ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

του Ερνέστο Σάμπατο

Εκδόσεις Γκοβόστη

Το τελευταίο βιβλίο του Ερνέστο Σάμπατο (Ernesto Sαbato) έχει τον προφητικό τίτλο «Πριν το τέλος». Εκδίδεται το 1998· συγγράφεται με δυσκολία αφού οι γιατροί απαγορεύουν στον υπερήλικα (είναι ήδη 87 ετών) συγγραφέα, για λόγους υγείας να διαβάζει και να γράφει. Ο Σάμπατο πεθαίνει δεκατρία χρόνια αργότερα στις 30 Απριλίου του 2011, δύο μήνες πριν κλεί­σει έναν αιώνα ζωής.

Στις σελίδες αυτού του βιβλίου μαζί με την αυτοβιογραφία του εξελίσσονται και περιγράφονται οι καθοριστικές αλλαγές των τελευταίων 100 χρόνων στο πεδίο της επιστήμης, των ιδεών, της εκπαίδευσης, της τέχνης – (οι παγκόσμιοι πόλεμοι, τα διάφορα καθεστώτα, οι οικονομικές κρίσεις, τα εγκλήματα του σταλινισμού, οι διάφοροι -ισμοί [ιδιαίτερα ο Μαρξισμός που με τον οικονομικό σχεδιασμό του βοήθησε στην μεταρρύθμιση του καπιταλισμού και της εξουσίας], η διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία, η χρησιμοποίηση της επιστήμης για επιβολή, όπως π.χ. η πυρηνική βόμβα, οι ανατροπές στην τέχνη, η αμφισβήτηση, η φτώχεια, η καταστροφή του περιβάλλοντος…). Ευαίσθητος καθώς είναι, αυτά τα γεγονότα και οι καταστάσεις τον συγκλονίζουν και μεταβάλλουν διαρκώς, ιδιαίτερα στην νεανική του ηλικία, τον προσανατολισμό της ζωής του και τους στόχους του.

Ο ίδιος προσπαθώντας να περιγράψει τα βαθύτερα αίτια των επιλογών του σημειώνει: «Πιθανότατα, υπήρξα πάντα ένα είδος μοναχικού ελεύθερου σκοπευτή, εξαιτίας της αναρχικής μου παιδείας που με κατατάσσει σε αυτήν την κατηγο­ρία των συγγραφέων που, όπως το όρισε ο Καμύ: “Δεν μπορούν να συμπορεύονται με κείνους που φτιάχνουν την ιστορία αλλά με κείνους που την υφίστανται”. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι ένας αδιάφθορος μάρτυρας της εποχής του, με κουράγιο για να λέει την αλήθεια και να ξεσηκώνεται ενάντια σε κάθε εξουσία που, τυφλωμένη από τα συμφέροντά της, χάνει από τα μάτια της την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου».

O αργεντινός συγγραφέας Eρνέστο Σάμπατο κατάγεται από μετανάστες (Ιταλό πατέρα και ιταλοαλβανίδα μητέρα) οι οποίοι καταφθάνουν στα τέλη του 1800 στην Λατινική Αμερική.

Είναι το προτελευταίο από τα έντεκα παιδιά της οικογένειας, γεννιέται στις 24 Ιουνίου του 1911 στο Ρόχα, ένα χωριό στην Επαρχία του Μπουένος Άιρες στην Αργεντινή και παίρνει το όνομα του αδελφού του, που πεθαίνει λίγο πριν γεννηθεί αυτός.

Ο μικρός Ερνέστο μεγαλώνει σε ένα πολύ αυστηρό περιβάλλον όπου ο πατέρας απαιτεί απόλυτη πειθαρχία από τα παιδιά και τη γυναίκα του. Ο ίδιος σημειώνει στο αυτοβιογραφικό του έργο «Πριν το τέλος»: «Ο πατέρας μου σε αυτή την οικογένεια, όπου η εξουσία μεταβιβαζόταν ιεραρχικά στον πιο μεγάλο αδελφό, εκπροσωπούσε την ανώτατη εξουσία. Ακό­μα θυμάμαι πως μελετούσα με δέος το πρόσωπό του, το σκαμμένο από την ειλικρίνεια και την αθωό­τητα ταυτόχρονα. Οι τελεσίδικες αποφάσεις του ήταν η έκφραση ενός σιδηρού συστήματος διαταγών και τιμωριών, που δεν χαρίζονταν ούτε και στη μα­μά»… για να συμπληρώσει λίγες σελίδες παρακάτω «κάτω από την τραχύτητα του χαρακτήρα του ο πατέρας μου έκρυβε το πιο τρωτό του σημείο, μια αθώα καρδιά και γενναιόδωρη…»

Αυτή η κατάσταση δημιουργεί προβλήματα στο ευαίσθητο Ερνέστο που ταράζεται από συχνούς εφιάλτες και για ένα μεγάλο διάστημα της παιδικής του ηλικίας υπνοβατεί. «Ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας παραβιάστη­κε από τον τρόμο που ένιωθα για κείνον, σαν ένα χωριό καταπατημένο από τις ξένες δυνάμεις. Έκλαιγα κρυφά, αφού και το κλάμα ακόμα μας το απα­γόρευε και, για ν’ αποφύγει τις κρίσεις βίας του, η μαμά έτρεχε να με κρύψει. Η μητέρα μου για να με προστατέψει γαντζώθηκε πάνω μου με τέτοια απελ­πισία που, άθελά της και εξαιτίας της άπειρης αγά­πης της και καλοσύνης της, κατέληξε να με απομο­νώσει από τον κόσμο. Να με κάνει ένα μοναχικό και αλαφροΐσκιωτο παιδί που, κρυφά, μέσα από το πα­ράθυρο, παρακολουθούσε τον κόσμο από ψηλά σαν ένα λούνα παρκ που του ήταν απαγορευμένο […] Η αυστηρότητα του πατέρα μου, σε ορισμένες περιπτώσεις παροιμιώδης, ενεργοποίησε, σε μεγάλο βαθμό, αυτή τη νότα της θλίψης και της μελαγχολίας στα κατάβαθα της ψυχής μου».

Όταν το 1923, 12 χρονών, τελειώνει το δημοτικό, τον στέλνουν μακριά από το χωριό του στο Εθνικό Κολέγιο της πόλης Λα Πλάτα. Ο Σάμπατο θυμάται: «[…] μέσα στην μεγαλύτερη απόγνωση της ζωής μου, ο αδελφός μου ο Πάντσο με πήγε στην Λα Πλάτα να συνεχίζω τις σπουδές μου. Θυμάμαι την πρώτη νύχτα, με το αινιγματικό της ξημέρωμα στο σπίτι της οδού Πέδρο Ετσαγκούι, ν’ ακούω μέσα στον ύπνο μου έναν άγνωστο τότε σε μένα θόρυβο, που στο πέρασμα κάποιων δεκαετιών μετατράπηκε σε μια ακόμα εικόνα της στενόχωρης παιδικής μου ηλικίας: τον ήχο που έκαναν οι οπλές των αλόγων και των βημάτων στο πλακόστρωτο…».

Ωστόσο, στην Λα Πλάτα «σε αυτό το κολέγιο και σε τούτη την πόλη μπήκαν οι βάσεις όλων όσων μπόρεσα μετέπειτα να δημιουργήσω. […] τα χρόνια πέρασαν αλλά η πόλη που διαδραματίστηκαν οι σπουδαιότερες στιγμές της ζωής έρχεται και επανέρχεται στη μνήμη μου. Εδώ γνωρίστηκα με τη Ματθίλδη και τελειώσαμε το γυμνάσιο-λύκειο και ύστερα το Πανεπιστήμιο [Σπουδάζει Φυσική στο Universidad Nacional de La Plata]. Εδώ γεννήθηκε ο γιός μας Χόρχε Φεδερίκο και εδώ επίσης πέθαναν οι γονείς μας. Σε αυτές τις αυλές, αυτό το δάσος το άλλοτε ευοίωνο και άλλοτε ζοφερό, σφυρηλατήθηκαν ουσιαστικά οι ιδέες που με συντρόφεψαν μια ζωή».

Τα χρόνια των σπουδών του ο Ερνέστο Σάμπατο γράφει, αναζητά και μελετά με σοβαρότητα: «για να καταλαγιάσω το χάος της ψυχής μου επέτρεψα στις συγκινήσεις και τις αγωνίες μου να ξεθυμάνουν σε μια σειρά τετραδίων και ημερολογίων που έκαψα όταν έγινα μεγαλύτερος. Για να διώξω την αγωνία που με διακατείχε, αναζήτησα καταφύγιο στα μαθηματικά, την τέχνη και τη λογοτεχνία· […] από το ταπεινό μου δωματιάκι στην οδό 61, μπαρκάριζα για τους κόσμους του Σαλγκάρι και του Ιουλίου Βερν· με τον ίδιο τρόπο που αργότερα γοητεύτηκα από τις μεγάλες δημιουρ­γίες του γερμανικού ρομαντισμού: τους Ληστές του Σίλερ, τον Σατομπριάν, τον Γκετζ Φον Μπερλίσινγκεν, τον Γκαίτε και τον μοιραίο του Βέρθερο και τον Ρουσώ. Με τον καιρό ανακάλυψα και τους Σκανδιναβούς: τον Ίψεν, τον Στρίντμπεργκ αλλά και τους Ρώσους τραγικούς που τόσο με επηρέασαν: τον Ντοστογιέβσκη, τον Τολστόη, τον Τσέχοβ, τον Γκόγκολ μέχρι την επική περιπέτεια του Ελ Σιντ και τον αξιότιμο περιπλανώμενο της Μάντσας».

Γύρω στο 1927, στα 16 του ο Ερνέστο Σάμπατο έρχεται σε επαφή με αναρχικούς και κομμουνιστές επειδή όπως ο ίδιος λέγει: «ποτέ δεν ανέχτηκα την κοινωνική αδικία […] θυμάμαι τις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς, μείγμα διαμαρτυρίας και, ταυτόχρο­να, βαθύτατης θλίψης για τους μάρτυρες του Σικάγου […] καταδικάστηκαν σε θάνατο: Άλμπερτ Πάρσονς, Άντολφ Φίσερ. Ιζωρτζ Ένγκελ, Αουγκούστ Σπάις και Λουίς Λινγκ […] διοργανώθηκαν επίσης τότε διαμαρτυρίες για τον στρατηγό Σαντίνο και τους υπέροχους και γενναίους Σάκο και Βαντσέτι».

«Οι διαφωνίες και οι διενέξεις μεταξύ αναρχικών και μαρξιστών ήταν συχνό φαινόμενο· ακόμα κι έτσι όμως, εί­χα συντρόφους και από τις δυο παρατάξεις» με την ζυγαριά να κλείνει στην περίοδο της εφηβείας του προς τον κομμουνισμό: «Η ρωσική επανάσταση διατηρούσε ακόμα τη ρο­μαντική της λάμψη εκείνου του Οκτώβρη και οι κομμουνιστές σύντροφοι κατάφεραν να με προσηλυ­τίσουν, υποστηρίζοντας ότι οι αναρχικοί ήταν ουτο­πικοί και ότι ποτέ δεν θα κατάφερναν να πάρουν την εξουσία· όπως είχαν κάνει αυτοί στη Ρωσία. Και, καθώς ακόμα δεν είχε αρχίσει ούτε ο σταλινι­σμός ούτε τα εγκλήματά του, πίστεψα με αθώο φα­νατισμό ότι η επανάσταση του προλεταριάτου θα κατέληγε να μεταφέρει τους ανθρώπους στο καθαρό σύμπαν που διέβλεπα στα μαθηματικά».

Το 1930, ξεσπά το πρώτο αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα και επιβάλεται η δικτατορία του στρατηγού Ουριμπούρου· ο Ερνέστο Σάμπατο, 19 χρονών πλέον, αναγκάζεται να μπει στην παρανομία διότι καταζητείται από το κράτος ως ακτιβιστής και γραμματέας της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Διακόπτει τις σπουδές του και καταφεύγει στην Αβεγιανέδα αλλάζοντας διαρκώς όνομα και κατοικία για να διαφεύγει από τους διώκτες του. Στο τέλος όπως ο ίδιος γράφει: «[…] οι απειλές και οι κίνδυνοι που μας παραμονεύανε ξέσπασαν πάνω στους μεγά­λους αρχηγούς των αναρχικών: τον Σεβερίνο Ντι Τζιοβάνι και τον Σκαρφό. […] αυτούς τους έπιασαν, λοιπόν, και πέθαναν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα φωνάζοντας: Viva la anarquia! Μια κραυγή που, ακόμα και σήμερα, εξήντα τόσα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να με συγκινεί».

Ο Σάμπατο ήθελε να σκέφτεται ελεύθερα χωρίς δογματισμούς, έτσι η ισορροπία με το κόμμα δεν άργησε να διαταραχθεί: «Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις με άλλους συντρόφους εγώ υποστήριζα πως η διαλεκτική ήταν εφαρμόσιμη σε πνευματικές καταστάσεις, αλλά όχι και σε αντικειμενικές, οπότε ο όρος «διαλεκτικός υλισμός» ήταν μια σκέτη αντί­φαση. Κάποιος που δεν γνωρίζει εις βάθος τη νοο­τροπία του στρατευμένου κομμουνιστή θα μπορού­σε να σκεφτεί ότι αυτό δεν ήταν κάτι σοβαρό […] όμως αυτά που υποστήριζα ήταν τότε πολύ παρακινδυνευμένα, γιατί ο μαρξισμός-λενινισμός ήταν κωδικοποιημένος κατά τρόπο απόλυτο και τελεσίδικο». Ο Σάμπατο θεωρείται αμφισβητίας και έτσι «Το Κόμμα –λέξη που γραφόταν πάντα με κεφαλαίο– προσφέρ­θηκε να με στείλει δύο χρόνια στο Λενινιστικό Σχολείο της Μόσχας, όπου κανείς γιατρευόταν ή κατέληγε σε κάποιο γκουλάγκ ή ψυχιατρικό άσυλο».

Ακολουθώντας, λοιπόν, τις εντολές του κόμματος, το 1935, τον βρίσκει να ταξιδεύει προς την Μόσχα, αφού πρώτα κάνει μια στάση στις Βρυξέλλες όπου παρακολουθεί το συνέδριο «Ενάντια στο Φασισμό και τον Πόλεμο» που διοργανώνεται και διεξάγεται κάτω από τον αυστηρό έλεγχο του κομμουνιστικού κόμματος. Μοιράζεται το δωμάτιο του ξενώνα όπου φιλοξενείται, με ένα από τα ηγετικά στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής της Γαλλικής Νεολαίας (που διακατέχεται από τυφλή υπακοή στη θεωρία και φυσικά στο Κόμμα) και συζητώντας, διαφωνεί μαζί του. «[…] τότε διέπραξα το θανάσιμο λάθος να εκδηλώσω τις αμφιβολίες μου πάνω στο φιλοσοφικό πρόβλημα του διαλεκτικού υλισμού…». Την επόμενη ημέρα προφασίζεται ασθένεια για να μην πάει στο συνέδριο και, όταν ο «σύντροφός» του απομακρύνεται, το σκάει με τρένο για το Παρίσι: «συνειδητοποίησα πως αν πήγαινα στη Μόσχα δεν θα ξαναγύριζα ποτέ […] Είχαν ήδη αρχίσει οι ‘‘εκκαθαρίσεις’’ της καταχθόνιας σταλινικής εξουσίας». Στο Παρίσι (τον βοηθούν ένας τροτσκιστής και ένας πρώην κομμουνιστής) όπου φιλοξενείται προσωρινά, κλέβει από ένα βιβλιοπωλείο το βιβλίο Μαθηματικής Ανάλυσης του Εμίλ Μπορέλ και ο παλιός του έρωτας για τα μαθηματικά επιστρέφει – «Θυμάμαι ακόμα εκείνο το παγωμένο χειμωνιάτικο σού­ρουπο, που διάβαζα τα πρώτα αποσπάσματα με το ρίγος του πιστού που ξαναμπαίνει στο ναό, μετά από μια μπερδεμένη περιπλάνηση γεμάτη βιαιότητα και αμαρτίες. Εκείνο το ιερό ρίγος προερχόταν από ένα μείγμα κατάπληξης, κατασταλαγμένης απόφα­σης και μιας γαλήνης που από καιρό το πνεύμα μου λαχταρούσε: το μαθηματικό σύμπαν με καλούσε στις πύλες του για δεύτερη φορά»…

Επιστρέφει στην Αργεντινή «ερείπιο πνευματικό» όπως γράφει ο ίδιος και συνεχίζει τις σπουδές του στο Φυσικομαθηματικό τμήμα. Το κλίμα με τους πρώην συντρόφους του είναι τεταμένο: «προετοιμαζόμουν σχεδόν καθημερινά για ν’ αντέξω στις επιθέσεις και τις ύβρεις για την προδοσία μου στον κομμουνισμό, ενώ στην πραγματικότητα είχε συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Και ο μεγάλος προδότης δεν ήταν άλλος από κείνο τον τερατώδη άνθρωπο, τον πρώην φοιτητή της θεολογίας που εξόντωσε όλους όσους έκαναν πραγματικά την επα­νάσταση. Ώσπου η χάρη του έφτασε και στο εξωτε­ρικό, στον ίδιο τον Τρότσκι, έναν από τους πλέον λαμπερούς και οξυδερκείς επαναστάτες πρώτης γραμμής που δολοφονήθηκε στο Μεξικό από τις σταλινικές τσεκουριές». Μιλώντας για τους πρώην συντρόφους του γράφει: «[…] παρ’ όλα αυτά έμειναν σιωπηλοί μπροστά στις φρικαλεότητες του σοβιετικού καθεστώτος, τα βασανιστήρια και τις δολοφονίες που, όπως γίνεται συνήθως, διαπράχτηκαν στο όνομα των μεγάλων ιδανικών της ανθρωπότητας. […] αυτοί όμως παρέμειναν σιωπηλοί, ενώ μπορούσαν και όφειλαν να πουν τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς το φόβο να χαρακτηριστούν «διαφωνούντες» […] γιατί δεν υπάρχουν καλές και κακές δικτατορίες, όλες το ίδιο απεχθείς είναι· όπως, επίσης, δεν υπάρχουν επώδυνα και ανώδυνα βασανιστήρια. Και ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό δεν θα έπρεπε να στέκεται γι’ αυτούς εμπόδιο στην αποκήρυξη πράξεων που στρέφονται κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όποιο κι αν είναι το όνομα της ιδεολογίας που, υποτίθεται, πως τις αιτιολογεί. […] πόσο διαφορετικά θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν ο “ουτοπικός σοσιαλισμός” δεν καταστρεφόταν από τον “επιστημονικό σοσιαλισμό” του Μάρξ!».

Το 1936 τελειώνοντας το διδακτορικό του στο Φυσικομαθηματικό τμήμα, κερδίζει μία υποτροφία και μεταβαίνει (μαζί με την σύντροφό του και τον μικρό τους γιο) στο Ερευνητικό Εργαστήριο Κιουρί στο Παρίσι.

Στο Παρίσι την ημέρα εργάζεται ανάμεσα σε ηλεκτρόμετρα και δοκιμαστικούς σωλήνες και το βράδυ συναντάται και ξενυχτά με την «παρέα» του Μπρετόν, τους, όπως ο ίδιος ονομάζει, «παραληρηματικούς υπερρεαλιστές» – «Αν μη τι άλλο, η υψηλότερη αξία του υπερρεαλισμού ήταν το ότι μας επέτρεψε να εξερευνήσουμε πέρα από τα όρια ενός υποκριτικού ορθολογισμού και το ότι μέσα στην τόση ψευτιά μάς πρόσφερε έναν πρωτόγνωρο τρόπο ζωής».

Το 1939 πηγαίνει στις ΗΠΑ όπου συνεχίζεται η υποτροφία του στο Massachusetts Institute of Technology (MIT) στην Βοστώνη. Την επόμενη χρονιά επιστρέφει στην Αργεντινή και διδάσκει «Κβαντική Θεωρία και σχετικότητα» στο Πανεπιστήμιο της La Plata.

Το ξέσπασμα, όμως, του Β΄ παγκοσμίου πόλεμου δημιουργεί στον γεμάτο ανθρωπιά Ερνέστο προβληματισμούς καθοριστικής σημασίας: Η τεχνολογία που βασίζεται στην φυσικό-χημεία είναι αυτή που, κυρίως, χρησιμοποιείται για τους πολεμικούς εξοπλισμούς. Αυτό τον κάνει να χάσει την πίστη του στην επιστήμη και να στραφεί στο πρώτο του πάθος: το γράψιμο. – «Η απόφαση πάρθηκε μέσα μου, έπρεπε όμως να ριχτώ στη μάχη ενάντια σε κείνους που με προκαλούσαν με σπουδαία πόστα και με γονάτιζαν με τη βεβαιότητα του σπουδαίου χρέους που υποτίθεται πως όφειλα στη Φυσική» – «Εκείνη η επιστήμη που θα έδινε λύση σε όλα τα φυσικά και μεταφυσικά προβλήματα του ανθρώπου συνέβαλε στο να διευκολύνει τη συγκέντρωση των γιγάντιων κρατών, να πολλαπλασιάσει την καταστροφή και το θάνατο με τα ατομικά μανιτάρια και τα σύννεφα της αποκάλυψης (από το βιβλίο του Σάμπατο, Αντίσταση)».

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το 1943 εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο και πηγαίνει να ζήσει με τη γυναίκα και τον γιο του στην οροσειρά της Κόρδοβα – «Πήγα να ζήσω στα βουνά της Κόρδοβα, σ’ ένα ράντσο χωρίς τρεχούμε­νο νερό και ηλεκτρικό, στην περιοχή του Παντανίγιο. Κάτω από την απεραντοσύνη του έναστρου ου­ρανού ένιωσα ένα είδος γαλήνης», «Όταν γύρισα στο Μπουένος Άιρες μετά από κεί­νο το διάστημα στα βουνά της Κόρδοβα, η οικονο­μική μας κατάσταση ήταν πολύ κρίσιμη. Η ζωή δεν ήταν εύκολη και υποχρεωθήκαμε να πουλήσουμε ορισμένους πίνακες μιας κάποιας αξίας, ενώ περι­μέναμε να βρω κάποια δουλειά που θα μας επέτρε­πε να επιζήσουμε. Εξοικονόμησα μερικά χρήματα παραδίδοντας μαθήματα και κάνοντας μεταφράσεις για τις οποίες με πλήρωναν αθλιότατα…».

Το 1945 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, «Το ον και το σύμπαν», και το 1948 το πρώτο του μυθιστόρημα «Το Τούνελ» το οποίο αναγνωρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της Αργεντίνικης λογοτεχνίας. Ακολουθούν μια σειρά δοκιμίων και μυθιστορημάτων μεταξύ των οποίων «Άνθρωποι και Γρανάζια», «Περί ηρώων και τάφων», «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» και άλλα. Το 1984 ορίζεται επικεφαλής επιτροπής που ερευνά τα εγκλήματα που διέπραξε στην Αργεντινή το δικτατορικό καθεστώς του Βιντέλα την δεκαετία του 1970, κατά την διάρκεια του οποίου χιλιάδες άνθρωποι εξαφανίστηκαν. Εκδίδεται πόρισμα με τίτλο «Ποτέ ξανά» και μετά από αυτές τις αποκαλύψεις οι στρατηγοί οδηγούνται σε δίκη.

Τα έργα του αποσπούν πολλά διεθνή βραβεία και θεωρείται, μαζί με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο μεγαλύτερος Αργεντινός συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Πριν το Τέλος»:

«Δυστυχώς, σε αυτούς τους καιρούς έχει χαθεί πλέον η αξία του λόγου, έχει εκπορνευτεί επίσης και η τέχνη, αλλά και η γραφή έχει εκφυλιστεί σε μία πράξη ανάλογη με κείνην του να κόβεις μονέδα».

«Γίνεται λόγος για τα επιτεύγματα αυτού του συστήματος του οποίου το μοναδικό θαύμα υπήρξε το ότι συγκέντρωσε στο ένα πέμπτο του πληθυσμού της γης πάνω από το ογδόντα τοις εκατό του πλούτου, ενώ το υπόλοιπο, το μεγαλύτερο κομμάτι του πλανήτη, πεθαίνει από την πείνα μέσα στην αθλιό­τερη μιζέρια. Θα ’πρεπε ίσως να προβληματιστούμε ως προς την αντίληψή μας σχετικά με το νεοφιλε­λευθερισμό, ο οποίος στην πράξη ουδεμία σχέση έχει με την ελευθερία. Αντιθέτως, χάρη στην απέραντη οικονομική τους επιφάνεια, τους μηχανισμούς προπαγάνδας και τις οικονομικές δαγκάνες, τα ισχυρά κράτη μοιράζονται μεταξύ τους την κυριαρχία του πλανήτη».

«Κι όταν στο δρόμο βλέπω τόσα μικρομάγαζα σφραγισμένα ή όταν οι γείτονες με σταματάνε για να μου πουν πως δεν θα μπορέσουν να συνεχίσουν να συντηρούν πια το εργαστήρι του, γιατί δεν τους αποδίδει ούτε τα απαραίτητα για να πληρώσουν τους φόρους, συλλογίζομαι τη διαφθορά και την αναλγησία που ενυπάρχει σε όλη αυτήν τη χυδαία σπατάλη και την ανήθικη αφθονία που απολαμβάνουν κάποια ελάχιστα άτομα· και έχω την αίσθηση ότι γινόμαστε μάρτυρες της βαθιάς έκπτωσης ενός κόσμου όπου, από τη στιγμή που η απόγνωση γιγαντώνεται, αυξάνεται και ο εγωισμός και το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ενώ, λοιπόν, οι πιο άτυχοι πνίγονται στα βαθιά νερά, σε κάποια γωνία, κάνοντας τους εντελώς ανυποψίαστους για την καταστροφή, στο κέντρο ενός χορού μεταμφιεσμένων, οι άνθρωποι της εξουσίας εξακολουθούν να χορεύουν, σκασμένοι στα γέλια από τις ίδιες τους τις χοντράδες».

Αναρχία και Ζωή

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 167, Ιανουάριος 2017
Both comments and trackbacks are currently closed.