Ο Γάμος της Γιαννούλας, η Τσικνοπέμπτη και οι κούφιες «παραδόσεις»

Τσικνοπέμπτη, λοιπόν, σήμερα. Θα γεμίσουν τα ψητοπωλεία και οι ταβέρνες, θα στάξει άφθονο το λίπος από τις ψησταριές στα κάρβουνα. Όλα αυτά για ένα έθιμο. Άραγε τι νόημα έχει αυτό το έθιμο την εποχή που κάθε μέρα είναι Τσικνοπέμπτη; Το συγκεκριμένο έθιμο είναι μια περίτρανη απόδειξη ότι πάρα πολλές παραδόσεις, ήθη και έθιμα υπάρχουν σήμερα στις «παγκοσμιοποιημένες» κοινωνίες μόνο ως κατ’ επίφαση, μόνο ως αδειανά κουστούμια. Υπάρχουν ως ψέματα από την εξουσία ώστε να μπορεί ο καθένας να νομίζει ότι ορίζει την ταυτότητά του μέσα απ’ αυτά, ενώ ουσιαστικά να ζει χωρίς καμμιά ταυτότητα.

Ένα έθιμο που προέρχεται από εποχές όπου οι άνθρωποι είχαν αρκετά σπάνια το κρέας στην διατροφή τους και τις πιο πολλές φορές που συνέβαινε ήταν συνήθως για γιορτή ή από μόνο του ήταν ένα γιορτινό γεγονός. Εποχές όπου η σφαγή ενός ζώου ήταν σημαντική και έφτανε να θρέψει μια οικογένεια για πολλούς μήνες. Έτσι λοιπόν η Τσικνοπέμπτη είχε το νόημα της γιατί ήταν η τελευταία Πέμπτη όπου κάποιος μπορούσε να φάει κρέας μέχρι την ημέρα του Πάσχα. Ασφαλώς και πρόκειται για θρησκευτικό έθιμο που για κάποιους ανάγεται στην αρχαιότητα, αλλά δεν παύει να χαρακτήριζε και ένα κοινοτικό τρόπο ζωής όπου τέτοιες κοινωνικές πρακτικές είχαν το νόημά και την ιστορία τους. Ασχέτως λοιπόν εάν μπορεί να διαφωνούμε με τις παραπάνω πρακτικές δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις αλήθειες και την σημασία που είχαν για τις κοινότητες των ανθρώπων. Αυτά τα στοιχεία απέχουν παρασάγγας από τις σημερινές εποχές όπου με πρόσχημα ένα έθιμο που είναι πλήρως αποκομμένο από κοινωνικές λειτουργίες και νοήματα έχει μεταμορφωθεί σ’ άλλη μια μέρα όπου ο καθένας μπορεί να φάει κρέας.

Έτσι, λοιπόν, η εξουσία δημιούργησε τον νεωτεριστικό όρο «παράδοση» ώστε να εξηγεί όλες εκείνες τις κοινωνικές πρακτικές που κάποτε είχαν την λειτουργία τους στις κοινότητες των ανθρώπων χωρίς να έχουν την ανάγκη να προσδιορίζονται ως «παραδοσιακές».

Ο Γάμος της Γιαννούλας της Κουλουρούς

Μια άλλη πτυχή των «παραδόσεων» είναι και αυτή της σύγχρονης επινόησης τους καθώς και η διακοπή τους λόγω κοινωνικών μεταβολών. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο «Γάμος της Γιαννούλας της Κουλουρούς» κάθε Τσικνοπέμπτη στην Πάτρα. Πρόκειται για πραγματική ιστορία που μετατράπηκε σε «παράδοση». Το εφευρεμένο αυτό δρώμενο της Τσικνοπέμπτης δεν το γνώριζαν αρκετοί μέχρι να ξεσπάσει η συζήτηση για τον εκφοβισμό και την διαπόμπευση, το λεγόμενο bulling. Με το που ξεκίνησε αυτή η συζήτηση το δρώμενο, που γινόταν για τριάντα χρόνια, χωρίς κανείς να ενοχλείται, στοχοποιήθηκε και δεν ήταν κοινωνικά αρεστό. Αυτό που κάποτε φάνταζε διασκεδαστικό σήμερα προκαλεί απέχθεια και πάει λέγοντας.

Η Γιαννούλα γεννήθηκε στην Πάτρα το 1868. Ήταν φτωχή και πουλούσε κουλούρια για να ζήσει. Από το 1914 και για δεκαπέντε περίπου χρόνια κάθε Φεβρουάριο επί ευκαιρία των απόκρεω, οι Πατρινοί την πείθουν ότι θα την παντρέψουν, την ντύνουν, την στολίζουν, αλλά ο γαμπρός ή δεν εμφανίζεται ποτέ ή τον συλλαμβάνει η αστυνομία στον δρόμο. Κάποιες φορές την πείθουν ότι ο αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον είναι συγγενείς της και τις δίνει πολλά λεφτά  ώστε να παντρευτεί όποιον θέλει. Αλλά όταν η Γιαννούλα παίρνει στα χέρια της τα λεφτά την κλέβουν. Άλλοτε ο ίδιος ο Ουίλσον τις στέλνει ερωτικές επιστολές και την καλεί να παντρευτούν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η Γιαννούλα κατέληγε να κλαίει και να θρηνεί για την ατυχία της και οι Πατρινοί που συμμετείχαν στις φάρσες να γελάνε με την καρδιά τους. Το 1930 πεθαίνει ο άνθρωπος που εμπιστεύεται και την παραμυθιάζει και έτσι δεν τελέστηκαν άλλοι «γάμοι». Η Γιαννούλα πεθαίνει στην γερμανική κατοχή μόνη φτωχή και πεινασμένη, όπως και πολλοί Πατρινοί, στο σπίτι της.

Η παραπάνω πραγματική ιστορία διαπόμπευσης έγινε επίσημο δρώμενο στο Πατρινό Καρναβάλι το 1988. Οι γάμοι κράτησαν τριάντα χρόνια όπου με την συζήτηση περί bulling και τον θάνατο του Γιακουμάκη στα Ιωάννινα το νεωτεριστικό και κατασκευασμένο δρώμενο του «Γάμου της Γιαννούλας» μοιραία καταργήθηκε. Πέρυσι παίχτηκε για τελευταία φορά και φέτος αντικαταστάθηκε από το «Γάμο του Καραγκιόζη». Για τριάντα χρόνια, κάθε Τσικνοπέμπτη η Γιαννούλα ξαναζούσε την ίδια κοροϊδία, για τριάντα χρόνια ο κόσμος συνέχιζε να γελάει και να διασκεδάζει μαζί της, για τριάντα χρόνια ντυνόταν νύφη και την άλλη μέρα συνέχιζε να πουλάει κουλούρια, τριάντα χρόνια συνέχιζε να είναι φτωχή και γύριζε μόνη της σπίτι κλαίγοντας για τον κόσμο που έτυχε να γεννηθεί. Όλοι όσοι κάποτε την διαπόμπευαν και αισθάνονταν ισχυροί μπροστά στην αδύναμη Γιαννούλα δεν έμειναν στην ιστορία και το πέρασμά τους από αυτό τον κόσμο σκόρπισε στο χρόνο. Η αδύναμη Γιαννούλα, όμως, κατάφερε να μείνει ζωντανή.

Ελευθερόκοκκος

Both comments and trackbacks are currently closed.