Μικρή εἰσαγωγή στήν σημασία τῆς γλώσσης

«Τά λόγια ἵπτανται, τά γραπτά μένουν»
«Ἔπεα πτερόεντα»(=λόγια πτερωτά, πού πετοῦν), Ὁμήρου, Ἰλιάς, Α, 201.

Τεκμήρια γραφῆς καί χρήσεως τῆς ὁμιλίας

Το Χαλκιδικό Αλφάβητο

Πρίν προχωρήσωμεν στήν ἀνάλυσιν τῶν θεμάτων, πού ἔχουν σχέσι μέ τήν γλῶσσα θά κάμνωμεν ὁρισμένες ἐπισημάνσεις.

Λέγεται ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἑνιαία. Παρ’ ὅτι ὑπάρχει μεγάλη δόσις ἀληθείας εἶναι χρήσιμον νά εἰπωθῆ ὅτι στόν ἑλλαδικό χῶρο τά γλωσσικά ἰδιώματα πού ὠμιλοῦντο κατά τήν ἀρχαιότητα ἦταν περισσότερα τοῦ ἑνός. Ἑπομένως, τό ἑνιαῖο συνυπάρχει μέ τήν πολυμέρεια. Εἶναι χαρακτηριστικόν ὅτι μία σειρά ἀπό διαλέκτους ἤ γλῶσσες κατετάχθησαν ὡς ὑποδιαιρέσεις αὐτοῦ πού ὀνομάζεται Ἑλληνική. Ὑπάρχει, μάλιστα, μία ἰδιαιτέρως λεπτομερής καταγραφή αὐτῶν τῶν διαλέκτων.

Ἐν τούτοις, μετά ἀπό ἔρευνες, ἔχει ἐξακριβωθεῖ ὅτι παρά τίς διαφορές, οἱ ὁποῖες ὑπῆρχαν μεταξύ τῆς Ἰωνικῆς καί τῆς Ἀττικῆς ἤ τίς ἰδιαιτερότητες τῆς Ἀχαϊκῆς (Αἰολικῆς), ὁ κορμός τῆς γλώσσης ἦταν ἑνιαῖος. Αὐτό τό συμπέρασμα προφανῶς καί δέν ὀφείλεται σέ κάποιου εἴδους κατασκευή, ἀλλά σέ μίαν πραγματικότητα τήν ὁποίαν ὀφείλομεν νά ἀναγνωρίσωμεν.

Εἶναι αὐτονόητον ὅτι ὅλες αὐτές οἱ ἔρευνες καί τά συμπεράσματα βασίζονται καί ὀφείλονται σέ γραπτά κείμενα πού προέρχονται ἀπό διάφορες πηγές. Σχετικῶς μέ αὐτές τίς πηγές ἔχει ἐκφρασθεῖ κατά καιρούς ὁ ἰσχυρισμός ὅτι ἡ γλῶσσα πού ἔφθασε ἕως ἐμᾶς εἶναι αὐτή τῆς λογοτεχνίας καί τῶν ἐπιγραφῶν, ἐνῶ οἱ πληθυσμοί τῶν διαφόρων περιοχῶν ὁμιλοῦσαν «φυσικά καί ἀβίαστα». Εἶναι σαφές ὅτι ὑπῆρχε, ὑπάρχει καί θά ἐξακολουθεῖ ἐπί μακρόν νά ὑφίσταται, διαφορά μεταξύ τοῦ γραπτοῦ καί τοῦ προφορικοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖον ἐκφράζονται οἱ ἄνθρωποι. Ὅμως, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν δυό γλῶσσες, ἡ «φυσική ἤ ἀβίαστος» καί ἡ «ἀφύσικη ἤ ἐξαναγκαστική».

Ἐκεῖνο τό ὁποῖον ἔχει σημασία εἶναι πώς ὑπάρχει ἡ γραπτή ἱστορία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία βασίζεται στά «ἐξαναγκαστικά» κείμενα καί δευτερευόντως στήν προφορική παράδοση, ἡ ὁποία φέρει στούς ὤμους της σωρεία μετατροπῶν καί στρεβλώσεων καί ὡς ἐκ τούτου καθίσταται ἀδύνατος ἡ διακρίβωσις τῶν περιγραφομένων, με τρόπον ὥστε νά ἐξαχθῆ ἕνα ἀσφαλές συμπέρασμα περί τῆς φύσεως καί τῆς ὑποστάσεώς τους. Τίς οἶδε πῶς θά ἦσαν στίς ἡμέρες μας τά Ὁμηρικά Ἔπη ἐάν δέν κατεγράφοντο.

Ἄλλωστε, στήν καθομιλουμένην ὑπάρχουν διάφοροι τρόποι ἐκφράσεως, οἱ ὁποῖοι ἀκουστικῶς δέν ἀποδίδουν ἐννοίας, ἀλλά ἕναν ἡμιτελῆ τρόπον ἐπικοινωνίας ὁ ὁποῖος λόγω τῆς ἀοριστίας του χρειάζεται νά συνοδευθῆ ἀπό τίς κατάλληλες κινήσεις, οὕτως ὥστε νά γίνει κατανοητό τό τί ζητᾶ ἤ τί θέλει νά πεῖ ὁ ἐκφραζόμενος. Ἐπί παραδείγματι λέγεται: «Πιᾶσε αὐτό ἐκεῖ». Προκειμένου νά γίνει κατανοητή ἡ φράσις θά πρέπει νά συνοδευθῆ ἀπό τήν κατάλληλη κίνησιν πού νά ὑποδεικνύει τό ἀντικείμενον, καθώς καί τό σημεῖο στό ὁποῖον εὑρίσκεται αὐτό.

Στήν προφορική ὁμιλία, λοιπόν, ἡ ἐλευθεριότης ἀδυνατεῖ νά ἀποδώσει μέ σαφήνεια καί ἀκρίβεια αὐτό τό ὁποῖον προσπαθεῖ νά ἐκδηλώσει ὁ ὁμιλῶν. Ὑπάρχει, δηλαδή, μία ἔλλειψις ἐννοίας πού νά συνδέει τόν ὁμιλοῦντα μέ τόν ἀκούοντα καί συνεπῶς χρειάζεται ἡ ὑπόδειξις τοῦ ἀντικειμένου –«αὐτό»– καί τοῦ χώρου-σημείου στό ὁποῖο εὑρίσκεται –«ἐκεῖ»– γιά νά ἀποκτήσει ἡ φράσις ἕνα κάπως συγκεκριμένο νόημα. Βεβαίως, καί πάλιν –κυριολεκτῶντες– τό ρῆμα «πιᾶσε» εἶναι σαφές πώς ἔχει διαφορά ἀπό τό «δῶσε» ἤ τό «φέρε» (ἐάν πράγματι κάποιο ἀπό αὐτά τά ρήματα ὑπονοεῖται). Διαπιστώνομεν, ἑπομένως, πώς ἡ ὁμιλία εἶναι ὁ κοινός ἐν χρήσει λόγος, αὐτός, δηλαδή, ὁ ὁποῖος διατυπώνεται σέ ἕνα ὁρισμένο σύνολο συναναστρεφομένων ἀνθρώπων. Ἑπομένως, εἶναι ἕνα ἰδίωμα τῆς γλώσσης τό ὁποῖον ἐάν ἀποτυπωθεῖ γραπτῶς, ὅπως ἐκφράζεται, εἶναι δύσκολο νά κατανοηθῆ ἀπό τρίτους.

Ὑπάρχει, ἐν τούτοις, διαφορά μεταξύ αὐτοῦ τοῦ ἰδιώματος καί τοῦ ἰδιαίτερου κώδικος τόν ὁποῖον συνθέτουν ὁρισμένα ἄτομα προκειμένου νά ἀνταλλάσσουν μεταξύ τους λέξεις πού δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθοῦν ἀπό τρίτους. Στήν περίπτωσιν αὐτήν δέν ἔχομεν ἕναν ὅμιλο, ἀλλά ἕναν περιορισμένον κύκλο ἀτόμων οἱ ὁποῖοι ἔχουν συναποφασίσει νά συνδιαλλέγονται μέ αὐτόν τόν τρόπο, ἐπειδή γιά διαφόρους λόγους δέν ἐπιθυμοῦν νά γίνονται κατανοητά τά ὅσα λέγουν, ἀπό ὅσους δέν γνωρίζουν τό κλειδί πού ἀποκαλύπτει τίς φράσεις πού λέγονται ὑπό τήν κάλυψιν τοῦ κώδικος.

Ὅλες οἱ γλῶσσες καί οἱ διάλεκτοι πού ὑπάρχουν στόν πλανήτη χαρακτηρίζονται, κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον, ἀπό ἀνάλογες διαφοροποιήσεις οἱ ὁποῖες αὐξάνονται ἤ ἐλαχιστοποιοῦνται, ἀναλόγως τῆς πληθυσμιακῆς καταστάσεως, των συγκυριῶν ἤ τῶν διαμορφωμένων καταστάσεων. Ἐδῶ, λοιπόν, ὑπάρχουν κάποιοι κανόνες, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζονται μέ βάσιν τήν ἤδη ὑπάρχουσα γλῶσσαν ἤ ἰδίωμα.

Ὑπάρχει μία διαδεδομένη ἄποψις συμφώνως προς την ὁποίαν οἱ γλῶσσες δέν εἶχαν κατά τήν δημιουργίαν τους κανόνες. Αὐτή, ὅμως, εἶναι υπό ἀμφισβήτησιν. Ἐπειδή εἶναι σαφές πώς δέν ὑπῆρχαν οἱ κανόνες τῆς γλώσσης ὅπως διεμορφώθησαν ἀργότερα, ἀλλά ἡ δημιουργία τῆς γλώσσης, τῆς κάθε γλώσσης, ὑπήχθη σέ ἄλλες ὁδηγίες καί καταστάσεις οἱ ὁποῖες ὑποκρύπτουν κανόνες. Πρόκειται γιά τήν σύνθεσιν ὅλων τῶν ψυχικῶν, πνευματικῶν, βιολογικῶν καί περιβαλλοντολογικῶν συνθηκῶν οἱ ὁποῖες συνέτειναν σύν τῶ χρόνω στήν ἠχητικήν ὁλοκλήρωσιν τῶν φθόγγων σέ λέξεις, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν συνάρτησιν ὅλων ὅσων προανεφέρθησαν. Ὅμως, οἱ λέξεις, οἱ φθόγγοι πού ἔλαβαν μίαν ὁρισμένη σειράν μέ τήν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνοντο ἀποτελοῦν τόν συγκεκριμένον τρόπον ἐκφράσεως ἑκάστης ὁμάδος ἀνθρώπων τῆς πρωΐμου ἀνοίξεως τῆς ἀνθρωπότητος.

Αὐτός ὁ τρόπος τῆς μεταξύ τους σύν-ἐννοήσεως ὑπῆρξε ἕνα γιγαντιαῖο βῆμα, πού μετέπειτα δημιούργησε καί πάρα πολλά προβλήματα, λόγω τῶν παρεμβάσεων τῶν ἑκάστοτε ἐξουσιῶν.

Ἐρχόμαστε, τώρα, στό ζήτημα τῶν κανόνων. Ἀκούγεται καί ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι κατασκεύασμα τοῦ κράτους καί τῶν ἐξουσιαστῶν. Ἑπομένως, τό δίλλημα πού τίθεται εἶναι κατά πόσον θά ἀκολουθήσωμεν τούς δρόμους πού ἐχαράχθησαν ἀπό τήν ἐξουσία ἤ θά κατασκευάσωμεν δικούς μας δρόμους ἐπικοινωνίας. Πρίν ὅμως ἐπιλεγῆ κάποιος δρόμος, ἄς ἐξετασθῆ ὁ τρόπος μεταδόσεως καί ἐμπεδώσεως τῶν λέξεων. Εἶναι φανερόν ὅτι ἡ συνεννόησις συμπεριελάμβανε ἕνα συνδυασμό ἤχων καί σαφῶν προσδιορισμῶν τῶν ἐννοουμένων πραγμάτων καί συναισθημάτων, ὁ ὁποῖος ἐσχετίζετο μέ τήν ἀποτύπωσιν τόσο στόν ἐγκέφαλον ὅσον καί στόν ἐξωτερικόν κόσμον· ἡ εἰκόνα πού εἶχε γίνει ἀντικείμενον ἐπεξεργασίας, ἄρχισε νά ἀποτυπώνεται καί μέ ἕνα συγκεκριμένον τρόπον, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ τήν γραφή. Δέν ὑπάρχει πρόθεσις νά ἀκολουθηθῆ, ἐδῶ, αὐτή ἡ ἐκτεταμένη πορεία πού κατέληξε στήν χρῆσιν τῶν γραμμάτων. Ἐκεῖνο, ὅμως, τό ὁποῖον θά πρέπει νά καταχωρηθῆ καί στήν δική μας μνήμη εἶναι ὅτι ἡ ἐπανάληψις εἶναι τό καθοριστικόν τῆς ἐμπεδώσεως τῆς ἀπό κοινοῦ γνώσεως. Ἡ αὔξησις τοῦ λεξιλογίου, ὁ περιορισμός τῆς νομαδικῆς συμβιώσεως μέ τήν μόνιμη ἐγκατάστασι σέ διάφορους χώρους καί ἡ ἀριθμητική αὔξησις τῶν ὁμάδων συνέβαλαν βαθμιαία σέ μία ἀκόμη μεγαλύτερη διεύρυνσιν καί ἐπεξεργασίαν ἐννοιῶν. Θά ἦταν ἀνεπαρκές νά ὑποστηριχθῆ ὅτι οἱ κανόνες τῆς γλώσσης κατεσκευάσθησαν, ἐνῶ θά ἦταν σύμφωνον μέ τήν πραγματικότητα νά εἰπωθῆ ὅτι ἔγιναν κατανοητοί βαθμιαία, ἀπό τήν κάθε ὁμάδα ἀνθρώπων καί μέ μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, τόσον σέ σχέσι μέ τόν χρόνον πού ἐχρειάζετο ὥστε νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ γλωσσικές καί ἐκφραστικές διεργασίες ὅσον καί σέ σχέσι μέ τά τοπικά καί φυλετικά χαρακτηριστικά τους.

Ἑπομένως, τό νά λέγεται καί νά χρησιμοποιεῖται τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι κατασκεύασμα τῶν ἐξουσιαστῶν ἐκφράζει μίαν ἄποψιν ἡ ὁποία δέν ἀντιστοιχεῖ πρός τήν ἀλήθεια.

Βεβαίως, οἱ ἐπεμβάσεις τῶν ἐξουσιαστῶν ὑπῆρξαν μεταγενέστερα καί ἀφοροῦν κυρίως τό διάστημα τῶν τελευταίων δυό χιλιάδων ἐτῶν, ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑλληνική γλῶσσα, ἀλλά δέν ὑπάρχει σχέσις μέ τήν δημιουργικήν ἀνακάλυψιν τῶν κανόνων· αὐτή ἀφορᾶ μίαν διεργασίαν εὐρύτερης κατανοήσεως τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖον ἀνεπτύχθη ἡ ἐκφραστικότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἄλλωστε, ὅπως ἐλέχθη, αὐτή ἡ ἀνακάλυψις ἐπροηγήθη κατά πολύ τῆς συγκροτήσεως τῶν εξουσιαστικών σχέσεων ἐντός τῶν ἀνθρωπίνων ὁμάδων.

Ἕνα σημεῖον πού θά πρέπει νά ληφθῆ ὑπ’ ὅψιν σέ σχέσι μέ τήν ἑλληνική γλῶσσαν εἶναι ἡ πολυμορφία καί ὁ πλοῦτος τῶν διατυπουμένων ἐννοιῶν. Ἑπομένως, εἶναι ἕνα πολύ ἰσχυρό ἐκφραστικό μέσο. Αὐτό δέν σημαίνει πώς θά πρέπει νά τήν ἀναδείξωμεν ὡς ὑπέρτατη πάντων ἐπειδή μέ αὐτό τόν τρόπο δέν λύεται κάποιο πρόβλημα. Ὃπως καί κάθε ἄλλη γλῶσσα ἔχει ἀκολουθήσει μία διαδρομή μέσῳ τῆς ὁποίας γίνεται κατανοητόν πώς ἔχει μίαν ἀξιοζήλευτον θέσιν.

Σ’ αὐτό ἀκριβῶς τό σημεῖο χρειάζεται νά εἰπωθῆ ὅτι δέν ἔχει καμμία σημασία ὁ ἀριθμός τῶν λέξεων μίας γλώσσης. Λέγεται ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα ἔχει κάποιες ἑκατοντάδες χιλιάδες λέξεις καί πλέον τοῦ 1.500.000 λεκτικούς τύπους. Αὐτό συνάγεται ἀπό τήν ἀποθησαύρισιν λημμάτων μέχρι καί τό 1500 μ.χ. Ὅμως, οὔτε αὐτό ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη σημασία. Ἡ ἑλληνική γλῶσσα, μία ἀπό τίς ἀρχαιότερες γλῶσσες στόν κόσμο, ἐννοεῖται πώς ἀποτελεῖ πηγή δανεισμοῦ καί ἐμπλουτισμοῦ τῶν μεταγενέστερα δημιουργηθεισῶν ἤ κατασκευασθεισῶν γλωσσῶν. Ὁμιλοῦμε γιά κατασκευασθεῖσες γλῶσσες ἐπειδή ὑπάρχουν γλῶσσες οἱ ὁποῖες δέν ἔχουν ἀκολουθήσει τήν πορεία τήν ὁποίαν ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀλλά συνεδέθηκαν μέ μίαν ἤδη ὑπάρχουσα γλωσσικήν κατάστασι. Ἐπί παραδείγματι, ἡ Λατινική γλῶσσα ἐχρησιμοποίησεν τό Χαλκιδικόν ἀλφάβητο, ἐνῶ κατά τήν σύγχρονην ἐποχήν κατεσκευάσθη, πρίν ἀπό 130 χρόνια, ἡ γλῶσσα Ἐσπεράντο.

Ἐπειδή ἕνας μεγάλος ἀριθμός τοῦ παγκοσμίου πληθυσμοῦ κάνει χρῆσιν τῆς ἀγγλικῆς γλώσσης προκειμένου νά πραγματοποιήσει τήν «τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψιν», πού συνιστᾶ ὁ Ἐπίκτητος, καί μέ δεδομένη τήν λατινογραφήν τοῦ ἀγγλικοῦ ἀλφαβήτου, ἀλλά καί τήν χρῆσιν πολλῶν λέξεων ἀπό τήν λατινικήν, προσπαθοῦν νά κατανοήσουν τήν σημασίαν μίας λέξεως προσφεύγοντες στήν γλῶσσαν τῶν Ρωμαίων. Τά παραδείγματα πού θά μποροῦσαν νά ἀναφερθοῦν εἶναι πάρα πολλά…

Ἡ ἀγγλική γλῶσσα, ἐπίσης, συμπληρώνεται, ἀπό λέξεις ἄλλων γλωσσῶν, ἀφοῦ εἶναι δεδομένη ἡ πενία της. Αὐτή ἡ πενία εἶναι πού τήν ἔκανε, ἀρχικά, ἰδιαίτερα ἑλκυστική γιά τήν ἐκμάθησίν της, ἀλλά εἶναι διαπιστωμένον πώς ἐν συνεχείᾳ ἐδημιουργήθησαν πολλά προβλήματα στόν τρόπο ἀποδόσεως καί σαφοῦς κατανοήσεως πολλῶν ἐννοιῶν. Αὐτό ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τόν δανεισμόν πολλῶν λέξεων ἀπό ἄλλες γλῶσσες καί ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἑλληνική. Ἀρκετοί εἶναι αὐτοί πού προτάσσουν τήν γνώμη ὅτι τά ἀγγλικά εἶναι γλῶσσα ἡ ὁποία «δουλεύεται» πολύ. Αὐτό δέν σημαίνει τίποτε. Τό ἴδιο καλά –καί ἐνδεχομένως πληρέστερα– δουλεύεται καί ἡ λατινική. Ὅμως, καί στίς δυό περιπτώσεις ἔχομεν γλωσσικές προσθῆκες ἀπό γλωσσολόγους οἱ ὁποῖοι προφανῶς δέν μποροῦν νά ὑποκαταστήσουν, οὔτε νά ἀντικαταστήσουν τήν δημιουργικότητα τῶν ἀνθρωπίνων ὁμάδων.[1] Ἀπό τήν ἄλλη, ἕνας μεγάλος ἀριθμός τοῦ παγκόσμιου πληθυσμοῦ ζεῖ κάτω ἀπό συνθῆκες πού δέν ἐπιτρέπουν τήν φυσική ἀνάδειξιν τῆς γλωσσικῆς δυναμικῆς μέ τήν ὁποίαν ἀναδεικνύονται, πλάθονται καί συντίθεται φθόγγοι καί λέξεις. Ἑπομένως, τό γεγονός ὅτι γλωσσολόγοι[2] συμπληρώνουν τίς ἐν χρήσει γλῶσσες, σημαίνει πολύ ἁπλά ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη φυσική δημιουργία τίθεται ἑκποδών[3] καί ἀντικαθίσταται μέ τεχνικές διαδικασίες.

«Ἡ γλῶσσα, ὅμως, ἐπηρεάζει εὐθέως τήν ἐπαφήν τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτό του καί τό περιβάλλον του. Γιά παράδειγμα, στήν Ἑλληνική ὅπου, λόγω δομῆς, οἱ ἴδιες οἱ λέξεις ἐμπεριέχουν καί τό νόημα, δημιουργεῖται μία ἄμεση ἀντίληψη τοῦ περιβάλλοντος καί τῶν ἐννοιῶν διά τῶν λέξεων. Αὐτή εἶναι πολύ μεγάλη διαφορά ἀπό λέξεις οἱ ὁποῖες δέν σημαίνουν τίποτα ἀλλά ἀναπαριστοῦν ἀφηρημένα κάτι, λέξεις στίς ὁποῖες κανείς δέν μπορεῖ νά βρῆ τήν σύνδεσή τους μέ τήν πραγματικότητα. Ἐπειδή, οἱ ἄνθρωποι, πρῶτα κατανόησαν βαθιά τό περιβάλλον τους καί αὐτή ἡ κατανόηση «σφραγίστηκε» μέσα στίς ἴδιες τίς λέξεις».[4]

Παρεμπιπτόντως καί ὅσον ἀφορᾶ τόν δανεισμόν λέξεων, θά πρέπει νά ἐπισημανθῆ μέ πᾶσαν εἰλικρίνειαν ὅτι ἄλλον εἶναι ὁ δανεισμός λόγω πενίας καί ἄλλον ἡ παρείσφρησις λέξεων λόγω μακροχρονίου συναναστροφῆς ἤ ὑποδουλώσεως.

Ὀλοκληρώνοντας αὐτό τό κείμενο θά πρέπει νά ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τήν ψυχολογική ἐπίδρασιν τῆς προπαγάνδας σέ σχέση μέ μίαν διαμάχη, πού κατασκεύασε ἡ ἐξουσία, μεταξύ δημοτικῆς καί καθαρευούσης. Ἡ ψυχολογική ἐπίδρασις, σέ σημαντική μερίδα τοῦ ἑλλαδικοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑποτιθέμενα κακῆς καί δυσνόητης καθαρευούσης, σέ συνδυασμό μέ ἀμελεῖς, ἀσυνειδήτους καί ἀμαθεῖς διδασκάλους, πού ἀπέβλεπον κυρίως σέ πολύμηνες διακοπές καί τακτική μισθοδοσία καί σέ συνάρτησιν μέ τίς ὑπερβολές τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς καθαρευούσης, ὁδήγησαν στό σημερινό ἀποτροπιαστικό κατασκεύασμα πού ἐμφανίζεται ὡς δημοτική γλῶσσα.

Τήν ἴδια στιγμήν πού οἱ κατάρες καί οἱ ἀφορισμοί κατά τῆς καθαρευούσης ἐξαπολύοντο μέ καταιγιστικόν τρόπον, ἐπροωθεῖτο ἡ ἐκμάθησις ξένων γλωσσῶν. Τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι κατά πόσον εἶναι εὐκολωτέρα ἡ ἐκμάθησις μίας ἄγνωστης γλώσσης ἀπό τήν ἐμβάθυνσιν στήν ἤδη γνωστήν καί ὠμιλουμένην. Ἡ ἐκμάθησις αὐτή μάλιστα ὀφείλει νά ἀκολουθεῖ κανόνες συντακτικούς καί γραμματικούς ἐντελῶς διαφορετικούς ἀπό τήν καθομιλουμένη καί ἐξάσκησιν σέ μίαν προφοράν τελείως ἄγνωστην καί ἀνοίκεια. Ἐδῶ πλέον, τά συμπεράσματα εἶναι εὔκολα καί οἱ σκοπιμότητες πού ὑποκρύπτονται ἀφοροῦν πολλές πτυχές πού ἅπτονται τῶν βραχυπρόθεσμων καί μακροπρόθεσμων ἐξουσιαστικῶν σχεδιασμῶν…

Συσπείρωσις Ἀναρχικῶν

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 161, Ιούνιος 2016

[1]. Ἐδῶ εἶναι πού βρίσκουν ἕνα ὑλικό ἔρεισμα γιά τίς ἀπόψεις τους, ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα κρατικό-ἐξουσιαστικό κατασκεύασμα, μόνο πού αὐτό τό ὁποῖο συμβαίνει τώρα δέν συνέβαινε πρίν ἀπό δυό χιλιάδες χρόνια.

[2]. Πολλοί εκ τῶν ὁποίων δέν φημίζονται γιά τήν ἀμερο­ληψίαν, τήν ἱκανότητά ἤ την ἀφιλοχρηματία τους.

[3]. ἀποπέμπεται.

[4]. ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.129, Ἰούλιος-Αὔγουστος 2013.

 

 

Both comments and trackbacks are currently closed.