Το αυτονόητο που έγινε… αδιανόητο

Θεσσαλονίκη, Ιούνης του ’06, φοιτητές κι ανυπότακτοι νεολαίοι μπουκάρουν στο υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης. Ευθύς αμέσως, οι μπάτσοι τους «ρένουν» με δηλητηριώδη χημικά (εις κάνιστρα-«ροδοπέταλα») μα οι συγκεντρωμένοι αρνούνται πεισματικά να διαλυθούν, ανασυντάσονται άμεσα λίγο παραπέρα, με την πύλη του υπουργείου, εμπρός τους, παραδομένη σαν πτώμα στην αγκαλιά της ασφάλτου. Ο νόμος πλαίσιο, για τα πανεπιστήμια, δεν πρέπει να περάσει. Μα αυτό, για τους περισσότερους, που εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό βρέθηκαν εκεί, ήταν απλώς μια αφορμή, μικρή ή μεγάλη δεν έχει σημασία. Άλλως τε, για όσους δεν καταντούν βαδίζοντα πτώματα, για όσους επιμένουν, κόντρα σε κάθε «ρεαλισμό» και «πραγματικότητα» να διατηρούν ευαισθησίες και τρυφερότητα, πάντοτε θα βρίσκεται αφορμή, για να δώσουν σχήμα, με λόγια και έργα, στο πηγαίο κι αυθόρμητο της ανυπακοής τους.

Στιγμές, όπως η ανωτέρω, με ελάχιστη απόκλιση ανά περίπτωση, συνέβαιναν κάθε Πέμπτη του Μάη και Ιούνη, τα «σωτήρια» έτη ’06-’07, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και οι καταληψίες (άπασες οι σχολές τελούσαν υπό κατάληψη), οι ανυπότακτοι, οι μετέχοντες στις άγριες οδομαχίες (με ουκ ολίγους εξ αυτών να επισκέπτονται συχνά τα πέριξ νοσοκομεία), όλοι όσοι αγωνίστηκαν, με τον δικό τους τρόπο, «έβαλαν φρένο» στο νόμο πλαίσιο. Έστω για λίγο…

Διότι όσα οι άνθρωποι κερδίζουν με αγώνες, πόνο, πάθος, ενίοτε κι αίμα, τα χάνουν στη στιγμή όταν αποδέχονται την πολιτική, τη διαχείριση κι εκπροσώπηση που, συν τοις άλλοις, εμπεριέχονται σε αυτήν. Και το «αφάν γκατέ» της πολιτικής δεν είναι άλλο από τις «κρίσης» και τις «καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης». Έτσι, ασφαλώς μαζί με τόσα άλλα, ο νόμος πλαίσιο, που δεν μπόρεσε να περάσει η Γιαννάκου-Κουτσίκου (εν χορώ δακρυγόνων, μολότοφ, οδομαχιών κι άγριας καταστολής) ψηφίστηκε πανηγυρικά από την υπουργάρα Διαμαντοπούλου (πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση γαρ), δίχως να ανοίξει ρουθούνι και οι κύνες (ασφαλώς και οι γαλές) ήσαν ασφυκτικώς δεμένες.

Το «γιατί» συνέβη αυτό, αν θελήσουμε να το αναπτύξουμε στην πληρότητά του, ασφαλώς και δεν θα αρκούσαν οι δεκάξι σελίδες της Διαδρομής Ελευθερίας. Ωστόσο, όπως ήδη ανεφέρθη, η διείσδυση της πολιτικής και, κυρίως, της αριστερής έκφρασης αυτής, που διαθέτει κι απείρως μεγαλύτερη δυνατότητα διάχυσης (σε σχέση με τη λεγόμενη δεξιά) στο σώμα των ακηδεμόνευτα αγωνιζομένων, γίνεται πάντοτε η σαρκοφάγος κάθε αυθόρμητης κι απροσχημάτιστης ανθρώπινης δράσης.

Ομοιάζει (κατά κάποιον τρόπο) σχεδόν αδιανόητο, όταν συλλογίζομαι πως στους ίδιους χώρους (εν προκειμένω στα πανεπιστήμια), ελάχιστα χρόνια αργότερα, η αγωνιστικότητα, η ανυπακοή, η διάθεση για ζωή επί της ουσίας (όχι για καριέρα κι ονειρώξεις γρήγορου κι εύκολου πλουτισμού) ήταν απλώς μη ανιχνεύσιμες. Ασφαλώς, το «σχεδόν αδιανόητο» δεν ήταν και μη ερμηνεύσιμο, τουναντίον, θα έλεγα πως οι αλήθειες, για όποιους ειλικρινώς εδιαφέρονταν να τις δουν, βρίσκονταν «γυμνές» προ των οφθαλμών των.

Και τι έγιναν εν τέλει όλοι εκείνοι άνθρωποι; Μήπως, οι περισσότεροι εξ αυτών, αποτέλεσαν το μεγαλύτερο επί μέρους όσων «την έκαναν» (ελάχιστοι δακρύζοντες, οι πλείστοι αφελώς περιχαρείς) για την αλλοδαπή; Και τούτο διότι «εγένετο «κρίσις», «βιβλική καταστροφή», «σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί», «επίθεσις από ακρίδαι που εκοιμώντο εις της γαίας τα σπλάχνα διά έτεα επτάν», «εισβολή Βόγκονς από το αχανές Διάστημα»; Κολοκύθια εις το πάτερο. Ουδείς εχέφρων πλέον μπορεί να αμφισβητήσει το ότι για να καλλιεργηθεί όλη η προαναφερθείσα απάτη «εργάστηκαν» (και με υπερωρίες, όποτε απαιτήθηκε) άπαντες οι σφογγοκωλάριοι της εξουσίας, ήτοι οι Λαζόπουλοι, οι Κανάκηδες, οι Πρετεντέρηδες, το σύνολο των κομματικών, κάθε μικρό και μεγάλο εργαλείο της πολιτικής επιστρατεύτηκε και ρίχτηκε στη μάχη, για να σπαρθεί το μεταλλαγμένο ζιζάνιο του πανικού στις καρδιές και το νου των εξουσιαζομένων.

Ποιος δύναται να ισχυριστεί ότι δεν τα κατάφεραν; Ουχί πάντως ο υποφαινόμενος τρωκτικός. Κι έτσι ουκ ολίγοι γονείς «ξεπροβόδισαν», με υπερηφάνια (δίχως υπερβολή) τα παιδιά τους για τη Γερμανία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και του διαόλου τη μάνα. «Δεν έχει μείνει τίποτε όρθιο εδώ, να πας “εκεί” που είναι “καλύτερα”, να “πιάσει τόπο” και το πτυχίο σου» κι άλλα τέτοια, να τα ακούς και να μην έχεις μαντήλι να κλάψεις από την αγανάκτηση. Κάποτε σε μια ελλαδική κοινωνία (και συγκεκριμένα αυτή των αρχών της δεκαετίας του ’50), που έβγαινε από μια ανείπωτη δεκαετή καταστροφή, που οι άνθρωποι βίωναν επί της ουσίας την υλική πενία, ΚΑΝΕΙΣ δεν ήθελε να γίνει εμιγκρές, ΚΑΝΕΙΣ δεν χαιρόταν που αποχωριζόταν την πατρίδα και μητρίδα του, τις μνήμες του, τους τάφους των γονιών του, ένεκα της αυθεντικής ανάγκης για επιβίωση. Ευτυχώς βέβαια που τώρα έχουμε σκάιπ (και λοιπά σκατολοΐδια) και μπορούμε να νιώθουμε (ποιος ήρθε;) «πατρίδα μας όλη τη γη». Γεια σου, ρε Μαρξ, με τα «ωραία» σου!

Δεν θα λησμονήσω ποτέ την απάντηση ενός πολύ καλού μου συντρόφου, όταν τον ρώτησα οργισμένος σχετικώς με την περίπτωση εκείνη όπου οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τόσο εύκολα όσα (υποτίθεται) ότι αγαπούν, όχι για το ψωμί, αλλά για το παντεσπάνι τους. Μου απάντησε περίπου τα εξής: «Άκου Πόντικα, φαντάζομαι ότι γνωρίζεις πως οι κοινότητες των Σουλιωτών έζησαν για αιώνες στα ίδια χώματα, κάτω από τον ίδιο ουρανό, για γενιές επί γενεών, διατρέχοντας όρθιοι κι αξιοπρεπείς τους αιώνες. Μπορείς να φανταστείς πώς θα ένιωθε ο Λάμπρος Τζαβέλας, αν γνώριζε ότι τα μυριοσέγγονά του θα βρίσκονταν εμιγκρέδες κάπου στην Υδρόγειο, κι ο τόπος του, για τον οποίον έδωσε και τη ζωή του, θα είναι ένας τόπος-φάντασμα, ερημωμένος δίχως ψυχή; Το θέμα είναι να μη βάλεις τιμή σε αυτά που αγαπάς, να τα θεωρείς ανεκτίμητα, ειδάλλως κάποιος, κάπου, κάποτε, θα βρεθεί να τα εξαγοράσει». Έτσι είναι.

Λένε πως το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Δυστυχώς, όμως, κάποιες φορές, η ανθρώπινη μνήμη διαθέτει ακόμη κοντύτερα. Κι εξ αιτίας αυτού γίνεται ανίκανη να διατρέξει το βιωμένο παρελθόν εντός της, όσα έγιναν (στο εδώ μα στο τότε) και ιδιαιτέρως τις στιγμές εκείνες όπου η ανθρώπινη υπόσταση δικαιολογεί απολύτως την ύπαρξή της, γιατί δεν βάζει αξίες και συναισθήματα στο ζύγι, καθώς τα νιώθει ανεκτίμητα. Τότε το αυτονόητο γίνεται αδιανόητο, αλλά, ταυτοχρόνως, και το αδιανόητο γίνεται αυτονόητο, σε ό,τι αφορά το προχώρημα των δεσμών γύρω μας και (κυρίως) μέσα μας. Οι βαριές σιδερένιες πύλες δεν στήνονται αρχικώς στα υπουργεία, στις φυλακές, στα ψυχιατρεία, αλλά στο νου και στην καρδιά μας, κι έπειτα αναπαράγονται υλικά γύρω μας. Έχω ενδεχομένως κουράσει επαναλαμβάνοντάς το διαρκώς, αλλά ο,τιδήποτε μάς ενανθρωπίζει, απαιτεί αρετή και τόλμη. Κι αυτές οι αξίες έχουν κόστος, όχι βέβαια οικονομικό, μα κόστος ψυχής, θάρρους, ειλικρίνειας, ανιδιοτέλειας.

Πόντιξ ο Σισύφιος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 192, Απρίλιος 2019
Both comments and trackbacks are currently closed.