Ἡ Ἀπεργία τῶν Ψηφοφόρων

τοῦ Ὀκτάβ Μιρμπώ
Ἐκδόσεις Ἄγρα / σελ. 40
Ἔτος ἔκδοσης 2014

Σὲ αὐτὴν τὴν καλαίσθητη ἔκδοση μικροῦ σχήματος περιλαμβάνονται δύο αὐτοτελὴ κείμενα, ὅπου τὸ ἕνα συμπληρώνει τὸ ἄλλο. Τὸ πρῶτο, Ἡ Ἀπεργία τῶν Ψηφοφόρων (La Grève des électeurs) ἐκδόθηκε στὶς 28 Νοεμβρίου 1888 στὴν ἐφημερίδα Le Figaro. Τό δεύτερο, ὑπὸ τὸν τίτλο Πρελούδιο (Prélude), δημοσιεύθηκε καὶ αὐτὸ στὴν Le Figaro, ἐξήμισυ μῆνες ἀργότερα, στὶς 14 Ἰουλίου 1889. Στήν ἔκδοση, ὑπάρχει ἐπίσης καὶ μία συνοπτικὴ παρουσίαση γιὰ  τὸν συγγραφέα.

Τὰ δύο αὐτὰ κείμενα εἶναι ἀποτελέσματα ὥριμης ἀναρχικῆς σκέψης. Ὁ Μιρμπώ, ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀναρχίας κατανοεῖ καὶ ἀναδεικνύει τὴν ψηφοφορία καὶ τὴν προσφυγὴ στὶς κάλπες ὡς μία ὁλοφάνερη ἀπάτη, μὲ τὴν ὁποία οἱ κρατοῦντες ἀποκτοῦν χωρὶς ἰδιαίτερο κόστος τὴν συγκατάθεση αὐτῶν τοὺς ὁποίους καταπιέζουν καὶ ἐκμεταλλεύονται.

Ὁ Οκτὰβ Μιρμπὼ (16 Φεβρουαρίου 1848-16 Φεβρουαρίου 1917) ἔχει περάσει ἀπὸ τὰ σαράντα κύματα τῆς σύγχρονης μὲ αὐτὸν σκέψης καὶ στάσης πάνω σὲ καίρια ζητήματα. Ἀρχικὰ βασιλικός, καθολικὸς καὶ ἀντισημίτης, ἐξέφρασε στὴν συνέχεια τὶς πλέον ἐλευθεριακές ἰδέες στὰ ἄρθρα, στὰ μυθιστορήματα καὶ τὰ θεατρικὰ ἔργα του. Μέσα ἀπὸ οὐσιαστικὲς διεργασίες καὶ διαδικασίες προσέγγισε καὶ οἰκειοποιήθηκε τὶς ἀναρχικὲς ἰδέες, ἐρχόμενος ἔτσι σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλες τὶς παραδοσιακὲς ἀξίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα δημιουργικὸ ἄτομο, τὸ ὁποῖο συμμετεῖχε μὲ ὀξυδέρκεια, ἔντονη κριτικὴ καὶ καυστικὴ διάθεση, ἀλλὰ συγχρόνως μὲ μεγάλη εὐαισθησία, σὲ ὅλες τὶς μεγάλες πνευματικές, αἰσθητικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς διαμάχες τῆς ἐποχῆς του μὲ σκοπὸ νὰ συμβάλει στὴν πνευματικὴ ἀπελευθέρωση καὶ ἀνάπτυξη τῆς συνείδησης τῶν συγχρόνων του.

Αὐτὰ τὰ υπεραιωνόβια κείμενα προηγοῦνται 14 ὁλόκληρα χρόνια τῆς ἔκδοσης, ἀπὸ τὸν George Mathias Paraf-Javal, τοῦ κειμένου μὲ τὸν τίτλο Ἐκλογικὴ Ἀπεργία, τὸ ὁποῖο ἔρχεται νὰ ἀποτελέσει τὸ χρήσιμο συμπλήρωμα στὴ σκέψη τοῦ Μιρμπώ.

Στὰ δύο κείμενα ποὺ περιλαμβάνονται στὸ μικρὸ αὐτὸ ἐγχειρίδιο, ὁ Μιρμπώ πραγματεύεται τὸ θέμα τῆς ἐξουσίας, ὄχι μόνο γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀσκεῖται στὸ ἄτομο, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τὴν ἐσωτερικεύουν καὶ τὴν ἐνστερνίζονται οἱ ἴδιοι οἱ κυβερνώμενοι. Ἡ τοποθέτησή του θέτει ἐπὶ τάπητος καὶ τὴν διάσταση μιᾶς αὐταπάτης ποὺ γίνεται συνείδηση ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ οἰκειοποιοῦνται τὴν ἰδιότητα τοῦ ψηφοφόρου, πὼς δηλαδὴ ἔχουν ἐσωτερικεύσει καὶ ἄρα ἀποδεχτεῖ τὴν ἐξουσία ἡ ὁποία τοὺς ἀσκεῖται. Μολονότι ἡ Ἀπεργία τῶν ψηφοφόρων γράφτηκε πρὶν 130 χρόνια, παραμένει ἐπίκαιρη μπροστὰ στὰ ὅσα συνεχῶς ἐπαναλαμβάνονται ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντες τῆς ἐξουσίας.

Μιλᾶ στὸν ψηφοφόρο μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:

[…] Εἶναι καλὸ νὰ ὀνειρεύεσαι. Τὰ ὄνειρα καταπραΰνουν τὴν ὀδύνη. Ἀλλὰ νὰ ἀποκλείσεις τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ὄνειρά σου. Ὅπου ἄνθρωπος, ἐκεῖ καὶ πόνος καὶ μίσος καὶ φόνος. Κυρίως, νὰ θυμᾶσαι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζητιανεύει τὶς ψήφους εἶναι ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μόνο ἕνας ἄνθρωπος ἀνέντιμος, διότι, σὲ ἀντάλλαγμα τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ πλούτου ποὺ ἀπέκτησε χάρη σ’ ἐσένα, σοῦ ὑπόσχεται ἕναν σωρὸ θαυμάσια πράγματα, τὰ ὁποία δὲν θὰ σ’ τὰ δώσει, καὶ δὲν εἶναι ἄλλωστε μέσα στὶς δυνατότητές του νὰ σ’ τὰ δώσει. Ὁ ἄνδρας ποὺ ἐξυψώνεις δὲν ἐκπροσωπεῖ οὔτε τὴν ἐξαθλίωσὴ σου, οὔτε τὶς ἐπιδιώξεις σου, οὔτε τίποτα. Ἐκπροσωπεῖ μόνο τὰ δικά του πάθη καὶ τὰ δικά του συμφέροντα, τὰ ὁποία εἶναι ἀντίθετα μὲ τὰ δικά σου. Γιὰ νὰ ἠρεμήσεις καὶ νὰ ζωντανέψουν ξανὰ οἱ ἐλπίδες σου ποὺ θὰ διαψευστοῦν συντομότατα, μὴ φανταστεῖς ὅτι τὸ ἄθλιο θέαμα τῶν ἐκλογῶν στὸ ὁποῖο συμπράττεις χαρακτηρίζει κάποια ἐποχὴ ἢ κάποιο καθεστὼς καὶ ὅτι θὰ εἶναι ἐφήμερο. Ὅλες οἱ ἐποχὲς ἔχουν τὴν ἴδια ἀξία ὅπως ὅλα τὰ καθεστῶτα, δηλαδὴ οὐδεμία ἀξία. Λοιπόν, νὰ ἐπιστρέψεις στὸ σπίτι σου, καλὲ μου ἄνθρωπε, καὶ στὶς ἑπόμενες ἐκλογὲς νὰ ἀπεργήσεις […].

Θεωρεῖ τὴν καθολικὴ ψηφοφορία καὶ τὴν προσφυγὴ στὶς κάλπες ὡς μιὰ μεγάλη ἀπάτη, στημένη ἀπὸ τοὺς ἐξουσιαστὲς γιὰ νὰ ἔχουν τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἐξουσιαζόμενου ὄχλου καὶ παρομοιάζει, πολὺ παραστατικά, τοὺς ψηφοφόρους μὲ πρόβατα:

[…] Ἀνάμεσα στοὺς κλέφτες καὶ στοὺς δημίους του, ἔχει τὶς προτιμήσεις του καὶ ψηφίζει ὑπὲρ τοῦ πιὸ ἄπληστου ἢ τοῦ πιὸ αἱμοδιψοῦς. Ψήφισε χθές, θὰ ψηφίσει αὔριο, θὰ ψηφίζει πάντα. Τὰ πρόβατα ὁδηγοῦνται στὸ σφαγεῖο. Εἶναι σιωπηλὰ καὶ δὲν ἐλπίζουν τίποτα. Τουλάχιστον, ὅμως, δὲν ψηφίζουν τὸν σφαγέα τους ἢ τὸν ἀστὸ ποὺ θὰ τὰ καταβροχθίσει. Πιὸ ζῶο ἀπὸ τὰ ζῶα, πιὸ πρόβατο ἀπὸ τὰ πρόβατα, ὁ ψηφοφόρος ἐκλέγει τὸν σφαγέα του καὶ ἐπιλέγει τὸν ἀστὸ του. Ἔκανε τὶς ἐπαναστάσεις γιὰ νὰ κατακτήσει αὐτὸ τὸ δικαίωμα […].

Ἡ ἄποψὴ του γιὰ τὸν «θρίαμβο» τῆς δημοκρατίας, τὶς ἐκλογές στηρίζεται σὲ ἐπαρκῆ καὶ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ψηφοφόρο μὲ ἕναν οἰκτιρμὸ:

[…] Ω καλὲ ψηφοφόρε, ἀνεκδιήγητε ἠλίθιε, δύστυχε καὶ ἐξαθλιωμένε, ἄν, ἀντὶ νὰ ἀφήνεσαι καὶ νὰ ὑποκύπτεις στὶς παράλογες ἐπωδοὺς πού, κάθε πρωί, γιὰ μιὰ δεκάρα, σοῦ ψέλνουν οἱ ἐφημερίδες, μικρὲς ἢ μεγάλες, γαλάζιες ἢ μαῦρες, λευκὲς ἢ κόκκινες, οἱ ὁποῖες χρυσώνονται γιὰ νὰ σὲ ἐξοντώσουν, ἄν, ἀντὶ νὰ πιστεύεις στὶς χιμαιρικὲς κολακεῖες μὲ τὶς ὁποῖες χαϊδεύουν τὴ ματαιοδοξία σου, μὲ τὶς ὁποῖες περιβάλλουν τὴν ἀξιοθρήνητη καὶ καταρρακωμένη κυριαρχία σου, ἄν, ἀντὶ νὰ στέκεσαι, αἰώνιε ἀργόσχολε, μπροστὰ στὶς βαρύγδουπες κοροϊδίες τῶν ἐκλογικῶν ἀφισῶν, διάβαζες κάποτε-κάποτε, στὴ γωνιὰ τοῦ τζακιοῦ σου, Σοπενχάουερ ἢ Μαξ Νορντάου, δύο φιλοσόφους ποὺ γνωρίζουν πολλὰ γιὰ τοὺς ἐξουσιαστὲς καὶ γιὰ σένα, θὰ μάθαινες ἴσως πράγματα ἐκπληκτικὰ καὶ χρήσιμα […].

Καὶ καταλήγει:

[…] Κι ἂν ὑπάρχει, σὲ κάποιον ἄγνωστο τόπο, ἕνας ἔντιμος ἄνθρωπος, ἱκανὸς νὰ σὲ κυβερνήσει καὶ νὰ σὲ ἀγαπήσει, λησμόνησέ τον. Δὲν θὰ καταδεχόταν νὰ εὐτελίσει τὴν ἀξιοπρέπειά του γιὰ νὰ λερωθεῖ στὸ βοῦρκο τῆς διαμάχης τῶν κομμάτων. Θὰ ἦταν πολὺ ὑπερήφανος γιὰ νὰ ζητήσει τὴν ἐκπροσώπησή σου, τὴν ὁποία ἐσὺ πάντα ἐκχωροῦσες ἀποκλειστικὰ στὸ κυνικὸ θράσος, στὴ χυδαιότητα, στὸ ψέμμα.

Σ’ τὸ ἐπαναλαμβάνω, καλέ μου ἄνθρωπε, πήγαινε σπίτι σου νὰ ἀπεργήσεις […].

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.