ΟΙ ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΙ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΙΔΕΙΑΣ

–Συλλογικό–

Σελ. 268

Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 2018

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΚΤΩ

 «Στο βιβλίο επιχειρείται η ψηλάφηση όψεων της νεανικής αμφισβήτησης τη μεταπολεμική περίοδο, από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι μεταμορφώσεις της και η εξέλιξή της στη διάρκεια περίπου πενήντα χρόνων. Χουλιγκάνοι και μοτοσικλετιστές, «ανήθικες» ΕΠΟΝίτισσες και νεαρές εκδιδόμενες κοπέλες, τοξικομανείς, πανκ και καταληψίες μαθητές στην εποχή των εκπληρωμένων αιτημάτων, θαμώνες των «σφαιριστηρίων», εραστές των φλίπερ. Φαινομενικά ανομοιογενείς ως προς το ιστορικό αποτύπωμα τους, νεανικές συνομαδώσεις και συλλογικότητες ή απλώς δυστυχείς (όπως συμβαίνει με τις εκδιδόμενες) νεαρές υπάρξεις, είχαν ως κοινό παρονομαστή τη μετωπική σύγκρουσή τους με την κυρίαρχη ιδεολογία και ηθική της εποχής τους. Ακαθόριστα αμφισβητίες, τουλάχιστον με την πολιτική σημασία του όρου, αλλά οπωσδήποτε αναιδείς, σόκαραν τους ενήλικες «δείχνοντάς» τους με περίσσιο θράσος την γλώσσα, απαιτώντας έναν καλύτερο και συχνά δικαιότερο κόσμο». (Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης).

Στην συλλογική αυτή έκδοση η Πατρίτσια Γερακοπούλου ανοίγει την «αυλαία» με κείμενο που τιτλοφορείται: «Αμφισβήτηση και αμερικανικό fandom στην μεταπολεμική Ελλάδα: πρωτόλεια παγκοσμιοποιημένης χειραφέτησης μέσω της συστηματικής κατανάλωσης αμερικανικών κόμικς και τηλεοπτικών σίριαλ». Η συγγραφέας υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την μεταπολεμική γενιά, ότι όσοι μεγάλωσαν τότε γνωρίζουν (από εμπειρία ή παρατήρηση) ότι «τα πιο σημαντικά ψυχοκοινωνικά «εργαλεία» για τις νεανικές ταυτότητες και ομάδες ήταν το ροκ και η επιστημονική φαντασία».

Η Γερακοπούλου εξηγεί, επίσης, ότι «στο παρόν κείμενο η ‘‘εργαλειοθήκη’’ αυτή διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει παραπλήσια πεδία λιβιδινικής επένδυσης και φαντασιακής (όσο και οικονομικής) νεανικής κατανάλωσης: αμερικάνικα υπερ-ηρωικά κόμικς και τηλεοπτικές σειρές (και δη επιστημονικής φαντασίας) έφτασαν στην Ελλάδα τις δεκαετίες μετά τον πόλεμο για να αφήσουν ένα καινοφανές αποτύπωμα του κοινωνικού κόσμου».

Το δεύτερο κείμενο του Γιάννη Ζαϊμάκη έρχεται με τον τίτλο «Νεολαία, συλλογική μνήμη και οπαδισμός στην Ελλάδα την περίοδο της Μεταπολίτευσης».

Εδώ η διαμόρφωση της κουλτούρας του οπαδισμού τοποθετείται στο ευρύτερο ρευστό περιβάλλον αναζήτησης και συγκρότησης κοινωνικών ταυτοτήτων στην μεταπολεμική περίοδο: «η συγκρότηση της νεολαίας ως διακριτής κοινωνικής κατηγορίας χρονολογείται κατά βάση στην μεταπολεμική περίοδο της οικονομικής ευημερίας. Συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη των δυτικών κοινωνιών και την προνοιακή-παρεμβατική πολιτική του κοινωνικού κράτους, που επέτρεψε την παρατεταμένη εκπαίδευση της νέας γενιάς, και τη βοήθεια του κράτους στους νέους να αυτονομηθούν και να ενσωματωθούν στην κοινωνία των ενηλίκων».

Ο συγγραφέας τονίζει ακόμη, μεταξύ άλλων, ότι στις πρώτες δεκαετίες εμφάνισης του φαινομένου του νεανικού οπαδισμού, οι Ιταλοί και Ισπανοί «Ultras», καθώς επίσης και οι λατινοαμερικάνοι «Barras Bravas» και «Hinchadas», υιοθετούσαν και ιδιότυπες μορφές πολιτικής στράτευσης: «Ο οπαδισμός συνδέθηκε με τον πολιτικό ακτιβισμό και την δράση πολιτικών ομάδων, που κυμαινόταν από νεοφασιστικές συλλογικότητες με ξενοφοβικό και ρατσιστικό λόγο μέχρι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου, που στρατολογούσαν οπαδούς για την επίτευξη των δικών τους αντικαπιταλιστικών προταγμάτων, στη βάση μιας μάλλον επιφανειακής ιδεολογικοποίησης των αθλητικών ταυτοτήτων και διαφορών».

Στην συνέχεια ο συγγραφέας, με εύστοχο και περιεκτικό τρόπο, ασχολείται με την Ανάδυση και την κοινωνική συγκρότηση του οπαδισμού στην Ελλάδα στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, τις Κοινωνικές συνθήκες ανάδυσης του οπαδισμού των νέων στην περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά και με τις Θύρες των οπαδών και την κοινωνική οργάνωση του οπαδικού κόσμου στα χρόνια της μεταπολίτευσης και τέλος με την Συλλογική μνήμη και την ταυτότητα στον λόγο των οπαδών.

Το τρίτο κείμενο του Παναγιώτη Ζεστανάκη ασχολείται με τις «Μαθητικές ταυτότητες και την «αντίδραση» σε μια επιτυχημένη σχολική κωμωδία: η ταινία «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» του Όμηρου Ευστρατιάδη (1982)».

Ο Ζεστανάκης τονίζει εξ αρχής τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην καμπή αυτής της δεκαετίας: «Το 1979 δημιουργήθηκαν τα μεικτά λύκεια. Το 1982 καταργήθηκε η μαθητική ποδιά και καθιερώθηκε η πολιτική ενδυμασία, απόφαση που δυσαρέστησε ορισμένους (κυρίως δεξιούς) πολιτικούς φορείς, οι οποίοι θεώρησαν ότι η αλλαγή αυτή ευνοούσε τη μαθητική απειθαρχία […] Η πολιτικοποίηση της σχολικής ζωής εκφραζόταν μέσω συλλογικοτήτων όπως οι μαθητικές κοινότητες, τις οποίες η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποτιμούσε ως φορείς που συνέβαλαν θετικά στην πολιτικοποίηση των εφήβων. Το ΠΑΣΟΚ έβλεπε την αμφισβήτηση και αναδιάρθρωση των εκπαιδευτικών πολιτικών ως πεδίο στο οποίο μπορούσε να δείξει τις διαφορές που είχε με την Νέα Δημοκρατία, την οποία θεωρούσε εκφραστή συντηρητικών απόψεων για την εκπαίδευση».

Αυτές ακριβώς οι αλλαγές, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, απασχόλησαν τον δημόσιο λόγο, ενώ συγκεκριμένα στον κινηματογράφο και στην λογοτεχνία καταγράφηκε η ανησυχία για την μετατροπή των σχολείων σε εστίες παρέκκλισης.

Το 1981 η Λότη Ανδριτσοπούλου-Πέτροβιτς δημοσιεύει το μυθιστόρημα Στο Τσιμεντένιο Δάσος, που ασχολείται με τους νεαρούς χρήστες ναρκωτικών, ενώ στον κινηματογράφο προβάλλονται ταινίες όπως Πανικός στα σχολεία του Ντίμη Δαδήρα και Σατανάδες στα σχολεία του Χρήστου Κυριακόπουλου (αμφότερες το 1982), ταινίες που «παρουσιάζουν τα σχολεία ως χώρους όπου η διακίνηση ναρκωτικών ευδοκιμεί, και συνδέουν την τάση αυτή με την εμφάνιση χώρων ψυχαγωγίας, όπως τα «ουφάδικα», γύρω από τις σχολικές μονάδες». Πάντως, όπως τονίζει ο συγγραφέας, «είναι δύσκολο να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτές οι εικόνες ανομίας αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα, καθώς οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των χρηστών μάλλον δεν δικαιολογούσαν την ένταση των εικόνων».

Σε αντίθεση, λοιπόν, με την εικόνα αυτή, οι σχολικές κωμωδίες προσέγγιζαν την νέα κατάσταση μέσα από ένα πρίσμα, που δεν κατήγγειλε τα στοιχεία της σχολικής καθημερινότητας, που προβλημάτιζαν τον Τύπο, όπως η διάδοση της χρήσης της μοτοσικλέτας και των εφηβικών σεξουαλικών σχέσεων.

Ακολουθεί η συνεισφορά στην έκδοση, του Κώστα Καλφόπουλου, με το «Same player shoots again. Ένα δοκίμιο για το φλιπεράκι ως μηχανή ονείρων και την γενιά των φλίπερ».

Press Button. Ένας κόσμος φαντασμαγορικός.

Σύμφωνα με τον Καλφόπουλο η πρώτη γνωριμία και επαφή με το φλίπερ ενέχει στοιχεία «αποκάλυψης»: «ο παίκτης έκθαμβος και απορημένος στην αρχή, βρίσκεται κυριολεκτικά μπροστά σε έναν ‘‘θαυμαστό καινούργιο κόσμο’’. Μέσα από το αυτόματο, μαζί με τους φωτισμούς, τις απαστράπτουσες επιφάνειες και τις εντυπωσιακές ‘‘εικονογραφήσεις’’, αντανακλάται η φαντασμαγορία του και ταυτόχρονα εκπέμπεται ένας επιβλητικός ‘‘μαγικός κόσμος’’».

Στην δεκαετία του ’60 όπως περιγράφει ο συγγραφέας του δοκιμίου το φλίπερ έχει κατακλύσει στην κυριολεξία τον ελλαδικό χώρο. Ενδεικτική είναι μια έρευνα που δημοσιεύεται τον Φλεβάρη του 1965 στο περιοδικό Εικόνες με τον τίτλο «Απαγορευμένα παιγνίδια» και υπολογίζει τον αριθμό των φλίπερ στην ελλαδική επικράτεια στα 4.200 μηχανήματα, δηλαδή σ’ έναν ασύλληπτο για την εποχή αριθμό.

Ο Καλφόπουλος παρατηρεί σ’ άλλο σημείο ότι «η παρουσία του φλίπερ συνδέθηκε αναπόσπαστα με τις πρώτες απόπειρες χειραφέτησης της νεολαίας, αλλά και εν μέρει με υπαρκτές ή εικαζόμενες, ήπιες κατά το μάλλον ή ήττον παραβατικές συμπεριφορές (τεντυμποϊσμός, σκασιαρχείο, σφαιριστήρια κ.ά.), που δημιουργούσαν αρχικά σε ενδοοικογενειακό πλαίσιο και στη συνέχεια σε κοινωνικό, εν μέρει δε και πολιτικό, επίπεδο, εν δυνάμει συνθήκες σύγκρουσης με το πνεύμα ενός νεοελληνικού law and order και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους». Αυτή ακριβώς την σύγκρουση καθρεπτίζει και η προσπάθεια επιβολής στην «αδέσποτη νεολαία των γερανών και των φλίπερ» (τίτλος άρθρου του Β. Βασιλικού στα μέσα του 1965 στο περιοδικό Ταχυδρόμος με το οποίο υπερασπιζόταν τους απείθαρχους νέους) μέσω αυστηρών κυρώσεων με χαρακτηριστικότερη την ψήφιση και εφαρμογή του ν. 4000 «περί τεντυμποϊσμού» το 1959.

Ο συγγραφέας του δοκιμίου εξηγεί ακόμη ότι «Κατά την περίοδο της κυριαρχίας του, το φλίπερ σηματοδότησε και νοηματοδότησε μια σειρά από δραστηριότητες στην καθημερινότητα και τον ελεύθερο χρόνο των νέων, την αναζήτηση της ταυτότητάς τους μέσα σε ένα ιδιόμορφο, εξόχως πολωτικό για τα νεοελληνικά δεδομένα, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μεταξύ σύγκρουσης και ενσωμάτωσης, εντός του οποίου συγκλίνουν, διόλου παράδοξα, οι συντηρητικές απόψεις τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς στο φορτισμένο πολιτικά κλίμα της εποχής, με κύριο στόχο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στην ελληνική νεολαία και την χειραγώγησή της».

Το πέμπτο κείμενο της Ορσαλίας-Ελένης Κασσαβέτη έχει τον τίτλο «Από το Φωτορεπορτάζ στην βίντεο-αναπαράσταση: ο οπτικός ηθικός πανικός γύρω από την τοξικομανία στην δεκαετία του ’80».

Στο συγκεκριμένο άρθρο η συγγραφέας εξετάζει τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας των αναπαραστάσεων της τοξικοεξάρτησης στον δημοφιλή κινηματογράφο και στο εγχώριο βιντεο-κύκλωμα της δεκαετίας του ’80.

Την σκυτάλη παίρνει ο Κώστας Κατσάπης με τις «Νεαρές εκδιδόμενες γυναίκες του ’60: στοιχεία κοινωνικής ιστορίας για δυστυχείς υπάρξεις».

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του κειμένου: «Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν εκπονηθεί πολλές μελέτες, που εστιάζουν στην πολιτισμική ιστορία της νεολαίας, οι πόρνες παραμένουν έξω από το κάδρο. Θα τολμούσα να ισχυριστώ μάλιστα ότι το άνοιγμα των τελευταίων ετών προς την πολιτισμική προσέγγιση, τείνει να δημιουργήσει μια νέα ιεραρχία: οι «οπαδοί» του ροκ εν ρολ, οι χίπις, οι πανκ, οι χούλιγκανς και τα φρικιά, οι ατίθασοι μαθητές του ’80 και του ’90, όλοι αυτοί φαίνεται να υποκαθιστούν ως προς την αναζήτηση του ενδιαφέροντος τις παλιές συλλογικότητες που φτιάχνονταν γύρω από τις πολιτικές ταυτότητες: φοιτητές, πολιτικές νεολαίες, ηρωικές προσωπικότητες, λαμπεροί και λαμπροί νεαροί ηγέτες. Την ίδια στιγμή, όμως, τα νέα αυτά υποκείμενα δημιουργούν (η διαχείριση τους πιο σωστά) καινούργιους αποκλεισμούς. Όλοι οι παραπάνω νέοι ανήκουν, όπως οι πολιτικοποιημένοι, σε εμφανείς συλλογικότητες. Εντάσσονται κάπου. Η ζωή τους, ακόμη και αν φλερτάρει με το περιθώριο έχει «ένα νόημα». Τι γίνεται όμως με εκείνους που είναι εντελώς «αόρατοι»;».

Το έβδομο κείμενο του Κώστα Κατσούδα έχει τίτλο «Προσοχή Νεολαία!» Ηθικός πανικός και αντικομμουνιστικός λόγος στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια».

Όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται στην Εισαγωγή της έκδοσης «η ιστορικοποίηση της εμπειρίας της Κατοχής επισημαίνεται ως η εμφάνιση κοινωνικών πρακτικών όπως η βιοπάλη, ο περιπλανώμενος βίος και η επαιτεία. Οι σαλταδόροι και τα ‘‘ξυπόλυτα τάγματα’’ της Κατοχής, υπήρξαν φαινόμενα διακριτά και στη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ιστορική στιγμή και, ύστερα από μια περίοδο εξιδανίκευσης, ερμηνεύθηκαν με όρους δημοσίου κινδύνου, ως “εκφάνσεις ηθικών νόσων και κοινωνικών παθογενειών, που έχρηζαν προνοιακής και κατασταλτικής αντιμετώπισης’’».

Το όγδοο κείμενο του Γιάννη Κολοβού τιτλοφορείται «Κοινωνικά απόβλητα: Άγρια νεολαία!»: Η συμμετοχή στην σκηνή πανκ της Αθήνας ως πολιτισμική δήλωση, πολιτική υπαγωγή, κοινωνική εμπειρία και αυτοβιογραφική αφήγηση».

O συγγραφέας μάς ταξιδεύει από την εμφάνιση τού πανκ ως μουσική στην Ν. Υόρκη το 1975, όπου λαμβάνει το συγκεκριμένο όνομα και διαμορφώνονται τα δομικά χαρακτηριστικά του: «πρωτόλεια ενορχήστρωση, γρήγορος ρυθμός, συγκροτήματα που έπαιζαν σε μικρά κλαμπ έχοντας άμεση επαφή με το κοινό, άρνηση των μουσικών να αποδεχθούν την νοοτροπία του «ροκ σταρ», κοντά μαλλιά, σκισμένα μπλουζάκια, στενά παντελόνια, πέτσινα μπουφάν». Ο συγγραφέας στην συνέχεια μας θυμίζει την παρουσία των πανκς στην Πλάκα και μέσα από μαρτυρίες.

Και φυσικά από τους …«Σιου των Εξαρ­χείων» στην «άγρια νεολαία».

«Μαζί με τα μπαρ, στα οποία άρχισαν να συχνάζουν οι πανκς, στα Εξάρχεια συνυπήρχαν γραφεία πολιτικών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, έντυπα και εκδοτικοί οίκοι, ενώ διογκωνόταν η εικόνα της περιοχής ως άντρο της Αναρχίας –που πρακτικά σήμαινε πως εκεί ακριβώς συνέρρεαν όσοι νέοι έλκονταν από τις ρητορείες και την αυξανόμενη δράση του λεγόμενου «αναρχικού χώρου». Και οι ήδη υπάρχουσες πολιτικές ομάδες είδαν στο πρόσωπο των πανκς μια ακατανόητη μεν, αντισυμβατική και ανατρεπτική δε, φωνή. Καθόλου τυχαία η αναρχική εφημερίδα Αρένα παρουσίασε τον υποπολιτισμό ως «προσπάθεια ανατροπής του κατεστημένου» και τους πανκς ως «απόκληρους της ελληνικής κοινω­νίας». Υπήρξε δηλαδή μια συναισθηματική ταύτιση που άφηνε πολλά περιθώρια εκατέρωθεν προσέγγισης. Φυσικά, όταν η όλο και πιο πολυπληθής ομάδα των πανκς εγκαταστάθηκε στα Εξάρχεια, συνέχισε τον «σημειολογικό ανταρτοπόλεμο» της περιφερόμενης «τερατότητας», κάνοντας ακόμα και τους αντιεξουσιαστές να νιώθουν άβολα».

Ακολουθεί η Αλίκη Κοσυφολόγου με το κείμενο «Οι νέες κάνουν σεξ»: «Απείθαρχες σεξουαλικότητες στον δημοφιλή ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60. Η περίπτωση του φιλμ Κατήφορος».

Αντικείμενο του συγκεκριμένου άρθρου είναι η μελέτη των κυρίαρχων λόγων για την σεξουαλικότητα των νέων μέσα από αναπαράσταση στον δημοφιλή κινηματογράφο και συγκεκριμένα αναλύοντας το φιλμ Κατήφορος.

Η συγγραφέας, μεταξύ άλλων, συμπεραίνει ότι «ο «αγώνας» που διεξάγεται μεταξύ καλών (ηθικών) και κακών (ανήθικων) καταλήγει να επιμερίζεται σε διαμάχη μεταξύ παράδοσης και εκσυγχρονισμού, αυταρχισμού και φιλελευθεροποίησης, πατριαρχίας και γυναικείας χειραφέτησης, όπου τα πρώτα μέρη των διπόλων παρουσιάζονται να επικρατούν των δευτέρων και στις τρεις περιπτώσεις, με την «αξίωση» της υπηρέτησης της υποστασιοποιημένης ιδέας της κοινωνικής ειρήνης ως οργανωτικής αρχής».

Την έκδοση συμπληρώνει κείμενο του Δημήτρη Σκλαβενίτη με τον τίτλο «Σχολεία υπό κατάληψη: η νομιμοποίηση μιας νέας μορφής μαθητικής κινητοποίησης στη εποχή της Μεταπολίτευσης».

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 189, Ιανουάριος 2019
Both comments and trackbacks are currently closed.