός «κινήματος» (φοιτητικό, νεολαιίστικο κ.τ.λ.) υπό την έννοια ότι δεν υπάρχουν κεκτημένα δικαιώματα κάτω από την κρατική επιβολή, αλλά υπάρχουν συγκεκριμένες παραχωρήσεις από την πλευρά των κρατιστών. Έτσι, το «δικαίωμα» της ασυλίας (της μη εισόδου αστυνομικών δυνάμεων σε πανεπιστημιακούς χώρους) παραχωρήθηκε κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις και λογικές και αναιρείται κάτω από την πίεση κάποιων άλλων γεγονότων, όταν, δηλαδή, οι διάφοροι χειραγωγικοί μηχανισμοί δεν στέκονται ικανοί να αποτρέ­ψουν τις όποιες εξεγερτικές διαθέσεις των αγωνιζό­μενων ανθρώπων.

Σε συγκρουσιακές-εξεγερτικές καταστάσεις, έχουν καταληφθεί κατ’ επανάληψη από κομμάτια καταπιεσμένων, πανεπιστημιακοί χώροι. Κατάληψη, που αυτομάτως σημαίνει το ύψωμα ενός οδοφράγματος προκειμένου να διεξαχθούν αποτελεσματικότερα οι συγκρούσεις απέναντι στις ένστολες και άστολες συμμορίες του κράτους. Η κατάληψη ενός πανεπιστημιακού χώρου δεν έχει να κάνει με καμμιά ασφάλεια που προσφέρει το άσυλο αυτού του χώρου. Από τη στιγμή που οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι συγκρούονται με τις κρατικές δυνάμεις ξέρουν ότι κάθε στιγμή υπερασπίζονται την σωματική τους ακεραιότητα, την αξιοπρέπεια τους και τελικά την ίδια την σύγκρουση. Σε καμμία περίπτωση οι κοινωνικές συγκρούσεις, άσχετα αν ξεκινούν μετά από κατάληψη πανεπιστημιακού χώρου, δεν έχουν σχέση με δημο-κρατικά προσχήματα και επικαλύψεις χρήσεων διάφορων ασύλων.

Η πρόσφατη κατάληψη του Πολυτεχνείου, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ανέδειξε και κύρια το στοιχείο της εξέγερσης, το οποίο πλέον δεν αμφισβητείται ούτε από την πλευρά των κρατιστών, απέδειξε στη πράξη ότι ούτε οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι περιορίστηκαν σε δημοκρατικές επικλήσεις «προάσπισης του ασύλου», ούτε ότι το κράτος σέβεται κανέναν θεσμό του, όπως πιστεύουν αφελείς δημοκράτες και άλλοι συνοδοιπόροι του. Ο χώρος του Πολυτεχνείου έχει χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς από αγωνιζόμενα κομμάτια, είτε για να προστατευτούν από επιθέσεις των συμμοριών του κράτους, είτε σαν σημείο για την ανάπτυξη πρακτικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο χώρος αυτός και η γύρω περιοχή αποτελούν ένα φετίχ κατάληψης και σύγκρουσης. Οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι πάντα επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν χώρους και πρακτικές που είναι αναγκαίες αλλά και λειτουργικές για την ανάπτυξη κοινωνικο-απελευθερωτικών δραστηριοτήτων.

Επανερχόμενοι στο θέμα του ασύλου, θα πρέπει να δούμε κάτω από ποιες συνθήκες το κράτος επιλέγει να εισβάλει.

Κάθε εισβολή των συμμοριών του σε πανεπιστημιακούς χώρους, πάντα επιφέρει μικρές ή μεγάλες και έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Σε καμμία περίπτωση οι κυρίαρχοι δεν έχουν την απόλυτη συγκατάθεση της κοινωνίας. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, αυτόματα οδηγεί στην εξουσιαστική άποψη, πως η κοινωνία είναι νεκρή και ανίκανη και άρα το κράτος εμφανίζεται σαν ο απόλυτος ρυθμιστής της ζωής των ανθρώπων. Μέχρι τώρα οι δυνάμεις τυραννίας έχουν εισβάλει σε κατειλημμένες σχολές κάτω από την πρεμούρα συγκράτησης των εξεγερτικών διαθέσεων που εκδηλώνονταν. Το 1985 στο Χημείο όπου είχε καταληφθεί ύστερα από την δολοφονία του 15χρονου Μ. Καλτεζά, το κράτος εισβάλλει προσπαθώντας να ανακόψει την αγανάκτηση και το μίσος των ανθρώπων. Το ίδιο βράδυ βρίσκεται κατειλημμένο το Πολυτεχνεί­ο από 3.000 ανθρώπους, οι οποίοι έμπρακτα πετούν στα σκουπίδια την προσπάθεια τρομοκράτησης που επιχειρήθηκε με την εκκένωση του Χημείου. Και αν το κράτος εμφανίστηκε ανίκανο να αναχαιτίσει την εξέγερση που ξεσπούσε, στάθηκαν ικανοί οι μουχλιασμένοι αριστεριστές που πρόσφεραν αξιοθαύμαστο έργο στην υπηρεσία του κράτους…

Τον Οκτώβρη του ’91 εισβάλει στο Πολυτεχνείο προσπαθώντας να «τελειώσει» με το μαχητικό κομμάτι των μαθητών. Η συνέχεια, όμως, απέδειξε ότι και πάλι δεν κατάφερε να τρομοκρατήσει και να αναχαιτίσει τις εξεγερτικές διαθέσεις τόσο των ίδιων των μαθητών όσο και γενικότερα της αγωνιζόμενης κοινωνίας.

Στην πρόσφατη κατάληψη του Πολυτεχνείου, το κράτος βρέθηκε υποχρεωμένο κάτω από την πίεση της εξάπλωσης της εξέγερσης, να επέμβει και να αιχμαλωτίσει τους εξεγερμένους. Δεν θα πρέπει να ξεχνιέται ότι παράλληλα με το Πολυτεχνείο υπήρχε η εξέγερση του Κορυδαλλού και ταυτόχρονα την επομένη, στις 18 Νοέμβρη δηλαδή, είχε αναγγελθεί πορεία αλληλεγγύης στους έγκλειστους του Πολυτεχνείου. Παράλληλα, καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας υπήρχε αρκετός κόσμος συγκεντρωμένος στους δρόμους στο κέντρο της Αθήνας που, είτε προσπαθούσε να πλησιάσει, είτε δημιουργούσε αψιμαχίες με τα ΜΑΤ. Κάτω, λοιπόν, από το βάρος της εξάπλωσης της εξέγερσης, το κράτος επενέβη, σε μια περίοδο που σαφώς δεν ήταν (και δεν είναι) τόσο σταθερή γι’ αυτό.

Σ’ αυτές, λοιπόν, τις συνθήκες, όπου εκδηλωνόταν μια εξέγερση, σαφώς και δεν μπορούμε να μιλάμε για καμμία είδους ασυλία. Δεν θα μπορούσε άλλωστε για τους αγωνιζόμενους ανθρώπους, να υπάρχουν άσυλα, ούτε για αυτούς, ούτε φυσικά και για τον ίδιο τον κοινωνικό αγώνα. Αν ο κοινωνικός αγώνας βασιζόταν στις δημοκρατικές νομιμότητες και προασπίσεις θεσμών της ίδιας της εξουσίας, τότε δεν θα μπορούσε να ονομάζεται έτσι.

Στην έξαρση συγκρουσιακών πρακτικών του κοινωνικού πολέμου, κάθε κατειλημμένος χώρος, όπως είπαμε και παραπάνω, λειτουργεί σαν ένα ακόμα κοινωνικό οδόφραγμα ενάντια στις δυνάμεις της τυραννίας χωρίς να ασχολείται αν για αυτόν τον χώρο έχουν θεσπιστεί άσυλα ή άλλες δημο-κρατικές αηδίες, θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει απολύτως κατανοητό, ότι είναι άλλο πράγμα η κατάληψη και η αυτή χρήση του όποιου χώρου και άλλο πράγμα το άσυλο. Άλλωστε, συγκρουσιακές-εξεγερτικές πρακτικές έχουν εκδηλωθεί στους δρόμους χωρίς άσυλα (Βοτανικός ’92, Γενάρης ’91 κ.ά.) καταδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα σε δημο-κρατικές παραχωρήσεις και στους αγώνες των καταπιεσμένων ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση.

Το κράτος, λοιπόν, έχοντας θεσπίσει το άσυλο για τα πανεπιστήμιά του, μπορεί να το αναιρεί όποτε θέλει. Παράλληλα, προσπαθεί να εγκλωβίσει τους ανθρώπους στις λογικές εκείνες που μιλούν για «προάσπιση του ασύλου» για «δημοκρατικές κατακτήσεις» και άλλες αηδίες, έχοντάς τους σαν χρυσές εφεδρείες όταν αγωνιζόμενα κοινωνικά κομμάτια γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια και τα άσυλα και τις δημοκρατικές ψευδαισθήσεις, δίνοντας τις μάχες εκεί που ξέρουν… ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.

Από το βιβλίο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1995, Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ, έκδοση της Αναρχικής Αρχειοθήκης, Αθήνα 2011, σελ. 120-121.

Δείτε επίσης και ΕΔΩ

Both comments and trackbacks are currently closed.