Οι μπαλαντέρ

Ο συνυπολογισμός των μεριδίων προς τους ευκαιριακούς πλην πολύτιμους συνεργάτες των κυρίαρχων μερικές φορές δυσκολεύει. Αλλά και οι πιο δύσκολες εξισώσεις έχουν την λύση τους. Δεν υπάρχει «άλυτο πρόβλημα» για τους μαιτρ της πολιτικής.

Υπάρχει ένα παλιό αραβικό πρόβλημα από την εποχή του Χαρούν Αλ-Ρασίντ, που θυμόμασταν όσοι προτιμούσαμε τα ιστορικά σημειώματα στο περιθώριο του βιβλίου της αριθμητικής, ίσως γιατί μας ενέπνεαν περισσότερο οι «Χίλιες και Μία Νύχτες», τα παλάτια της Βαγδάτης, η πρακτική σοφία των Αράβων και οι καμήλες τους, από τους βλοσυρούς αρχαίους και τα θεωρήματά τους.

Πεθαίνοντας, λέει, ένας Άραβας άφησε με διαθήκη την περιουσία του που ήταν 17 καμήλες, στους τρεις γιους του με τον όρο: ο μεγαλύτερος να πάρει τις μισές ο δεύτερος να πάρει το 1/3 και ο μικρότερος να πάρει το 1/9. Πως έγινε η μοιρασιά; Τα παιδιά δεν μπόρεσαν να κάνουν την μοιρασιά, γιατί το 17 δεν διαιρείται ούτε με το 2, ούτε με το 3, ούτε με το 9. Πήγαν λοιπόν σε ένα γέρο-σοφό που τους είπε τα εξής: «Πάρτε και τη δική μου καμήλα. Έτσι, θα έχουμε να μοιράσουμε 17+1=18 καμήλες, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης». Ο πρώτος, λοιπόν, θα πάρει 18/2 = 9 καμήλες. Ο δεύτερος 18/3 = 6 καμήλες. Ο τρίτος 18/9 = 2 καμήλες. Βλέπουμε ότι η μοιρασιά έγινε δίκαια και ότι 9+6+2=17 καμήλες. Ο γέρο – σοφός τελείωσε λέγοντας: «την καμήλα που περίσσεψε βάλτε την στην σκηνή μου ξανά».

Βάλτε στην θέση της καμήλας -μπαλαντέρ του γέρου σοφού, τον εκάστοτε «απρόβλεπτο» ή προβλεπόμενο, «ανερχόμενο» και «δυναμικό» παράγοντα, στον χώρο της πολιτικής ή στον χώρο της οικονομίας και λύσατε την εξίσωση. Άλλοτε σαν διάττων αστέρας και άλλοτε με μονιμότερα χαρακτηριστικά, αλλά πάντα υπερτιμημένος έρχεται από το πουθενά, παρουσιάζεται και παριστάνει τον πανίσχυρο και πολλά υποσχόμενο, «ταράζει» τα λιμνάζοντα νερά και μετά εξαφανίζεται, αφού λάβει την πληρωμή του ή βολεύεται με μια θεσούλα χωρίς πολλές ευθύνες και βάρη για να περάσει ευχάριστα τα γεράματα του. Πάντα, όμως, δρα καταλυτικά στις πολιτικοοικονομικές εξελίξεις, ξελασπώνει αποτελματωμένα και ετοιμοθάνατα πολιτικά συστήματα, λύνει προβλήματα, κάτω από την πίεση της κοινωνικής οργής ή ανεξάρτητα και κόντρα σε αυτήν, δίνει παράταση ζωής σε «καμένα» χαρτιά. Χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε ποτέ να βαφτιστεί ο Μονόδρομος «Νέα Εποχή» με τόση βεβαιότητα και αλαζονεία από τους κρατούντες.

Βιαστικοί και απρόσεκτοι όμως οι Εφήμεροι, με την φόρα που έχουν πάρει, πέφτουν ο ένας απάνω στον άλλο, βάζουν τρικλοποδιές, τρώνε τούμπες και κάνουν ανήκουστες χοντροκοπιές. Βγάζουν στη φόρα «άπλυτα» προσπαθούν να υπονομεύσουν ο ένας τον άλλον, εμφανίζονται ως διαπρύσιοι πατριώτες, που ξεχωρίζουν, δήθεν, από τους άλλους, τους «ακραίους» πατριώτες. Προσφέρουν λύσεις χωρίς να μπαίνουν να εξηγήσουν την βαθύτερη σημασία και τα αποτελέσματα που θα προκύψουν. Μπορούν, όμως να μιλούν και να στέκονται στην επιφάνεια της «λύσης», όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους του φελλούς.

Παρ’ ότι το μεγάλο διακύβευμα της κυριαρχίας παραμένει η «κοινωνική σταθερότητα και συναίνεση», η οποία προκειμένου να επιτευχθεί, χρειάζεται πολλές φορές να χαλάσουν κάποιες ισορροπίες, ώστε το σύστημα να μετατοπιστεί σε μια νέα κατάσταση «ευσταθούς ισορροπίας», όπως λένε και οι φυσικοί. Εφτάψυχο το πολιτικό σύστημα, τρέφεται από τα σκάνδαλα του, τις αντιφάσεις του, τις αποστασίες του, τις προδοσίες του, στην κυριολεξία από τα περιττώματά του. Με τον ήλιο βγαίνουν, με τον ήλιο μπαίνουν, αλλά τα έρμα της Συριζαίας τσοντοκυβέρνησης, όσο σκληρά κι αν δείχνουν θα ψοφήσουν.

Κάθε διαπραγματευτής έχει ειδικά, προσωπικά και επαγγελματικά συμφέροντα. Εξυπηρετεί, όμως, σε κάθε περίπτωση και με καθοριστικό τρόπο τα συμφέροντα της κυριαρχίας. Αυτή είναι μια κατάσταση που ισχύει είτε πρόκειται για μεγάλες ιστορίες, είτε για μικρές και τοπικές.

Αλλά ποιο είναι το σημαντικό; Ο διαπραγματευτής, ο μεσάζων, ο συναλλασσόμενος για λογαριασμό κάποιων άλλων πρέπει να είναι καβατζωμένος, να έχει ή να δείχνει πως έχει «πλάτες», να παρουσιάζει «εύλογα» ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα. Αυτές είναι που θα τον αναδείξουν σαν διαπραγματευτή ή λύτη προβλημάτων, αλλά ταυτόχρονα θα δώσουν ελπίδες και ψευδαισθήσεις στους «γύρω», τη σιγουριά πως με αυτές τις «πλάτες» θα «καθαρίσουν».

Για να υπάρξει, όμως, το «καθάρισμα» χρειάζεται να δοθούν ανταλλάγματα. Κάθε είδους. Άλλωστε, το ίδιο ισχύει από τότε που η εξουσία εγκαθιδρύθηκε και λεηλατεί τις ζωές των ανθρώπων. Ζητά στήριξη για να στηρίζει. Ουσιαστικά, να της δοθεί έγκριση και διαβεβαιώσεις για να συνεχίσει το καταστροφικό της έργο.

Το ίδιο ισχύει εκτός από το «Σκοπιανό» και για τα κάθε είδους «Σκοπιανά» μικρά ή μεγάλα…

Both comments and trackbacks are currently closed.