Δημογραφικές Πολιτικές Διαχρονικά στον Βαλκανικό Χώρο

Την ίδια στιγμή που ο Καναδάς προσπαθεί να βρει εργατικό δυναμικό από άλλες χώρες για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, όπως αυτές διαμορφώνονται σε επαρχίες του, κυρίως αυτές που είναι αρκετά ορεινές και «παγωμένες», οι όμορες ΗΠΑ ασκούν μια αυστηρή μεταναστατευτική πολιτική. Δυο διαφορετικές χώρες με διαφορετικές ανάγκες κατά την ίδια περίοδο κάτι που τις διαφοροποιεί, ουσιαστικά για πρώτη φορά ως προς την εύρεση και ικανοποίηση των μεταναστατευτικών ροών. Και οι δυο χώρες δεν θα αναπτύσσονταν με όρους οικονομικής μεγέθυνσης, τις προηγούμενες δεκαετίες, εάν κατά εκατομμύρια δεν συνέρρεαν μετανάστες στα εδάφη τους από το 19ο αι. Σήμερα ο Καναδάς «παρακαλεί» μετανάστες να καταφέρουν να περάσουν τα επιτηρούμενα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ ώστε πεζή να μπορέσουν να εισέλθουν στην επικράτειά του. Αρκετοί κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι το μόνο κοινό που έχουν αυτές οι δύο χώρες είναι ότι βρίσκονται στη Β. Αμερική και ότι η «κουλτούρα» του κάθε κράτους διαφοροποιείται σημαντικά. Θα συμφωνήσουμε, εν μέρει, με αυτή τη διαπίστωση, στη βάση ότι ο Καναδάς για λόγους που του ήταν επιτρεπτό και αναγκαίο συνάμα, άσκησε μια «κοινωνική πολιτική» για τους «πολλούς», αλλά και μια παρελκυστική και επιθετική για τους ιθαγενείς ινδιάνους. Για ποιο λόγο τα αναφέρουμε όλα αυτά; Γιατί, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε και στη συνέχεια, η μετανάστευση και η ροή των ανθρώπων από τις εστίες τους σε νέα άγνωστα μέρη σχετίζονται με σχεδιασμούς και αποφάσεις που λαμβάνονται σε κεντρικό πολιτικό και οικονομικό επίπεδο διαχρονικά.

Ας περάσουμε, λοιπόν, στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια για να παρατηρήσουμε τις αντίστοιχες ροές και αποφάσεις. Κυρίως θα δούμε τις μετακινήσεις που έγιναν από σλάβους και αλβανούς στην νοτιοανατολική Ευρώπη και κυρίως στον ελλαδικό χώρο. Ο βαλκανικός χώρος για δύο χιλιάδες χρόνια λειτούργησε ως μια ενιαία διοικητική, οικονομική και κοινωνική ενότητα υπό την ηγεσία διαφορετικών αυτοκρατοριών και τη συνύπαρξη διαφορετικών λαών, γλωσσών και θρησκειών. Αυτό φυσικά επέτρεπε τις μετακινήσεις, εντός της αυτοκρατορίας, νομαδικών ή άλλων φυλών είτε με τη καθοδήγηση της εξουσίας είτε για άλλους λόγους.

Στις αρχές του 14ου αι. οι ελληνοκαταλανικές μάχες σε μέρος του ελλαδικού χώρου είχαν επιφέρει μεγάλες καταστροφές και σημαντικές απώλειες πληθυσμού. Αυτό έκανε τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης να προσελκύσει αλβανούς εποίκους για να εγκατασταθούν στη Θεσσαλία και έτσι παρατηρείται πολυπληθές κύμα εγκατάστασης αλβανών στη περιοχή. Παρόμοια εγκατάσταση εποίκων έγινε και στα περίχωρα του Φαναρίου το 1342, χωρίς επιτυχία λόγω αντίδρασης του ντόπιου πληθυσμού για λόγους κυρίως γεωιδιοκτησίας. Ίδια εγκατάσταση με τη Θεσσαλία πραγματοποιήθηκε και στη Μακεδονία, όπου ήδη κατοικούσαν παρά πολλά σλαβικά φύλα και γι’ αυτό αναφέρεται από ιστορικούς ότι στα μέσα του 14ου αι. ήταν εκσλαβισμένη.

Οι παραπάνω δυο περιοχές μαζί με την Ήπειρο δέχθηκαν τις πρώτες εγκαταστάσεις αλβανών και σλάβων και εν συνεχεία αποτέλεσαν τις «δεξαμενές» απ’ όπου οι μετανάστες προσέγγισαν τις κυρίως ελληνικές περιοχές. Υπενθυμίζεται ότι το 1311, η εξέγερση των Αλμογαβάρων έληξε με τη κατάκτηση του φράγκικου δουκάτου των Αθηνών. Εκεί οι καταλανοί πραγματοποίησαν συμμαχία με τους αλβανούς, όχι σε σταθερή βάση αλλά σε καθαρά μισθοφορική. Έτσι συναντάμε άλλοτε τους αλβανούς να πολεμούν υπέρ των Καταλανών και άλλοτε εναντίον τους. Οι σχέσεις τους, επομένως, ήταν διφορούμενες, όπως γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήταν και οι αντίστοιχες σχέσεις των κλεφτών και αρματολών με την εξουσία, κατά το 19ο αι. Όπως σημειώνει ο Alain Ducellier[1]: «Με την ιδιότητα των μισθοφόρων οι Αλβανοί βρέθηκαν, λοιπόν, στη Φωκίδα από όπου εξαπλώθηκαν εύκολα στη Βοιωτία και την Αττική: το καταλανικό δουκάτο, όπως και οι έλληνες της Θεσσαλίας, μαστίζονταν άλλωστε από δημογραφική κρίση και έγινε φυσικά προσπάθεια να ενισχυθεί ο πληθυσμός με αλβανούς».

Ο κόμης de Mitra ζητά το 1382 από τον βασιλιά της Αραγωνίας το δικαίωμα να παραχωρηθεί φορολογική ατέλεια δυο χρόνων στους αλβανούς του Δουκάτου των Αθηνών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα κύμα αλβανών ενθαρρυμένο από τις καταλανικές και μετέπειτα τοσκανικές αποφάσεις να μετακινηθεί στην Αττική και τα γύρω νησιά. Μετά τη πτώση του καταλανικού δουκάτου οι ενετικές αρχές της Εύβοιας προσέλκυσαν τους αλβανούς ώστε να μετακινηθούν στο νησί, όπως και έγινε από 300 οικογένειες μαζί με τα ζώα τους. Οι αλβανοί προτιμώνται από τους ενετούς διότι όπως αναφέρει ο Alain Ducellier: «Πρόκειται για ένα αδιαφοροποίητο πλήθος, όπου ξεχώριζαν μόνο οικογένειες, χωρίς αξιοσημείωτους αρχηγούς. Είναι μια καλή εικόνα ενός πληθυσμού του οποίου οι περιπλανήσεις και η μακρόχρονη υποταγή του σε φεουδάρχες είχαν, προφανώς, γομώσει τις παλαιές δομές». Αποτελούσε, λοιπόν, ένα σύνολο που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί χωρίς μεγάλο κίνδυνο από τις δυνάμεις εκείνες που ήθελαν να αποκαταστήσουν τις κατεστραμμένες γαίες με νέο εργατικό δυναμικό. Οι γενναίες υποσχέσεις που δόθηκαν από τους ενετούς προκάλεσαν την αντίδραση του τοσκανού δούκα των Αθηνών Antonio Acciaiuoli που διαμαρτυρήθηκε έντονα στη Δημοκρατία γι’ αυτόν τον «εκμαυλισμό». Η Βενετία προσποιήθηκε ότι δεν ήξερε τίποτα για τη μετανάστευση των αλβανών και ταυτόχρονα έδινε οδηγίες στις τοπικές αρχές της Εύβοιας να συγκρατήσουν προσεκτικά όλους εκείνους που είναι χρήσιμοι και επωφελείς για την αποικία και να αφήσουν να φύγουν εκείνους που «είχαν χαρακτηρισθεί άχρηστοι». Πιστεύουμε πως δεν μπορεί να δοθεί αποτελεσματικότερα η σύζευξη της οικονομικοπολιτικής δομής ενός εργατικού δυναμικού βάσει των αποφάσεων της πολιτειακής αρχής. Και όλα αυτά συμβαίνουν κατά τον 14ο-15ο αι. όπου ο σύγχρονος καπιταλισμός και η εντατικοποίηση κεφαλαίου δεν έχουν κάνει την εμφάνιση τους, αλλά η διπροσωπία της εξουσίας, οι προσελκυστικές πολιτικές μετανάστευσης, η αφομοίωση των ανθρώπων στα κυρίαρχα για την διοίκηση πρότυπα προσομοιάζονται με τη σημερινή εποχή.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός είχε εγκαινιάσει κατά τον 14ο αι. τις μεταναστευτικές εγκαταστάσεις αλβανών στην Πελοπόννησο ώστε να ενδυναμώσει πληθυσμιακά την συγκεκριμένη περιοχή αλλά ταυτόχρονα προκαλεί την ερήμωση της Αλβανίας. Αυτή η πολιτική των Καντακουζηνών προκαλεί τους πολιτικούς τους αντιπάλους οι οποίοι τους καταλογίζουν ότι ακατάπαυστα εισήγαγαν ξένους που αποτελούσαν απειλή για τους «εθνικούς». Σε συνέχεια αυτής της πολιτικής, ο δεσπότης Θεόδωρος ο Α’ Παλαιολόγος εφαρμόζει πολιτική πληθυσμιακής ανασυγκρότησης στηριζόμενος στον αλβανικό πληθυσμό. Παραχωρεί γαίες που είχαν μείνει ακαλλιέργητες σε πληθυσμούς που είχαν είτε νομαδικό τρόπο ζωής είτε μόνιμο μέσω της γεωργίας. Κατά τους επόμενους αιώνες και με την παρουσία των Οθωμανών στη Διοίκηση εντείνεται η πολιτική διαίρεσης μεταξύ των ντόπιων πληθυσμών, που, όμως, δεν κατέστη αρκετή για την αποτροπή της σπίθας που άναψε το 1821.

Ακόμη μια αξιοσημείωτη πληθυσμιακή ομάδα που εγκαταστάθηκε στα Βαλκάνια από τον 5ο αι. ήταν εκείνη των σλάβων, οι οποίοι, μετά τη διάσπαση του Ουννικού κράτους και τον θάνατο του Αττίλα, μετακινήθηκαν προς τα νότια. Η πρώτη κάθοδος τους στα εδάφη της σημερινής Ρουμανίας είχε αρχικά χαρακτήρα ειρηνικό με τη μορφή βαθμιαίας διείσδυσης ανάμεσα στους ντόπιους πληθυσμούς. Από τον 6ο αι. οι σλάβοι μετακινούνται και νοτιότερα σε βυζαντινά εδάφη πραγματοποιώντας επιθέσεις και επιδρομές, όπως εκείνης της ανεπιτυχούς πολιορκίας της Θεσσαλονίκης. Η επιδρομική στάση των σλάβων δεν τροποποίησε τη βυζαντινή πολιτική, μια πολιτική που δεν αποσκοπούσε στην εξόντωση τους αλλά στην ένταξή τους στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της αυτοκρατορίας και στη βαθμιαία αφομοίωσή τους χρησιμοποιώντας, ασφαλώς, μέσα στρατιωτικά αλλά και διοικητικά, οικονομικά και δημογραφικά. Πέραν, λοιπόν, της χρήσης στρατιωτικών επιχειρήσεων, συναντάμε ένα από τα βασικά μέτρα της βυζαντινής διοίκησης που ήταν οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών, οι οποίες αποτελούν μια συνηθισμένη πρακτική της βυζαντινής εξουσίας. Ο Ιουστινιανός ο Β’ μετέφερε σλάβους στη Μ. Ασία με σκοπό να αφομοιωθούν ανάμεσα σε έναν ακμαίο και πολυάριθμο ελληνικό πληθυσμό αλλά και αντίστροφα μεταφέρθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί της Μ. Ασίας σε σλάβουσες περιοχές ώστε να ενισχυθεί το ελληνικό στοιχείο. Αυτή η πολιτική των ανταλλαγών είχε συνέχεια και συνέπεια από το Νικηφόρο, ο οποίος συστηματικά μετέφερε ελληνικούς και χριστιανικούς πληθυσμούς από τη Μ. Ασία προς την Πελοπόννησο και τις βορειοελλαδικές περιοχές. Η δημογραφική αυτή πρακτική δεν εφαρμόζεται συνεπώς μόνο ως μέσο εξόντωσης ή εκτόπισης αλλόθρησκων και εχθρών, όπως το 1922, αλλά και ως μέσο άσκησης πολιτικής και δημογραφικής πολιτικής μέσα στα όρια μιας ενιαίας διοικητικής αρχής.

Ταυτόχρονα, η βυζαντινή εξουσία αποφασίζει την κατάτμησή της σε μικρότερες διοικητικές ενότητες σε Θέματα, όπως Θέμα Μακεδονίας, Θέμα Θεσσαλονίκης, Θέμα Στρυμώνος, Θέμα Πελοποννήσου και την παράλληλη ίδρυση εκκλησιαστικών επισκοπών για αποτελεσματικότερη αφομοίωση των αλλόθρησκων πληθυσμών. Η διαδικασία της ένταξης των σλάβων ολοκληρώθηκε με τον εκχριστιανισμό τους, σε μια διαδικασία που διήρκεσε τρεις περίπου αιώνες. Είμαστε βέβαιοι ότι στο πλούσιο φυλετικό μωσαϊκό των Βαλκανίων αφομοιωτικές πολιτικές ασκήθηκαν προς όλους τους μειονοτικούς πληθυσμούς, από εκείνους που ασκούσαν εξουσία. Σε γενικές γραμμές οι πρακτικές είναι παρόμοιες και η δημογραφική πολιτική παίζει σημαντικότατο ρόλο στην επιβολή νέων κανόνων από κάθε εξουσιαστική εθνοτική ομάδα. Είτε αφορά το ελληνικό κράτος στη Μακεδονία, είτε το βουλγάρικο στην ίδια περιοχή κατά τις τρείς περιόδους «κατοχής» του σε βαλκανικούς, πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο είτε τους Οθωμανούς. Αλλά, σύμφωνα με τους μελετητές της ιστορικής δημογραφίας των Βαλκανίων, καθαρόαιμες φυλές δεν υπάρχουν στη συγκεκριμένη επικράτεια επειδή καθαρότητα μιας ανθρώπινης φυλής σημαίνει γεωγραφική απομόνωση. Θα προσθέταμε ότι η γεωγραφική απομόνωση δεν είναι αναγκαία κακή για τις φυλές –οι υπάρχουσες «πρωτόγονες» φυλές ξέρουν καλύτερα–, αλλά στον βαλκανικό χώρο και αλλού η πληθυσμιακή μετακίνηση φυλών, φατριών και ομάδων αποτέλεσε βασική συνιστώσα πολιτικοοικονομικής και δημογραφικής πολιτικής από τα χρόνια του Μεσαίωνα και μέχρι σήμερα· όπως, επίσης, και η αδιάλειπτη προσπάθεια αφομοίωσης κάθε ετερογενούς στοιχείου, όπου όταν η αφομοίωση συντελείται υπέρ του έθνους-κράτους βαπτίζεται «νίκη του ελληνικού πνεύματος» για παράδειγμα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ονομάζεται βία και καταπίεση.

Για να επανέλθουμε στην αρχή του σημειώματος, πέραν από τις κύριες σημερινές μετακινήσεις πληθυσμών από Ασία, Αφρική προς Ευρώπη ή από Λατινική Αμερική προς βορρά, ο Καναδάς ευνοήθηκε πρόσκαιρα από την εκλογή Τράμπ με τη μετεγκατάσταση μερικών χιλιάδων αμερικανών στο έδαφος του και ίσως πιστεύει ότι θα συμβεί το ίδιο και από τη Μεγάλη Βρετανία αυτή τη φορά μετά από το Brexit. Άγγλοι και Ιρλανδοί ξανάρχονται;

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

[1]. Οι Αλβανοί στην Ελλάδα, 13ος-15ος αι., έκδ. Ίδρυμα Γουλανδρη-Χορν.

 

Both comments and trackbacks are currently closed.