ΑΝΑΛΕΚΤΑ

του Αλέξανδρου Χέρτσεν

Εκδόσεις Κάλβος / Σελ. 315

Tα ΑΝΑΛΕΚΤΑ είναι μία ανθολόγηση επιστολών, δοκιμίων, διηγημάτων κλπ. του Χέρτσεν που άλλα εκδόθηκαν σε μορφή βιβλίου και άλλα φιλοξενήθηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά.

Στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρεται: «Ο Αλέξανδρος Χέρτσεν (1812-1870) είναι ο δεύτερος από την τετράδα των μεγάλων ρώσων στοχαστών (Μπελίνσκι, Χέρτσεν, Τσερνισέφσκι και Ντομπρολιούμπωφ) που τα γραφτά τους αποτελούν την πεμπτουσία του ρωσικού διαφωτισμού του προπερασμένου αιώνα. Δημοσιογράφος και δημοσιολόγος, δοκιμιογράφος και διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος και διευθυντής εφημερίδας, φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μα συνάμα άνθρωπος της πρακτικής δράσης, ανειρήνευτος μαστιγωτής της κοινωνικής αδικίας και φοβερός αντίπαλος του τσαρικού απολυταρχισμού, άφησε ένα πλούσιο έργο στον πνευματικό τομέα που του εξασφάλισε τιμητική θέση στα ρωσικά και παγκόσμια γράμματα, μα κι ένα παράδειγμα προμάχου της ελευθερίας».

Τα περιεχόμενα χωρίζονται σε 5 Βιβλία-Κεφάλαια.

Βιβλίο Α΄. Σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο (Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Χέρτσεν [1842 έως 1845] που έγραψε ενώ βρισκόταν στο Νόβγκοροντ, το Ποκρόφσκοε και τη Μόσχα).

Βιβλίο Β΄. Είναι μια εξομολόγηση γραμμένη «με δάκρυα και αίμα», όπως έγραψε ο Τουργκένιεφ. Ο Χέρτσεν περιγράφει μέσα από αυτοβιογραφικά στοιχεία τις αμφισβητήσεις της πνευματική αφρόκρεμας της γενιάς του στην Ρωσία, την απόρριψη του τσαρισμού, της δουλοπαροικίας και των ευγενών, την εκτέλεση του Δεκέμβρη του 1825 των 5 δεκεμβριστών που συνωμότησαν εναντίον του Τσάρου Νικολάου Α΄, κ.ά.

Βιβλίο Γ΄. Εδώ περιέχονται τρία διηγήματά του: Η Κλέφτρα Κίσσα, Ο Ετοιμοθάνατος και Πίνοντας ένα Ποτήρι Κοκτέιλ.

Βιβλίο Δ΄. Γράμματα από την Ιταλία και τη Γαλλία. Σε αυτό το τμήμα περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, οι επιστολές που στέλνει στο Ριμπερόλ, εκδότη της εφημερίδας «Ο Άνθρωπος», στις οποίες αναφέρονται εκτιμήσεις και σχόλια σχετικά με την επανάσταση του Μαρτίου του 1848 στο Παρίσι και συγχρόνως περιγράφεται, όπως ο ίδιος την βίωσε, με πόνο ψυχής και απογοήτευση, η δεύτερη επανάσταση και η ήττα των επαναστατών στο Παρίσι τον Ιούνιο του ιδίου έτους.

Βιβλίο Ε΄. Από την άλλη όχθη. Εδώ πρόκειται για μία σειρά άρθρων, γραμμένα από το 1848 έως 1849 και φαίνεται να είναι συνέχεια των Γραμμάτων. Ο Μπελίνσκι γράφει: «Δεν είχε βάλει έργο του να κάνει διδασκαλία, κι ούτε καν φανερώνει αυτήν την επιθυμία. Αφιερώνει όλες του τις ικανότητες στην αναζήτηση της αλήθειας, δεν αφήνει τον εαυτό του να τη βολιδοσκοπήσει, την εξετάζει, την προστατεύει, την αναποδογυρίζει, την ερευνάει από όλες τις πλευρές, μεταχειρίζεται την πιο ευέλικτη διαλεκτική, την πιο πανούργα, συχνά παράδοξη, πλούσια, όμως, σε καινούργιες ιδέες, πρωτότυπες απόψεις που συναρπάζουν και σε αναγκάζουν να σκεφτείς…»

Παρακάτω παραθέτουμε ένα από τα διηγήματά του.

Πίνοντας ένα ποτήρι κοκταίηλ

Θωρούμε γύρω μας περιγράμματα ακαθόριστα, σιλουέτες που μόλις ξεχωρίζουν, που ενώ αφήνουν το σκίτσο τους, τις γραμμές τους, ύστερα σβήνουν. Οι σκιές τους κι οι φωτει­νές τους πλευρές χάνονται σε λίγο μες στον πίνακα της ζωής που αλλάζει, που φαίνεται πως κινείται μαζί μας. Πάντα σ’ ατέλειωτη αλλαγή, ο κόσμος προχωράει δίχως σταματημό, σαν την αιωνιότητα, ποτέ δεν σταματάει, ποτέ.

Ωστόσο, αυτές οι φευγαλέες εμφανίσεις ξεπροβάλλουν με βάση ορισμένους νόμους. Μα προτού η ανθρώπινη σκέψη συλλάβει και διατυπώσει τους γενικούς κοινούς κανόνες σ’ όλα αυτά τα φαινόμενα, τα περιστατικά που τράβηξαν την προσοχή μας, αναλαμπές που μόλις τις ξεχωρίζουμε, μορφές που μόλις είναι τονισμένες, χάνονται κιόλας μέσ’ στην ομαδική ζωή. Ωστόσο αν πετύχουμε ν’ απομονώσουμε μέσα σ’ αυ­τό το ιλιγγιώδικο στροβίλισμα το πιο μικρό σπυρί σκόνης, την παραμικρή σταγόνα που πάει να χαθεί, ανακαλύπτουμε εκεί τις ίδιες δυνάμεις και τις ίδιες αιτίες που γεννάνε τις επαναστάσεις στη γήινη σφαίρα και τις καταστροφές μέσα στην ανθρωπότητα… Η θύελλα μέσε σε ένα ποτήρι νερό, που τόσο πολύ την περιγελάμε, μοιάζει πιότερο απ’ ότι φαντάζεται κα­νείς με μία θύελλα μέσα στο πέλαγος.

I

Το καλοκαίρι είχε περάσει, γύρευα να νοικιάσω ένα σπίτι στην εξοχή. Κουρασμένος να κάνω τις ίδιες ερωτήσεις και να παίρνω τις ίδιες απαντήσεις, μπήκα σ’ ένα χά­νι, που μπροστά του ήταν στημένος ένας σκαλιστός στύλος με το πορτραίτο του Γεωργίου του 4ου. Τον παρουσίαζαν να φοράει ένα παλτό σαν εκείνο του βασιλιά του τριφυλ­λιού, με πουδραρισμένα κι ίσια μαλλιά και κόκκινα μάγουλα. Ο Γε­ώργιος ο 4ος, που κρεμόταν σαν φανάρι κι ήταν ζωγραφι­σμένος πάνω σε μια μεγάλη σιδερένια πλάκα, προειδοποιούσε τον ταξιδιώτη πως ζύγωνε στο χάνι όχι μονάχα χτυπών­τας του στα μάτια, μα και στ’ αυτιά του μ’ ένα ανυπόφορο κρότο από δίσκους που του χρησίμευαν για στήριγμα.

Από την πόρτα έβλεπε κανείς το περιβόλι με μια αυλή για να παίζουν τα τσούνια[1]. Μπήκα μέσα. Όλα ήταν στη θέση τους, δηλαδή όλα σ’ αυτό το χάνι μοιάζανε πέρα για πέρα με τ’ άλλα χάνια στα περίχωρα του Λονδίνου. Τρα­πέζια και πάγκοι μέσα σ’ ένα ξύλινο κάγκελο, κογχύλια έ­τσι βαλμένα που να μοιάζουν συντρίμμια, λουλούδια φυτεμένα έτσι που να φτιάχνουν κάποιο σχήμα ή κάποιο γράμμα. Όλα τα τραπέζια ήταν πιασμένα από μαγαζάτορες που έπιναν με σοβαρότητα μπύρα μαζί με τις συμβίες τους (ή με τις συμ­βίες αλλονών). Υπάλληλοι κι εργάτες έπαιζαν, ρίχνοντας βαρειές και μεγάλες σφαίρες τεράστιες οβίδες κανονιού, χωρίς να βγάζουν την πίπα από το στόμα.

Ζήτησα ένα κοκταίηλ κι έκατσα σε μια χωριστή γωνίτσα μέσα σ’ αυτό το κάγκελο.

Ένα χοντρό γκαρσόνι, μ’ ένα μαύρο σακάκι πολύ στε­νό και πολύ τριμμένο, κι ένα πανταλόνι το ίδιο μαύρο κι όλο γυαλάδα, σήκωσε το κεφάλι και γυρνώντας ξαφνικά από την άλλη μεριά σαν να είχε καεί, φώναξε: «Τζων, ρακί και νε­ρό για το 8». Ένα νέο παλληκάρι, που ήταν φρικτά αδύνατο κι αδέξιο, έφερε ένα δίσκο και τον έβαλε μπροστά μου.

Αν κι ήταν πολύ γρήγορη η κίνηση που έκανε το χον­τρό γκαρσόνι, μου φάνηκε πως αναγνώρισα τη φάτσα του. Τον κοίταξα, ήταν ακουμπισμένος σ’ ένα δέντρο κι είχε τη ράχη προς μένα. Κάπου είχα δει αυτό το πρόσωπο… μα όσο κι αν έσπαζα το κεφάλι μου, δεν μπορούσα να θυμηθώ που. Στο τέλος από περιέργεια κι αδράχνοντας την ευκαιρία που ο Τζων πήγε να φέρει μπύρα, φώναξα το χοντρό γκαρ­σόνι.

– Γιες, σερ! αποκρίθηκε πίσω από το δέντρο που τον έκρυβε, με ύφος ανθρώπου αποφασισμένου να κάνει κάτι δυσάρεστο, μα αναπόφευκτο, με την έκφραση που παίρνει ένας στρατιωτικός διοικητής, αναγκασμένος να παραδώσει ένα φρούριο, με πλησίασε θαρραλέα και μεγαλόπρεπα, κουνώντας τη βρώμικη πετσέτα του για να δείξει αυτοκυριαρχία. Τόση αξιοπρέπεια, ήταν για μένα ένα σημάδι, απόδειχνε, πως δεν γελάστηκα κάνοντας τη σκέψη πως είχα να κάνω με μια πα­λιά γνωριμία.

II

Εδώ και τρία χρόνια έμεινα μερικές μέρες σ’ ένα αριστοκρατικό ξενοδοχείο στο νησί Γουάϊτ. Στην Αγγλία, αυτά τα ξενοδοχεία δεν φημίζονται μήτε για το καλό τους το κρασί, μήτε για την περιποιημένη κουζίνα, μα μονάχα για το σκηνικό τους, για τη θαυμάσια εξωτερική όψη και προ­παντός για την πρόθυμη υπηρεσία. Όλο το υπηρετικό προ­σωπικό έκανε τη δουλειά του με τη σοβαρότητα που έδειχναν οι κρατικοί μας σύμβουλοι του παλιού καιρού ή δείχνουν οι συγκαιρινοί αυλικών αξιωματικών των κάτω γερμανικών αυλών.

Ο αρχισερβιτόρος του Βασιλικού Ξενοδοχείου ήταν έ­νας άνθρωπος απλησίαστος, αυστηρός για τους περαστικούς πελάτες και απαιτητικός για κείνους που έρχονταν να μεί­νουν μερικές μέρες στο ξενοδοχείο. Αυτός δεν ήθελε να πε­ριποιείται παρά τους ανθρώπους που είχαν συνηθίσει στη ζωή του ξενοδοχείου. Δεν μπορούσε κανείς να τον κατηγορή­σει ότι παραχάιδευε τους νεοφερμένους ταξιδιώτες που αποκοτούσαν να τον ρωτήσουν, πώς ήταν μπορετό να στοιχίζει μια κοτλέτα πέντε σελίνια, με πατάτες τηγανιτές κι ένα κομμάτι τυρί μ’ ένα μαρουλάκι σαλάτα. Είχε ένα κάποιο βλέμμα ψηλομύτικης καταφρόνιας για ν’ αποκρίνεται σε ό­σους αδιάκριτους. Ό,τι κι αν έκανε, πρόδινε μελέτη και σκέ­ψη γιατί δεν έκανε τίποτα απλά. Από το πόσο έσκυβε το κεφάλι, από το βλέμμα του, από τον τόνο που αποκρινόταν Γιές σερ, μπορούσε κανείς να μαντέψει ακριβώς την ηλικία, την κοινωνική θέση και το ποσό που θα ξόδευε το πρόσωπο που τού μιλούσε.

Μια μέρα καθώς ήμουνα καθισμένος σ’ ένα γραφείο του ξενοδοχείου, με το παράθυρο ανοιχτό, τον ρώτησα:

– «Μπορεί κανείς να καπνίσει εδώ;»

Πήγε πιο πέρα από μένα, τράβηξε την πόρτα και με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι μου είπε με μια φωνή τρεμουλιαστή από αγανάχτηση:

– «Δεν καταλαβαίνω τί ρωτάτε, Κύριε;»

– «Ρωτάω αν μπορώ να καπνίσω εδώ», δευτέρωσα ανε­βάζοντας τον τόνο της φωνής, πράγμα που έχει επιτυχία πάν­τα όταν μιλάει κανείς στην Αγγλία στις Εξοχότητες που σερβίρουν στα τραπέζια των χανιών και στη Ρωσσία στις Ε­ξοχότητες που υπηρετούν στα τραπέζια της γραφειοκρατίας. Μα αυτός δεν ήταν μια συνηθισμένη Εξοχότητα. Ορθώθηκε χωρίς ν’ αλλάξει στάση και μ’ αποκρίθηκε με την αξιοπρέπεια του Καριάτυγκιν[2] στον Κοριολανό:

– «Δεν ξέρω τίποτα Κύριε. Δεν μου παρουσιάστηκε τέτοια περίπτωση στην υπηρεσία μου. Δεν έχω ακούσει εδώ από ταξιδιώτη να μου κάνει παρόμοια ερώτηση. Θα μιλήσω στον διευθυντή». Δεν χρειάζεται να προσθέσω πως ο διευ­θυντής είπε να με πάνε για την ξεδιαντροπιά μου στο καπνι­στήριο, όπου κανείς πνιγόταν από τον πολύ καπνό κι όπου δεν θέλησα να μπω.

Μ’ όλο τον ψευτοπερήφανο χαρακτήρα του και το αί­σθημα μιας ψηλομύτικης αξιοπρέπειας γι’ αυτόν τον ίδιο και για το Βασιλικό Ξενοδοχείο που ποτέ δεν τον άφηνε, ο σερ­βιτόρος εμένα μου φέρθηκε καλωσυνάτα, και πρέπει να το πω, η εύνοια αυτή απέναντί μου δεν χρωστιέται καθόλου στην προσωπική μου αξία, παρά μονάχα στον τόπο της γέννησής μου. Είχε μάθει πως ήμουνα Ρώσσος. Είχε μερικές γνώσεις στατιστικής για τις εξαγωγές που γινόνταν σε κάνναβι, λί­πος, στάρι και ξυλεία που ανήκε στο στέμμα.

Αυτό δεν μπορούσα να το ξέρω εγώ. Μα κείνος ήξερε θετικά πως η Ρωσσία στέλνει στο εξωτερικό πάρα πολλούς πρίγκιπες και κόντηδες και πώς όλοι αυτοί έχουν πολλά χρήματα. (Ακόμα δεν είχε ιδέα σχετικά με την απελευθέρωση των αγροτών).

Αριστοκράτης από πεποίθηση, από κοινωνική θέση κι από ένστιχτο, έμαθε, λοιπόν, μετά χαράς πως ήμουνα Ρώσσος. Θέλοντας έτσι ν’ ανεβεί στα μάτια μου και να μου είναι ευ­χάριστος, μου είπε μια μέρα τα παρακάτω λόγια, κι όλο έ­παιζε χαριτωμένα μ’ ένα φύλλο κισσού που κρεμόταν πάνω από την πόρτα του περιβολιού:

«Εδώ και πέντε μέρες, σερβίρισαν τον Μεγάλο Δούκα σας, γυρνούσε από την Οσμπόρνη με την Αυτής Μεγαλειό­τητα τη Βασίλισσα».

– Α!

– «Η Υψηλότητά του ‘‘Χίς Χάϊνες’’, πήρε εδώ ένα δείπνο. Ο Αρχιδούκας σας είναι ένας πολύ καλός νέος» –πρόσθεσε κλείνοντας τα μάτια μ’ επιδοκιμαστικό ύφος κι αφού μου χάρισε αυτό το πανηγυρικό λογίδριο έβγαλε το ασημένιο καπάκι που σκέπαζε μια πιατέλα με κουνουπίδια. Ό­ταν έφυγα, έδειξε με το μικρό του δάχτυλο στο θυρωρό το ταξι­διωτικό μου σακίδιο και θέλοντας να μου δείξει ακόμα ένα τελευταίο δείγμα εύνοιας, πήρε με τα ίδια του τα χέρια το χαρτοφύλακά μου και μου τον έφερε στο αμάξι. Χαιρετών­τας τον, τού έδωσα μισή κορώνα παραπάνω απ’ ό,τι είχα πλη­ρώσει κιόλας για την υπηρεσία, μα δεν την κοίταξε και χά­θηκε ως διά μαγείας μες στην τσέπη του άσπρου του γιλέ­κου, που ήταν, κολαρισμένο στην εντέλεια κι έτσι μαλακό που ποτέ δεν θα μας το κάνει η πλύστρα μας…

– «…Μπα! του λέω, και κάθισα στο κάθισμα του κή­που, ενώ αυτός έβγαλε τα σπίρτα για ν’ ανάψω, μα είμαστε παλιοί γνώριμοι!…».

Ήταν εκείνος… Καλά το φαντάστηκα.

– «Ναι εγώ είμαι», είπε ο σερβιτόρος που τώρα δεν έ­μοιαζε καθόλου με τον Καριάτυγκιν ή τον Κοριολανό.

Ο άνθρωπος που στεκόταν εκεί μπροστά μου ήταν τσα­κισμένος από μια βαθειά θλίψη. Όλη του η στάση, όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του φανέρωναν έναν ασήκωτο πόνο: τούτο τον άνθρωπο τον είχε χτυπήσει η δυστυχία. Μ’ έκανε να λυπάμαι. Το μεγάλο κατακόκκινο πρόσωπό του που καθώς ήταν κι ολοστρόγγυλο, μου θύμιζε άλλοτε τα πεπόνια της Ουκρανίας, κρεμόταν τώρα σε ακανόνιστα κομμάτια που το καθένα τους φαινόταν να σχεδιάζει ένα ποντίκι του προ­σώπου του. Οι μαύρες του φαβορίτες ξυρισμένες με μεγάλη δεξιοσύνη χεριού ίσαμε τη μέση στα μάγουλά του, και που λακουβιάζανε στην άκρη των χειλιών του, ήταν τα μόνα δείγματα των αλλοτινών καιρών. Έμεινε βουβός κι αμίλητος.

– «Δεν μου είχε περάσει καθόλου από το μυαλό…» είπα ολωσδιόλου ανόητα.

Μου έριξε μια ματιά ενός ένοχου και φταίχτη που τον έπιασαν στα πράσα, έπειτα αγκάλιασε μ’ ένα απλόχωρο βλέμ­μα τον κήπο, τους ξύλινους πάγκους, τη μπύρα, τις σφαίρες, τα παιδιά των μαγαζιών και τους εργάτες που έπαιζαν. Έβλεπε χωρίς αμφιβολία να προβάλλουν ξανά, μες στις αναμνήσεις του, ένα τραπέζι πλούσια σερβιρισμένο, όπου ήταν καθι­σμένοι ένας Μεγάλος Δούκας Ρώσσος και μια Μεγαλειοτάτη και πίσω τους να στέκεται αυτός ο ίδιος γερμένος με σεβα­σμό, ενώ μπροστά στα μάτια του απλωνόταν ένας κήπος, συμ­μετρικός σαν ένα σχέδιο από παλιό θυμητάρι και καθαρός σαν μια γυναικεία κάμαρα για καλλωπισμό… Έβλεπε να προβάλλει ξανά μια ολάκερη τραπεζαρία γεμάτη βάζα κι ά­χρηστα μπουκάλια, στολισμένη με βαρειά και παχειά ταπε­τσαρία από μετάξι – και τέλος έβλεπε να ξαναγεννιούνται στη θύμησή του το καθαρό κι αψεγάδιαστο μαύρο κοστούμι του και τ’ άσπρα γάντια που μ’ αυτά κρατούσε τον άσημένιο δίσκο, όπου ήταν βαλμένος ο λογαριασμός, αυτό το πρά­γμα που έκανε τον άπειρο ταξιδιώτη να χάνει το θάρρος του…

Και στην τωρινή πραγματικότητα… παίχτες που έ­παιζαν με θορυβώδικες σφαίρες, χωματένια τσιμπούκια, το κοινότατο τζιν με νερό, κι η μπύρα, η αιώνια κίτρινη δυνατή, μπύρα.

– «Τότε κύριε, ήταν άλλοι καιροί, μου αποκρίθηκε, που δεν έμοιαζαν καθόλου με τους τωρινούς!…».

– «Γκαρσόν», φώναξε χτυπώντας στο τραπέζι μ’ ένα δο­χείο από καλάι ένας κοντόχοντρος υπάλληλος μαγαζιού που ήταν πολύ λίγο ζαλισμένος από το πιοτί, «ένα καρτούτσο και στα γρήγορα».

Η παλιά μου γνωριμία με κοίταξε κι έφυγε για να πάει να φέρει τη μπύρα. Είχε στο βλέμμα του τόση καταφρόνεση, τόση ντροπή, τόση σιχαμάρα για τον εαυτό του, τέλος τόσο ο­λοφάνερα σημάδια αυτής της μαύρης κατάθλιψης που παρου­σιάζεται πριν από την αυτοκτονία, που ένιωσα το αίμα να παγώνει μες στις φλέβες μου. Ο πελάτης πλήρωσε σε μπακιρένιο νόμισμα και γύρισα για να μην δω την πέννα που του έδωσε για φιλοδώρημα.

Ο πάγος είχε σπάσει – και το γκαρσόνι είχε την καλή διάθεση να μου πει κάτι από τα φοβερά κείνα περιστατικά που τον γκρεμίσανε από το Βασιλικό Ξενοδοχείο και τον έριξαν στο καμπαρέ του «Γεωργίου του 4ου». Με ζύγωσε πάλι, δίχως να τον καλέσω και μου λέει:

– «Είμαι ευτυχισμένος που σας βλέπω – πως πάει η υγεία σας Κύριε;»

– «Ευχαριστώ, δεν είμαι ποτέ άρρωστος».

– «Πώς λοιπόν σκεφτήκατε να ’ρθείτε σ’ αυτή τη μοναξιά για περίπατο;»

– «Γυρεύω ένα σπίτι».

– «Τα σπίτια δεν λείπουν, να ένα εκεί, δέκα βήματα από δω, προς τα δεξιά – κι ύστερα κείνο το άλλο. Όσο για μέ­να, αυτό που έπαθα είναι πολύ περίεργο. Ό,τι κέρδισα από τα παιδικά μου χρόνια, τα έχασα ίσαμε την τελευταία πεν­τάρα… Θ’ ακούσατε σίγουρα για την χρεωκοπία του Τιππερέρυ! Εκεί μέσα τα έχασα όλα, μα όλα. Όταν διάβασα αύτην την είδηση στις εφημερίδες άρχισα να μην την πιστεύω κι ύστερα έτρεξα σαν τρελός σ’ ένα δικηγόρο. Μην κουράζε­στε, μου λέει, κάνοντας διαβήματα, τίποτα δεν θα σας σώ­σει και θα ξοδέψετε και τα τελευταία λεπτά που σας απομένουν – και να, πρέπει κιόλας τώρα να μου δώσετε έξι σελλίνια κι έξι πέννες για την συμβουλή μου. Άρχισα τότε να φέρνω βόλτα στους δρόμους – περπατούσα έτσι όλη μέρα, κι α­ναρωτιόμουνα τί μου έμενε να κάνω. Μου κατέβηκε η ιδέα να γκρεμιστώ από την κορφή ενός βράχου στη θάλασσα και να πνιγώ, – και τα παιδιά… να τα πνίξω κι αυτά… Μα όταν τα ξαναείδα μ’ έπιασε η τρομάρα. Δεν μου έκανε η καρδιά να τα σκοτώσω. Έπεσα άρρωστος, κι αυτή εδώ εί­ναι η πιο μεγάλη ατυχία που μπορεί να βρει άνθρωπο που δουλεύει σαν και μένα σε ξενοδοχείο. Ύστερα από μια βδο­μάδα ξανάπιασα τη δουλειά μου, και δεν χωράει συζήτηση πώς δεν είχα πια καλή έκφραση, η άσκημη ψυχική μου διά­θεση δεν μ’ άφηνε ούτε στιγμή σε ησυχία. Το αφεντικό δύο φορές μου έκανε την παρατήρηση πώς έδειχνα πολύ στενο­χωρημένος, ότι οι άνθρωποι που κατέβαιναν από το ξενοδο­χείο δεν γύριζαν από κηδεία και ότι στους ταξιδιώτες δεν αρέσουν τα πρόσωπα τα κατσουφιασμένα.

»Mία μέρα, την ώρα που σερβίριζα φαγητό μου έφυγε από τα χέρια ένας δίσκος. Τέτοιο πράγμα δεν είχα ποτέ πάθει από γεννησιμιού μου. Οι πελάτες άρχισαν να γελάνε, και το βράδυ το αφεντικό με πήρε παράμερα και μου λέει:

«Κοίταξε να βρεις αλλού δουλειά, εδώ δεν μπορούμε ν’ ανεχτούμε άνθρωπο με τέτοιες αδυναμίες».

– «Πώς! τού λέω, μα αιτία είναι η αρρώστια μου. Είναι που είμαι…»

– «Τότε κοίταξε να γιατρευτείς, εδώ δεν έχουμε θέ­ση για αρρώστους, μου αποκρίθηκε το αφεντικό».

»Κουβέντα με την κουβέντα φτάσαμε να πούμε πράγμα­τα δυσάρεστα, και για να μ’ εκδικηθεί πήγε στα άλλα ξε­νοδοχεία κι είπε πως είμαι ένας μπεκρής κι αυθάδης. Γύρι­σα πολύ παντού, μα δεν μπόρεσα πια να βρω δουλειά. Τό­τε άλλαξα όνομα όπως οι κλέφτες, κι άρχισα να ψάχνω να βρω οποιαδήποτε δουλειά, έστω και προσωρινή, μα δεν βρή­κα τίποτα, τίποτα, τίποτα… Όλο τούτο τον καιρό ό,τι εί­χα, ίσαμε τα σκουλαρίκια και την καρφίτσα της γυναίκας μου, δώρο από μια δουκέσσα που είχε κάτσει σ’ αυτήν τέσσερα χρόνια σαν αρχικαμαριέρα, όλα βγήκαν στο σφυρί. Έφτασα να βάλω ενέχυρο τα ρούχα μου, και ξέρετε, τα ρούχα, για μάς είναι ένα είδος πρώτης ανάγκης, γιατί δί­χως καθωσπρέπει ρούχα δεν σε δέχονται σε κανένα ίδρυμα σοβαρό. Δούλεψα πολλές φορές σε πρόχειρα εστιατόρια και χάλασα ολότελα τα ρούχα μου μ’ αυτή την τσιγγάνικη ζωή. Δεν ξέρω μάλιστα πώς το αφεντικό αυτουνού εδώ τού μαγαζιού, δέχτηκε να με πάρει. Και λέγοντας αυτά κοίτα­ζε με σιχαμάρα το παλιωμένο μαύρο του κοστούμι. Επιτέ­λους μπορώ πια να κερδίζω ένα κομμάτι ψωμί για τα παι­διά μου. Κι η γυναίκα μου… τώρα…».

Σταμάτησε για λίγο να μιλάει, πήρε ανάσα και συνέχισε:

«Τώρα πλένει τα εσώρουχα των άλλων. Αν έχετε ανάγκη από καμιά πλύστρα, Κύριε, ορίστε η διεύθυνσή της… πλένει πολύ καλά. Και μολονότι ποτέ πριν… ποτέ δεν εί­χε… μα ποιό το όφελος να κουβεντιάζουμε πάνω σ’ αυτό! Ξέρει κανείς καλά πως οι ζητιάνοι δεν διαλέγουν τη δου­λειά… Μονάχα είναι πολύ σκληρό… και μάλιστα για μια γυναίκα!»

Είδα να τρεμοπαίζει και να γυαλίζει ανάμεσα στα τσίνουρά του ένα δάκρυ που έπεσε τέλος στο στήθος του, το στήθος που δεν φορούσε πια το άσπρο πικέ γελέκο, το μαλακό και κολλαριστό.

— Γκαρσόν! φώναξε κάποιος από την άλλη πλευρά.

— Yes sir!

Έφυγε κι εγώ έκανα το ίδιο.

 III

Είχα πολύ καιρό να βρεθώ κατάφατσα με μια τόσο άδολη θλίψη, μα και τόσο τρομερή. Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα βούλιαζε κάτω από το βάρος της δυστυχίας που εί­χε τσακίσει την ύπαρξή του και δεν υπόφερε, βέβαια, λιγό­τερο απ’ όλες τις ξεπεσμένες μεγαλειότητες, που καραβοτσακισμένες εδώ ή εκεί απ’ όλο τον κόσμο έρχονται ν’ αρά­ξουν στις ακτές της Αγγλίας.

– Όχι λιγότερο;… Όχι… δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Αυτός υπόφερε δέκα φορές, ίσως εκατό φορές πιό­τερο από τον Λουδοβίκο – Φίλιππο που, κι αυτός επίσης είχε μείνει κοντά στο χάνι του Γεωργίου του Τετάρτου, στο Κλαρμόν.

Οι εξαιρετικές στενοχώριες, τα μεγάλα βάσανα που μπροστά τους σταματούν γενικά οι γενιές με τρόμο και συμπόνια, είναι προορισμένες για εξαιρετικές πλάτες. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πιο δυνατοί από τους κοινούς θνητούς κι έχουν πιο πολλά γιατρικά στη διάθεσή τους. Οι τσεκου­ριές που χώνονται στη φλούδα μιας βελανιδιάς, αντιλαλούν σ’ ολάκερο το δάσος, μα μόλις σαλεύουν την κορφή τού γιγάντιου δέντρου, ενώ το χορτάρι γέρνει καταγής αθόρυβα, κομμένο από το δρεπάνι, το τσαλαπατάμε με τα πόδια πη­γαίνοντας στις δουλειές μας δίχως να το προσέξουμε. Είχαν δει τα μάτια μου τόσες πολλές ατυχίες που στο τέλος απόχτησα μια πικρή πείρα από τέτοια πράγματα. Μολονότι έχω δει πια πάρα πολλούς απ’ αυτούς τους πολύ δυ­στυχισμένους, ένιωσα την καρδιά μου να ρα­γίζει βλέποντας αυτό το γκαρσόνι του Βασιλικού Ξενοδοχείου, που είχε πέσει στη μιζέρια.

…Ξέρετε τί σημαίνει παντού κι ιδιαίτερα στην Αγ­γλία η λέξη ζητιάνος –beggar– που την μεταχειριζόταν ο ίδιος; Αυτή η λέξη τα κλείνει μέσα της όλα: τον αφορισμό όπως τον καταλάβαιναν στον μεσαίωνα, τον πολιτικό θάνατο, την καταφρόνια του πλήθους, την υποχρεωτική τα­πείνωση, την έλλειψη νόμου, δικαιοσύνης, κι οποιασδήποτε προστασίας, τέλος την στέρηση όλων των δικαιωμάτων, ακόμα και του δικαιώματος να ζητήσει την βοήθεια του δι­πλανού του… Όταν αυτός ο άνθρωπος, τσακισμένος από την κούραση και την ντροπή, άφηνε το καμπαρέ του Γεώργιου του 4ου για να πάει σπίτι του, όπου τον κυνηγούσαν οι θύμισες των περασμένων κι οι εσωτερικές του αγωνίες, σί­γουρα, δεν ήταν ξεκούραση αυτή που έβρισκε εκεί. Έβλεπε να έρχεται να τον ανταμώσει αυτή που άλλοτε ήταν η αρχικαμαριέρισα μιας δούκισσας και που χάρη σ’ αυτόν κατάντησε στο χάλι της πλύστρας! Πόσες φορές, ασφαλώς –πολύ ανήμπορος για να τελειώνει με την μιζέρια– γύρε­ψε να βρει ξαλάφρωμα από τα βάσανά του στο πιοτί, αυτή τη μοναδική παρηγοριά του φτωχού και του βασανισμένου, αυτό το διαβολεμένο πιοτί, μοιραίο τέρμα σε τόσα βαρειά φορτία, σε τόσες πίκρες, μα και σε τόσες υπάρξεις που δί­χως αυτό θα ήταν μια μακρόσυρτη, μια ασταμάτητη αγωνία, μια αλυσίδα από θλίψεις θαμμένες μες στ’ αδιάβατα σκοτάδια!

…Όλα αυτά είναι πολύ καλά θα μου πείτε, –μα γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να ξεπεράσει αυτήν την κατάσταση; Τί διαφορά υπάρχει, πραγματικά, ανάμεσα στη θέση ενός λακέ με τριπλό πηγούνι του Βασιλικού Ξενοδο­χείου και τη θέση ενός απλού γκαρσονιού του καμπαρέ του Γεώργιου του 4ου; Πραγματικά για ένα φιλόσοφο δεν υπάρ­χει μεγάλη διαφορά, μα αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας υπηρέτης σε χάνι κι οι φιλόσοφοι σπανίζουν σ’ αυτήν την κοι­νωνική τάξη. Έψαξα του κάκου και ξεσκάλισα τη θύμη­σή μου. Βρίσκω μονάχα δύο, τον Αίσωπο και τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ. Και μάλιστα αυτός ο τελευ­ταίος άφησε το επάγγελμά του από νεαρή ηλικία. Το λοιπόν, ποιό το όφελος να συ­ζητάμε πάνω σ’ αυτό; Σίγουρα θα ήταν καλύτερα να είχε καταφέρει να φανεί ανώτερος από τη μιζέρια, μα αφού δεν τα κατάφερε;

Και γιατί δεν τα κατάφερε; Ρωτήστε γι’ αυτό τον Μακόλεϋ, τον Λινγκάρ κι άλλους ιστορικούς… Εγώ προτι­μάω να σας διηγηθώ μιαν άλλη φορά τις ατυχίες άλλων δυστυχισμένων κι άλλων ζητιάνων. Ναι, γνώρισα πολύ δυστυχισμένους ανθρώπους, κι ακριβώς επειδή τους γνώρισα συνεχίζω να συμπαθώ το γκαρσόνι του καμπαρέ Γεώργιος ο 4ος.

Αναρχία και Ζωή

[1]. Παιχνίδι που μοιάζει με το σημερινό μπόουλινγκ.

[2]. Ηθοποιός από θέατρο της Πετρούπολης.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 179, Φεβρουάριος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.