ΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ 2019: ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ «ΕΞΟΔΟΣ ΑΝΑΓΚΗΣ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ…

«Επί συνόλου 90 υπουργών και υφυπουργών των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, 16 προέρχονται από την κομμουνιστική ανανέωση (με το ποσοστό τους πάντως να μειώνεται δραματικά, μετά τον τελευταίο ανασχηματισμό (29.8.2018). 27 είναι οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Έτσι, αθροιστικά, οι πρώην κομμουνιστές –χωρίς να συμπεριλαμβάνονται όσοι ανήκαν στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά– είχαν την πλειοψηφία στις πρώτες κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ˙ σε κάθε περίπτωση, αποτελούσαν και αποτελούν τις κατά πολύ πιο πολυάριθμες και συμπαγείς ομάδες υπουργών και υφυπουργών, σε όλες τις  κυβερνήσεις που σχηματίσθηκαν μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Από μια πρόχειρη συγκριτική έρευνα –και με την επιφύλαξη όσων διατύπωσα στην εισαγωγική παράγραφο του παρόντος άρθρου για τη μικρή σημασία τέτοιου είδους στατιστικών– νομίζω ότι αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου ΠολέμουΝίκος Αλιβιζάτος, The Books’ Journal, 22-9-2018

«Η άμεση συμμετοχή του ΙΚΚ σε κυβερνητικές ευθύνες θα συναντούσε μια μεταλλαγή ποιότητας στις κατευθύνσεις και στις μεθόδους της πολιτικής καθοδήγησης και της διοίκησης του κράτους, στο γενικό κλίμα της χώρας και στη στάση των εργαζομένων απέναντι στις δημόσιες εξουσίες. Ένα ρεύμα εμπιστοσύνης θα ξανάρχιζε να εμπνέει τις εργαζόμενες δυνάμεις και το λαό, κι αυτό θα ’ταν αποφασιστικό για να προσδιοριστεί εκείνη η προσφορά των εργαζομένων και όλων των πολιτών που είναι αναγκαία για να ξεπεράσουμε τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε». Μπερλίνγκουερ Ενρίκο, Για τη συνεννόηση ανάμεσα στις μεγάλες λαϊκές δυνάμεις (Από την εισήγηση στην ΚΕ και στην ΚΕ ελέγχου στην Ολομέλεια προετοιμασίας του 14ου Συνεδρίου του ΙΚΚ, 10 – 12 Δεκεμβρίου 1974)

 «Χρειαζόμαστε μια έξοδο ανάγκης», φέρεται να είπε ο Δραγασάκης παραμονές της προκήρυξης του δημοψηφίσματος του 2015 δικαιολογώντας μια κίνηση, που απέβλεπε στον ασφυκτικό εγκλωβισμό των κοινωνικών αντιδράσεων και την εδραίωση στην εξουσία των κομμουνιστών του Συριζα, οι οποίοι με υποδειγματικό τρόπο αναστήλωσαν τις απαραίτητες πολιτικές δυνάμεις του «παλαιού και διεφθαρμένου» πολιτικού συστήματος και πέρασαν χωρίς να ανοίξει ρουθούνι όχι ένα αλλά δύο μνημόνια.

Αναφερόμαστε συχνά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τόσο της συγκεκριμένης κομμουνιστικής διαχείρισης των εξουσιαστικών υποθέσεων αλλά και όσων προηγήθηκαν αυτής από την πρώτη στιγμή.

Ως αναρχικοί, θεωρούσαμε και θεωρούμε δεδομένη αυτή την στάση και φυσικά δεν αμφιταλαντευθήκαμε ούτε στιγμή, ούτε όσον αφορά την ένταση της προσπάθειάς μας ούτε όσον αφορά την έκτασή της.

Ως εκ τούτου είναι κατά την γνώμη μας άξιον απορίας το να χαρακτηρίζεται σοσιαλδημοκρατική η συγκεκριμένη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων, που στο κάτω κάτω επιβάλλει δίχως αμφιβολία με άνεση τις πλέον νεοφιλελεύθερες πρακτικές στην οικονομία, όπως απέδειξε με την χρήση της περιβόητης εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ «απελευθερώνοντας» αγορές και επαγγέλματα, πουλώντας λιμάνια και αεροδρόμια, παραχωρώντας όλη την λεγόμενη δημόσια περιουσία στο «Υπερταμείο», επιβάλλοντας γενικά όσα ήθελαν οι «δανειστές».

Παραμένουν παρ’ όλα αυτά κομμουνιστές; Μα φυσικά.

Ας ανατρέξουμε, όμως, στις πιο σημαντικές «στιγμές» που οι κομμουνιστές ρίχνοντας τις μάσκες άλλοτε στηρίξαν φανερά ή μη τις λεγόμενες αστικές κυβερνήσεις και άλλοτε συμμετείχαν σ’ αυτές και μάλιστα σε περιόδους που το ΚΚΕ χαρακτηρίζεται από τους κάθε λογής κινηματίες ως επαναστατικό!!!

Στις 19 Φλεβάρη του 1936 το ΚΚΕ υπογράφει μυστική συμφωνία με το βενιζελικό κόμμα των φιλελευθέρων, που έκτοτε μένει γνωστή ως «Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα»· στις 6 Μαρτίου ο Θεμιστοκλής Σοφούλης επικεφαλής του κόμματος των Φιλελευθέρων εκλέγεται πρόεδρος της βουλής με τις ψήφους του Παλλαϊκού Μετώπου (ΚΚΕ-Αγροτικό Κόμμα).

Η κυβέρνηση σε αντάλλαγμα θα ακύρωνε αναδρομικά τη διάταξη του εκλογικού νόμου, που αφαιρούσε τα εκλογικά δικαιώματα όσων είχαν καταδικαστεί με το «Ιδιώνυμο», θα καταργούσε τις επιτροπές ασφάλειας, θα έδινε αμνηστία σ’ όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, τους εξόριστους, θα διέλυε τις φασιστικές οργανώσεις, θα καθιέρωνε πάγιο εκλογικό σύστημα την απλή αναλογική, θα μείωνε την τιμή του ψωμιού, θα απαγόρευε την προσωποκράτηση για οφειλές προς το Δημόσιο μέχρι 3.000 δρχ., θα προχωρούσε στην εφαρμογή της Κοινωνικής Ασφάλισης (το ΙΚΑ), και θα καθιέρωνε 5χρονο χρεοστάσιο χωρίς όρους, για τα χρέη των αγροτών σε τράπεζες και ιδιώτες.

Σε λίγες εβδομάδες, με τη σύμφωνη γνώμη των Φιλελευθέρων και Βενιζελικών και σε συνεργασία με τα ανάκτορα και τον εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερο Βήμα» Δ. Λαμπράκη, επιβάλλεται η δικτατορία του Μεταξά.

Η συνέχεια φυσικά είναι αντάξια των προσδοκιών των «αστικών κομμάτων» για την συνεπή στάση του ΚΚΕ στις δύσκολες «στιγμές».

Το ΚΚΕ στα μέσα του Απρίλη του 1944 λαμβάνει μέρος στην κυβέρνηση (18 Οκτωβρίου μέχρι και τις 30 Νοεμβρίου), συνεργαζόμενο με τα «αστικά» κόμματα. Σύμφωνα με την Γενική Γραμματέα του ΚΚΕ Αλέκα Παπαρήγα, σε άρθρο της το 2013 στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση»:

«…Η συμμετοχή σε μια αστική κυβέρνηση συνιστά λάθος που δεν διορθώνεται εύκολα και μπορεί να αποδειχθεί ανεπανόρθωτη […] Η εντολή για το σχηματισμό αυτής της κυβέρνησης στηρίχθηκε και στον απαράδεκτο συμβιβασμό που έκανε το ΚΚΕ το ηρωικό κόμμα της αντίστασης, ο αιμοδότης και καθοδηγητής της και η ηγεσία της Εθνικής Αντίστασης όταν πριν λήξει ο πόλεμος, στα μέσα του Απρίλη του 1944 ήρθε σε συμφωνία για τη δημιουργία ενιαίας κυβέρνησης με αστικές πολιτικές δυνάμεις και με ρυθμιστή το Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Η αντιπροσωπεία που πήγε στο Κάιρο της Αιγύπτου για τη συμφωνία δέχτηκε να συμμετάσχει το ΕΑΜ, το ΚΚΕ στη μεταπολεμική κυβέρνηση. Η συμφωνία παραβίαζε το συσχετισμό δυνάμεων και τις αρχές του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ο οποίος από την πρώτη στιγμή έθετε το ζήτημα της έκβασης του αγώνα προς τη λαϊκή δημοκρατία…».

Σ’ αυτήν την κυβέρνηση το ΕΑΜ και φυσικά το ΚΚΕ αναλαμβάνει το σύνολο των οικονομικών υπουργείων, δηλαδή τα υπουργεία οικονομικών, εθνικής οικονομίας, γεωργίας δημοσίων έργων και εργασίας. Το ΚΚΕ αποδέχεται μεταξύ άλλων τη μείωση των εργατικών μισθών και τον περιορισμό των δημοσίων υπαλλήλων και εξ αιτίας της κυκλοφορίας του νέου νομίσματος χρεώνεται την οικονομική καταστροφή των μικροκαταθετών, και φυσικά την ένταση της κοινωνικής εξαθλίωσης, καθώς ο υπερπληθωρισμός γιγάντωσε τον εφιάλτη της πείνας, την ίδια στιγμή που οι επιχειρηματίες λόγω της νέας ισοτιμίας έβλεπαν με μεγάλη ικανοποίηση τα χρέη τους να μηδενίζονται. Όσο για τα δύο νομοσχέδια, που κατέθεσαν οι Εαμίτες υπουργοί, για την «φορολόγηση των πλουτησάντων κατά την κατοχή» και για την «εφάπαξ φορολογία αυτών που ωφελήθηκαν από τον νομισματικό πληθωρισμό», ακόμη και αυτά τα αποσύρουν σεβόμενοι τις αντιρρήσεις του Λαϊκού Κόμματος του Κ. Τσαλδάρη.

Φυσικά το βρετανικό κράτος βρίσκει τον χρόνο να στείλει εκείνες τις ημέρες 60.000 στρατιώτες και η επάρατη «αστική τάξη» να ανασυντάξει τις δυνάμεις της αθετώντας βέβαια τις υποσχέσεις περί αφοπλισμού των γερμανοντυμένων ταγμάτων ασφαλείας και της τιμωρίας των δοσιλόγων· η κατάληξη των Δεκεμβριανών έμοιαζε ήδη δεδομένη.

Όσο για τις δεκαετίες του ’50-’60 και με δεδομένες τις συνθήκες παρανομίας οι κομμουνιστές εντάσσονται σε έναν πλατύ κεντροαριστερό σχηματισμό, την ΕΔΑ, και καταλήγουν στις εκλογές του 1964 σε πολλές εκλογικές περιφέρειες να μην κατεβάσουν υποψηφίους, καλώντας με συνέπεια τους οπαδούς τους να ψηφίσουν το κόμμα του «δολοπλόκου» και αντικομμουνιστή Γ. Παπανδρέου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας το ΚΚΕ κατακτά με το σπαθί του την πολυπόθητη νομιμοποίησή του, την οποία τού προσφέρει ο «εθνάρχης» Κωνσταντίνος Καραμανλής δίχως δεύτερη σκέψη, ο οποίος έγραφε στις 10.5.1966, ένα χρόνο πριν την επιβολή της χούντας του Παπαδόπουλου, από το Παρίσι στον Κωνσταντίνο Τσάτσο:

«…Εισηγούμεθα λοιπόν παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μίαν προσωρινήν δικτατορίαν, ίσως ενός έτους» (Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, Γεγονότα και κείμενα σελ. 220). Συνεπέστατος δε πέντε μήνες μετά το πραξικόπημα, στις 8.9.1967, έγραφε σε επιστολή του προς τον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο: «…Διότι το θέμα δεν είναι να επανέλθωμεν εις την ομαλότητα δια της αποτυχίας της επαναστάσεως, αλλά δια της επιτυχίας της. (…) Η επανάστασις, άπαξ και εγένετο, προσφέρει μίαν ευκαιρίαν ανασυντάξεως της ζωής του έθνους» (Γεώργιος Μαλούχος, Εγώ ο Ιάκωβος, σελ. 247-248). Ιάκωβος

Και έρχεται στις 18 Οκτώβρη του 1981 η ευρεία εκλογική νίκη του Πασοκ με τον Ριζοσπάστη την επομένη να θριαμβολογεί μιλώντας για «ΜΕΓΑΛΗ ΝΙΚΗ ΚΑΙ ΣΑΦΗ ΛΑΪΚΗ ΕΝΤΟΛΗ ΓΙΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ» και με χαρακτηριστική και πάλι …αγωνιστική συνέπεια να αναζητά κάθε είδους συνεργασίες με την «καλή αστική τάξη» και τους εκπροσώπους της τόσο στο Πασοκ όσο και αργότερα με την ΝΔ.

Οκτώ χρόνια αργότερα ο ενιαίος τότε ΣΥΝ (ΚΚΕ-ΕΑΡ) αποφασίζει την συμμετοχή του στην κυβέρνηση Τζανετάκη, με πρόσχημα την ανάγκη «κάθαρσης» του «σκανδάλου» Κοσκωτά, καθώς στις εκλογές του Ιούνη του 1989, προκύπτει αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης με τον Φ. Κουβέλη (ΕΑΡ) να αναλαμβάνει το υπουργείο Δικαιοσύνης, τον Γ. Δραγασάκη (τότε ΚΚΕ) τον υπουργείο Εμπορίου και στην συνέχεια το Εθνικής Οικονομίας, ενώ η Μ. Δαμανάκη (ΚΚΕ) καταλαμβάνει τη θέση της προέδρου της Βουλής εξαργυρώνοντας τις «αγωνιστικές» της δάφνες για τον πάλαι ποτέ ένδοξο αντιδικτατορικό αγώνα. Στην συνέχεια, στις αρχές του ’90 συγκροτείται η Οικουμενική Κυβέρνηση με την συμμετοχή του Πασοκ, της ΝΔ, του ΚΚΕ και της ΕΑΡ.

Οι «λαμπρές» αυτές στιγμές της κομμουνιστικής συνδιαχείρισης, απλά υπενθυμίζουν και «υποψιάζουν» και τον πλέον αδαή ή αμύητο για το μέγεθος της συμβολής της αριστεράς στις εξουσιαστικές υποθέσεις, αλλά επίσης προσδίδουν μια επί πλέον ιστορική διάσταση στην ανάληψη της εξουσίας τον Γενάρη του 2015 με αποτέλεσμα την διαχείριση ίσως της κρισιμότερης κοινωνικά μνημονιακής περιόδου, που κράτησε με τον συγκεκριμένο τρόπο περίπου 4,5 χρόνια, διάστημα διόλου αμελητέο από κάθε άποψη.

Κοινό χαρακτηριστικό αποτελεί με μια πρώτη ματιά η στήριξη του πολιτικού συστήματος ακριβώς την «στιγμή», που εκδηλώνονται οι λεγόμενες κρίσεις, ακριβώς την «στιγμή» που τα «αδιέξοδα» μοιάζουν ανυπέρβλητα. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι μετά από κάθε τέτοια ιστορική στιγμή οι κομμουνιστές εμφανίζονται και πάλι διωκόμενοι στο σύνολό τους, γεγονός που αφορά στην πραγματικότητα τα απλά μέλη, που στέλνονταν είτε απευθείας στην σφαγή είτε οδηγούνται στην πλήρη αποστράτευση κατασυκοφαντημένα έχοντας την αίσθηση της πλήρους ματαίωσης.

Ο λόγος είναι απλός. Το κομμουνιστικό κίνημα ιστορικά απορροφούσε με απληστία κάθε ζωτική κοινωνική δύναμη που εμφανιζόταν έτοιμη να αντιπαρατεθεί με την εξουσία, ματαίωνε κάθε σύνθεση, των διαθέσεων αλλά και των ιδεών των αγωνιζόμενων ανθρώπων επιδιώκοντας τον πλήρη έλεγχό τους. Γι’ αυτόν τον λόγο και άλλους τόσους η εχθρότητα των κομμουνιστών προς τις αναρχικές ιδέες και πρακτικές ξεπερνούσε κάθε αντίστοιχη εχθρική αντιμετώπιση, που αδιάλειπτα εκφραζόταν και από όλους τους υπόλοιπους εξουσιαστές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η στήριξη άμεσα ή έμμεσα της κομμουνιστικής διαχείρισης σε κάθε πεδίο, σε κάθε εποχή και σε κάθε συνθήκη ενδυναμώνει το σύνολο των εξουσιαστών όχι μόνο στο παρόν αλλά και στο μέλλον.

Και όπως φαίνεται «το πρόβλημα με την εποχή μας είναι ότι το μέλλον δεν πια αυτό που ήταν», όπως έλεγε και ο Πωλ Βαλερί…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 195, Ιούλιος-Αύγουστος 2019
Both comments and trackbacks are currently closed.