Η διαβολή ως τεχνική πολιτικής πρόκλησης στην αντιπαράθεση Αισχίνη-Δημοσθένη

«…Στις συγκρούσεις τόσων αιώνων ανάμεσα στην ελευθέρια και την εξουσία, ή, με αλλά λόγια, ανάμεσα στην κοινωνική ανισότητα και στις κοινωνικές κάστες, το επίμαχο ζήτημα δεν ήταν πραγματικά οι σχέσεις ανάμεσα στην κοινωνία και το άτομο ή η αύξηση της ανεξαρτησίας του ατόμου σε βάρος  του κοινωνικού ελέγχου ή το αντίστροφο. Αφορούσε μάλλον την παρεμπόδιση οποιουδήποτε ατόμου από το να καταπιέζει τα αλλά, την παροχή σε όλους των ιδίων δικαιωμάτων και των ιδίων μέσων δραστηριοποίη­σης. Αφορούσε την αντικατάσταση της πρωτοβουλίας των λίγων, που καταλήγει αναγκαστικά στην καταπίεση όλων των άλλων, με την πρωτοβουλία των πολλών, που καταλήγει, όπως είναι φυσικό, να ωφελεί όλους…»(Ερρίκο Μαλατέστα, Χωρίς Εξουσία.)

Οι επιμέρους πολιτικές τεχνικές, που χρησιμοποιούν οι εκάστοτε εξουσιαστές ή και οι δημαγωγοί,  αναδεικνύουν τις προθέσεις και τα ωφέλη που προσδοκούν. Σε κάθε εποχή η εξουσία φροντίζει να διαθέτει ανθρώπους που θα χειρίζονται τον λόγο με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες τους. Η κατεύθυνση που ο κάθε πολιτικός φορέας είναι στραμμένος φέρει ανθρώπους ή στελέχη ή και ολόκληρες ομάδες που επιμελούνται λεπτομερώς τους λόγους του πολιτικού προσώπου, που υποστηρίζουν. Φυσικά, το φαινόμενο αυτό δεν θα ήταν δυνατό να εκλείπει από την Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ. Το πολιτικό κατασκεύασμα της δημοκρατίας των Αθηνών ανέδειξε δεινούς ρήτορες. Ουσιαστικά, πρόκειται για ανθρώπους που χειρίζονται τον λόγο με άνεση και ευχέρεια και τον πλάθουν, σύμφωνα με τις συνθήκες της πολιτικής που εξυπηρετούν.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη υπάρχουν τρία είδη ρητορικών λόγων οι συμβουλευτικοί[1], οι δικανικοί[2] και οι επιδεικτικοί[3] (πανηγυρικοί). Με τους λόγους αυτούς εγκω­-μιάζονται ή επικρίνονται πράξεις και πρόσωπα του παρόντος με συχνές αναδρομές στο παρελθόν και προβλέψεις του μέλλοντος.

Η διαμάχη μεταξύ των ρητόρων Αισχίνη και Δημοσθένη, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., σημάδεψε την εξέλιξη της ρητορικής τέχνης και ανέδειξε τους τρόπους και τις πρακτικές που χρησιμοποιούσαν για να γίνουν όσο το δυνατόν πιο πειστικοί στο κοινό. Κατ’ αρχάς, ο Δημοσθένης υπήρξε ένας εκ των σπουδαιότερων ρητόρων της κλασσικής Αθήνας, με έμφαση στην πολιτική ρητορεία. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 384 π.Χ. και πέθανε το 322 π.Χ. Από τον μεγάλο αυτόν ρήτορα σώζεται μεγάλος αριθμός δικανικών και κυρίως συμβουλευτικών λόγων. Από το 355 π.Χ. έτρεφε συμπάθεια στην πολιτική, συντάσσων και εκφωνών πολλούς πολιτικούς λόγους. Ταγμένος στο κόμμα του Εύβουλου, βρέθηκε από νωρίς ενάντια στον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας. Με τον λόγο του Περί της παραπρεσβείας, ο Δημοσθένης στράφηκε εναντίον του Αισχίνη και της φιλομακεδονικής του πολιτικής. Το 336 π.Χ., ο Κτησιφών πρότεινε να τιμηθεί με χρυσό στέφανο, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Αισχίνη. Ο μνημειώδης λόγος του Περί του στεφάνου αποτελεί δείγμα της ρητορικής δεινότητας του Δημοσθένους.

Ο Αισχίνης γεννήθηκε το 389 π.Χ. και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Υπήρξε δεινός ρήτορας και οι συγκρούσεις του με τον Δημοσθένη είναι ενδεικτικές του μεγαλείου αμφοτέρων των ρητόρων. Το κύριο σημείο της αντιπαράθεσής τους ήταν το μακεδονικό ζήτημα. Ο Αισχίνης ανήκε στο φιλομακεδονικό κόμμα σε αντίθεση με τον Δημοσθένη. Το 346 π.Χ. αμφότεροι συμμετείχαν στην επίσκεψη μιας πρεσβείας στον Φίλιππο ως Αθηναίοι. Ο Δημοσθένης κατήγγειλε τον Αισχίνη για παραπρεσβεία. Ουσιαστικά, τον κατηγόρησε μέσω του Τιμάρχου ότι δεν υπερασπίστηκε τα συμφέροντα της Αθήνας. Ο Αισχίνης αντέδρασε με τον λόγο του Κατά Τιμάρχου. Επίσης, για την «παράνομη» απονομή χρυσού στεφάνου στον Δημοσθένη έγραψε τον περίφημο λόγο Κατά Κτησιφώντος. Η ρητορική του διαύγεια αναγνωρίζεται τόσο από τον Δημοσθένη όσο και από το ότι συμπεριελήφθη στον κανόνα των δέκα ρητόρων.

Οι Αθηναίοι ρήτορες στα τέλη του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., συχνά κατέφευγαν στη λοιδορία και στη διαβολή ώστε να μειώσουν την προσωπικότητα του αντιπάλου τους. Όταν άρχισε το 346 π.Χ. η προσπάθεια της Αθήνας για ειρήνη με τον Φίλιππο, έλαβαν χώρα οξύτατες αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο ρητόρων. Οι ρήτορες χρησιμοποιούσαν τη διαβολή με σκοπό να δημιουργήσουν κατηγορίες για την προσωπικότητα του κάθε ρήτορα ξεχωριστά, παρουσιάζοντας κάθε είδους δυσφήμηση, δεν δίσταζαν να προβαίνουν σε προσωπικές αναφορές και χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο,  ώστε να κερδίσουν τις εντυπώσεις των δικαστών. Δεν δίσταζαν να αναφερθούν στην καταγωγή, στην ανατροφή, στην οικογένεια με ακραίες αντιλογίες. Οι δύο ρήτορες παραμέριζαν τον ουσιαστικό πολιτικό λόγο, στρεφόμενοι επί προσωπικού. Αμφότεροι επιδίδονταν σε διαβολή της οικογενειακής ζωής (ο μεν Δημοσθένης για τη φτωχή ζωή του Αισχίνη, ο δε Αισχίνης για τον τρυφηλό βίο του Δημοσθένη). Ο Αισχίνης τον κατηγορούσε για την εύπορη καταγωγή του και τις υποτιθέμενες αγαθοεργίες του, και ο Δημοσθένης τον ανέφερε ως γιο δούλου, ως άτομο επικίνδυνο για την αθηναϊκή δημοκρατία. Επί πλέον, χρησιμοποιούσαν την ειρωνεία και στρέφονταν σε προσωπικές επιθέσεις έως τον πλήρη εξευτελισμό του αντιπάλου. Ο Αισχίνης, στον λόγο του Κατά Κτησιφώντος, χαρακτήριζε τον Δημοσθένη ως κίναιδο, άνθρωπο φοβισμένο, με αδυναμίες, μαλθακότητα, δειλό αλλά και πονηρό. Σε αντιδιαστολή, ο Δημοσθένης, στον λόγο του Περί του στεφάνου, χλεύαζε τις ασχολίες του Αισχίνη, χαρακτηρίζοντάς τον ως αλαζόνα, ειρωνευόμενος και διακωμωδώντας τον.

Η δύναμη και η αίγλη ενός ρητορικού λόγου ήταν η ύψιστη ικανότητα που καθόριζε τις πολιτικές και δικαστικές αποφάσεις. Οι δικανικοί λόγοι του Δημοσθένη εναντίον του Αισχίνη με σκληρούς και προσωπικούς χαρακτηρισμούς (όχι μόνο για τους προγόνους αλλά και για τις σεξουαλικές προτιμήσεις) αποσπούσαν εξ ολοκλήρου την αισθητική του κοινού. Ο Δημοσθένης, όντας φιλαθη­ναίος, υπερασπίζεται τα ιδανικά του μπροστά στον Φίλιππο. Ο ίδιος κατηγόρησε ακόμη και για δωροδοκία από τους Μακεδόνες τον Αισχίνη. Σε αντιδιαστολή, ο Αισχίνης κατηγόρησε για εκφραστική αδυναμία απέναντι στον Φίλιππο τον αντίπαλό του.

Ο Αισχίνης ήταν υπέρμαχος μιας ειρηνευτικής πολιτικής με τον Φίλιππο. Η διαβολή με την οποία καταπιάνονται αμφότεροι οι ρήτορες σκοπεύει να πλήξει και να διασύρει την εικόνα του αντιδίκου τους. Η λοιδωρία, ο χλευασμός, οι αλλεπάλληλες ύβρεις και τα ειρωνικά σχόλια δημιουργούν μια έντονη συγκινησιακή φόρτιση στους δικαστές. Οι ρήτορες, πίσω από την όψιμη πολιτική τους διαμάχη για τη Μακεδονία, κατρακυλούν σε προσωπικές λεκτικές διαμάχες για να επωφεληθούν και να παρασύρουν το ακροατήριο σύμφωνα με τις διαθέσεις τους. Αξιοσημείωτο γεγονός είναι ό,τι η διαβολή δεν αποτελεί βασικό στοιχείο του λόγου εντούτοις, καθίσταται ολοένα και πιο αισθητή, κυρίως στον χώρο της πολιτικής. Επί πλέον, διευκολύνει το ρήτορα να περάσει τα μηνύματά του και να χειραγωγήσει το ακροατήριό του. Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η αύξηση της συχνότητας εμφάνισης της διαβολής και η διευρυμένη χρήση της στους λόγους του Δημοσθένη και του Αισχίνη, όπου οι αρχικές της μορφές και οι τόποι που συναντάμε στο Λυσία καλλιεργούνται, εμπλουτίζονται και αποκτούν δριμύτητα και καυστικότητα.

Στην οξύτατη διαμάχη Αισχίνη – Δημοσθένη, χρησιμο­ποιείται εκατέρωθεν η διαβολή ως τακτική για να δια­βρωθεί η προσωπικότητα του αντιπάλου. Η λοιδωρία και οι ύβρεις, που ανταλλάσουν οι δύο ρήτορες, επισκιά­ζουν το πολιτικό ζήτημα μεταξύ Αθήνας και Μακεδονίας, που αποτελεί τη βάση της πολιτικής τους διαμάχης, και αναλώνονται σε μικρότητες. Η διαβολή αποτέλεσε στρατηγική λεκτική επιλογή κάθε ρήτορα και πολιτικού. Η εξελικτική της πορεία φαίνεται ότι ακολουθείται από την αρχαιότητα έως και τις ημέρες μας.

«…Κοντολογίς, είναι πάντα το ζήτημα τού να δοθεί ένα τέλος στην κυριαρχία κι εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, με έναν τέτοιο τρόπο που να ενδιαφέρονται όλοι για την ευημερία του συνόλου και που η ατομική δύναμη του καθένα, αντί να καταπιέζει, να αντιμάχεται και να καταστέλλει άλλους, να ανακαλύψει τη δυνατότητα της πλήρους ανάπτυξης και ο καθένας να επιδιώκει να ενωθεί με άλλους για την μεγαλύτερη ωφελεία όλων…» (Ερρίκο Μαλατέστα, Χωρίς Εξουσία)

Χ.Μ.

[1]. Οι συμβουλευτικοί είναι λόγοι πολιτικοί που εκφωνούνται στις συνελεύσεις του λαού. Οι συμβουλευτικοί: με αυτούς παρέχονται συμβουλές για το μέλλον. Ο ρήτορας προτρέπει  ή αποτρέπει τον λαό με σκοπό την επίτευξη του συμφέροντος ή την αποφυγή πολιτικών σφαλμάτων.

[2]. Δικανικοί λόγοι είναι οι εκφωνούμενοι στα δικαστήρια και αφορούν πράξεις που τελέστηκαν στο παρελθόν. Αφορούν κατηγορίες ή απολογίες και έχουν σκοπό την απόδειξη της ενοχής ή της αθωότητας τού κατηγορουμένου με βάση τον νόμο και το αίσθημα του δικαίου.

[3]. Οι Επιδεικτικοί ή πανηγυρικοί λόγοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι επιτάφιοι, ήταν οι εκφωνούμενοι σε διάφορες εορτές και συγκεντρώσεις.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 182,

 

Both comments and trackbacks are currently closed.