Η εξέγερση των κρεμασμένων

του Μπ. Τρέηβεν

εκδ. ΑΡΔΗΝ, 2006

Μπ. Τρεηβεν είναι μάλλον το δεύτερο ψευδώνυμο του …μάλλον γερμανού (1882 πιθανή γέννηση…), Όττο Φίγκ (Otto Feige). Μετά τη στρατιωτική του θητεία το 1904-1905, και ίσως επειδή συμμετείχε από νέος στην λεγόμενη ριζοσπαστική δράση, φεύγει από τη γενέτειρα του, την κωμοπόλη Σβάιμπους, πιάνει δουλειά ως μηχανικός στην πόλη Μάγκνεμπουργκ και το 1906 γίνεται επικεφαλής στο σωματείο εργατών μετάλλου.

Το 1907 εγκαταλείπει την πόλη, αλλάζει το όνομά του σε Ρετ Μαρούτ, και δηλώνει ηθοποιός από το Σαν Φρανσίσκο. Τα επόμενα χρόνια εκδίδει το αναρχικοατομικιστικό περιοδικό Der Zeigelbrenner («Ο πλινθοποιός»). Προφανώς βρίσκεται σε αναζήτηση απόψεων, μιας και συμμετέχει ενεργά στην Δημοκρατία των Συμβουλίων της Βαυαρίας το 1919, μετά την συντριβή των οποίων από τα σοσιαλδημοκρατικά στρατεύματα, μάλλον συλλαμβάνεται, αντιμετωπίζοντας την θανατική ποινή για «εθνική προδοσία». Προφανώς κατορθώνει να διαφύγει και μετά από περιπλάνηση στην Ευρώπη εγκαθίσταται για τρία χρόνια στο Λονδίνο. Κάποια στιγμή συλλαμβάνεται, καταλήγει στη φυλακή του Μπρίξτον, όπου προσπαθεί να πείσει τους δεσμοφύλακές του ότι είναι αμερικανός πολίτης.

Τελικά αφήνεται ελεύθερος και μετά από πολλά ταξίδια με πλοία [ήταν αφορμή για να γράψει αργότερα τη νουβέλα Το πλοίο του θανάτου (The death Ship), αναφερόμενος σε πλοία προορισμένα από τους ιδιοκτήτες τους να βουλιάξουν για να πάρουν μετά τα ασφάλιστρα] καταλήγει στο Μεξικό όπου και εγκαθίσταται για το υπόλοιπο της ζωής του (πεθαίνει το 1969).

Από το Μεξικό ξεκινά να γράφει τις νουβέλες του στα γερμανικά γύρω στο 1926, ως Μπ. Τρέηβεν πλέον. Είναι όλες βασισμένες στις εμπειρίες του, είτε από τα σωματεία στα οποία συμμετείχε [η νουβέλα Der Wobbly (The Cotton Rickers) αφηγείται τη δράση ενός μέλους των IWW (Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου), ενός συνδικάτου με έδρα τις ΗΠΑ που δραστηριοποιούταν και στο Μεξικό], είτε από τα ταξίδια του στα βουνά της Τσιάπας, είτε από τους αγώνες των ινδιάνων για «γη και ελευθερία», όπως γράφει σε ένα από τα έξι «Μυθιστορήματα της Ζούγκλας», την Εξέγερση των κρεμασμένων.

Το μυθιστόρημα περιγράφει με καθηλωτική ζωντάνια τις συνθήκες δουλείας των ινδιάνων πεόν (=εργάτης γης), τους βασανισμούς στους οποίους υπέκειντο και την πορεία της εξέγερσης που εξαπλώθηκε στους καταυλισμούς και τα μεγάλα αγροκτήματα, καθώς και την απανθρωποποίηση στην οποία οδήγησε πολλές φορές και τους ίδιους τους εξεγερμένους, μετά από τα πάνδεινα τα οποία πέρασαν.

[…] Οι φινκέρος (μεγαλογαιοκτήμονες) δεν άφηναν σε χλωρό κλαρί τις ινδιάνικες οικογένειες επειδή χρειάζονταν εργατικά χέρια για τις φίνκας τους. Άρπαζαν εντελώς αδίστακτα τους Ινδιάνους από τα χωριά και τους οικισμούς τους. …

Φυσικά, τα πολιτικά αφεντικά και οι άλλοι υπηρέτες της δικτατορίας ήταν πάντοτε με το μέρος των ισχυρών φινκέρος. Όταν κάποιος φινκέρο τους ζητούσε να αρπάξουν τη γη μιας οικογένειας Ινδιάνων, να στερήσουν τους Ινδιάνους από τα δικαιώματά τους ή να κάνουν καμιά απάτη, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης εκτελούσαν αμέσως τις επιθυμίες τους, αφήνοντας τα θύματα στο έλεός του. Ο φινκέρο τότε αναλάμβανε να ξεπληρώσει τα χρέη της οικογένειας και φρόντιζε να ξοφλήσει τα υπέρογκα πρόστιμα που της επιβλήθηκαν, συνήθως όχι για άλλο λόγο παρά για να πνίξει τους Ινδιάνους σε ένα τόσο μεγάλο χρέος ώστε να αποκτήσει απόλυτα δικαιώματα πάνω τους.

[…]Οι Ινδιάνοι γνώριζαν ότι η ζωή στη φίνκα θα ήταν λιγότερο σκληρή· αλλά προτιμούσαν να μένουν στην ξερή και άγονη γη τους […] και να ζουν τις αβέβαιες ζωές τους με το αδιάκοπο άγχος μήπως δουν τις σοδειές τους κατεστραμμένες παρά να χάσουν την ελευθερία τους για να γίνουν σκλάβοι σε έναν επίγειο παράδεισο. Προτιμούσαν να είναι ελεύθεροι και να πεθαίνουν από την πείνα παρά να παχαίνουν κάτω από τις διαταγές του επιστάτη.

Παρ’ ότι γνώριζαν, όμως, τι τους περιμένει, έφτανε η στιγμή που δεν άντεχαν και αναγκαστικά ζητούσαν τη βοήθεια των φινκέρος. Το αποτέλεσμα ήταν δουλειά υλοτόμου μέσα στη ζούγκλα και βασανιστήρια στις φορές που δεν υπάρχει το επιθυμητό για τους φινκέρος αποτέλεσμα.

[…] Ο Δον Ακάσιο έφτασε συνοδευόμενος από τους πέντε επιστάτες του. […] «Σηκωθείτε πάνω, τεμπελόσκυλα! Τώρα θα δείτε ποιος είμαι. Εμπρός, στο χορό, όλοι σας!»

Οι εργάτες, συνηθισμένοι να υπακούνε αδιακρίτως στις διαταγές των λευκών, στο άκουσμα της φωνής του Δον Ακάσιο σηκώθηκαν αμέσως.

«Πάμε! Εκεί πέρα στα δέντρα!»

Οι αγωγιάτες υπάκουσαν.

«Κρεμάστε τους απ’ τα πόδια και βάλτε αλάτι στο κορμί τους», διέταξε ο Δον Ακάσιο τους επιστάτες. «Και μη διστάσετε να σφίξετε τα σχοινιά», πρόσθεσε γυρίζοντας προς το μέρος του Ελ Γουάπο. «Κι αν ξεσκίσετε λιγάκι το τομάρι τους, δεν πειράζει, θα ξαναγιάνει. Αφήστε τους δεμένους για μια ώρα, μέχρι να χωθεί καλά το αλάτι στη γουρουνίσια σάρκα τους και να το καταπιούν μόλις κυλήσει ο ιδρώτας πάνω τους. Έτσι θα μάθουν να μην αφήνουν κούτσουρα στους καταυλισμούς τη νύχτα!»

Οι επιστάτες χρειάστηκαν τουλάχιστον δύο ώρες για να ξαποστάσουν και να συνέλθουν, αλλά πριν ξεκουραστούν έπρεπε να λύσουν και να κατεβάσουν τους κρεμασμένους αγωγιάτες.

Οι βασανισμένοι έστεκαν ασάλευτοι στις ρίζες των δέντρων όπου ήταν κρεμασμένοι. Εκεί, μέσα στη λάσπη, τους πήρε ο ύπνος μη έχοντας τη δύναμη να φτάσουν στις καλύβες τους όντας αναίσθητοι στο κρύο και τη βροχή.

Το επόμενο πρωί δύο από αυτούς δε σηκώθηκαν, αλλά συνέχισαν τον ύπνο τους, Τέσσερις ώρες αργότερα άρχισαν να βρωμάνε, κι έπρεπε να τους θάψουν.

[…] Μέχρι που τα πράγματα για κάποιους φτάνουν στο μη περεταίρω…

[…] «Εδώ γύρω σίγουρα πλανάται μια ανταρσία στον αέρα», είπε ο Δον Ακάσιο στον Ελ Πετσέρο και τον Ελ Φαλντόν, που μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται. «Τ’ αδέλφια μου φταίνε. Είναι πολύ επιεικείς με τους εργάτες και τους αφήνουν να κάνουν ό,τι θέλουν. Αποτέλεσμα: λιγότερο μαόνι…»

[…] Και τα πράγματα αντιστρέφονται. Το θύμα γίνεται θύτης.

[…] Ο Δον Ακάσιο ούτε πρόλαβε ούτε σκέφτηκε να κατεβάσει τα χέρια του μόλις χτύπησε το κεφάλι στο δέντρο. Αστραπιαία δέθηκαν στον κορμό. …

Ο Δον Ακάσιο συνειδητοποίησε τότε πως ήταν χαμένος. Ακόμα κι αν έταζε στον Ουρμπάνο όλους τους καταυλισμούς σε αντάλλαγμα για τη ζωή του, ο Ινδιάνος δε θα έκανε πίσω. Είχε τέτοια πείρα ώστε δεν πίστευε τα λόγια ενός λευκού. Σε άλλες χώρες ένας εργάτης μπορεί να έδειχνε ακόμα εμπιστοσύνη στο λόγο ενός αστυνόμου, αν του υποσχόταν ότι θα τον άφηνε ήσυχο· αλλά οι Ινδιάνοι εργάτες είχαν πολύ πικρές εμπειρίες από αστυνόμους και δικτάτορες και δεν έδειχναν καμιά εμπιστοσύνη στα λόγια τους ή σε αυτά των αφεντικών και των πρακτόρων τους.

[…] Και η ανταρσία εξαπλώνεται, γίνεται εξέγερση…

«[…]Είμαι δάσκαλος, ένας άνθρωπος που δεν ξέρει ούτε να σέρνεται ούτε να γλείφει τις μπότες κανενός. Είμαι δάσκαλος, ένας απλός δάσκαλος. Αργότερα, όμως, όταν η ειρήνη θα βασιλέψει στη χώρα, όταν επιτέλους θα λευτερωθούμε απ’ τον δικτάτορα, όταν κάθε άνθρωπος αποκτήσει ένα κομμάτι γης και απολαμβάνει την ελευθερία, τότε θα διδάξω τις νέες γενιές στο πανεπιστήμιο. Τώρα ξέρετε γιατί βρίσκομαι μαζί σας· επειδή δεν έμαθα ούτε να υποκλίνομαι ούτε να χαιρετώ αυτούς που με περιφρονούν. Δεν υπάρχει ελευθερία όταν απαγορεύεται να εκφράζουμε αυτό που σκεφτόμαστε. Για σας, ελευθερία είναι η γη που καλλιεργείτε. Εγώ δεν γυρεύω γη. Γυρεύω την ελευθερία να διδάσκω αυτό που βρίσκω λογικό και αληθινό».

[…] Τα βασανιστήρια, όμως, αποκτηνώνουν και τα θύματα…

[…] Ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος από αυτούς τους ανθρώπους είχαν εξεγερθεί ξανά. Δεν τολμούσαν ούτε να καλύψουν τα πρόσωπά τους όταν τους μαστίγωναν. Οι αφέντες, είτε ήταν απόγονοι των Ισπανών κατακτητών είτε λευκοί Μεξικανοί είτε Γερμανοί στις φυτείες του καφέ (που τους αποκαλούσαν «λευκούς Κινέζους»), ήταν θεοί και ενάντια σε αυτούς οι Ινδιάνοι πεόν δεν είχαν τολμήσει ποτέ να εξεγερθούν. Όχι λόγω δειλίας ή επειδή έλπιζαν να τους λυπηθούν τα αφεντικά τους. Οι εργάτες ήξεραν ότι υπάρχουν μόνο θεοί κα δούλοι, κι ότι όποιος δεν είναι θεός μπορεί να είναι μόνο ένας ταπεινός και υποτακτικός δούλος. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάξεις δεν υπήρχε τίποτα άλλο, εκτός, ίσως από ένα καλό άλογο. Κάποτε, όμως, ο κόμπος φτάνει στο χτένι κι ο δούλος συνειδητοποιεί ότι η ζωή του έχει καταντήσει σαν κι αυτή των ζώων, κι ακόμα χειρότερη. Τότε ο άνθρωπος χάνει κάθε μέτρο λογικής και στην προσπάθεια να ανακτήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του ενεργεί σαν ζώο, σαν κτήνος.

[…] Το, κατά τ’ άλλα, μυθιστόρημα, καταλήγει στην αλήθεια, ότι:

[…] «Οι επαναστάτες που θέλουν εξηγήσεις για τα κίνητρα της επανάστασης είναι ψευτοεπαναστάτες. Η πραγματική επανάσταση, αυτή που είναι ικανή ν’ αλλάξει το σύστημα, βρίσκεται ριζωμένη στην ψυχή των αληθινών επαναστατών. Ο ειλικρινής επαναστάτης ποτέ δεν σκέφτεται το προσωπικό όφελος που θ’ αποκομίσει απ’ την επανάσταση. Θέλει απλώς ν’ ανατρέψει το κοινωνικό σύστημα κάτω απ’ το οποίο υποφέρει και βλέπει και άλλους να υποφέρουν. Και για να το γκρεμίσει και να δει τις ιδέες που θεωρεί δίκαιες να πραγματώνονται, θυσιάζει τον εαυτό του και πεθαίνει».

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 159, Απρίλιος 2016

Both comments and trackbacks are currently closed.