ΑΘΟΣ, Ο ΔΑΣΟΝΟΜΟΣ

της ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

284 σελ., Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2015.

«“Θέλετε ν’ αλλάξετε τον κόσμο, την κοινωνία;” μας ρώτησε ένα βράδυ εκεί που καθόμασταν στο αρχονταρίκι κι ό,τι είχαμε αποφάει. “Εγώ θέλω ν’ αλλάξει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος μόνος, ως άτομο απέναντι στον εαυτό του, και τούτο κρίνεται από τη στάση του απέναντι στα ζώα και στη φύση. Όταν σέβεσαι ένα δέντρο ή έναν σκύλο πιο πολύ από τη σημαία του κόμματος, τότε μπορείς να προσφέρεις περισσότερα στην ανθρωπότητα απ’ ότι χιλιάδες φανατισμένοι διαδηλωτές που ανεμίζουν, κραυγάζοντας συνθήματα, αυτό το κόκκινο πανί με το σφυροδρέπανο. Ο κομμουνισμός θα περάσει στην ιστορία ως η δύναμη που νίκησε το φασισμό. Αλλά ύστερα απ’ αυτό, τι νόημα πια θα έχει; Τη δικαιοσύνη που επικαλείται πως θα την εφαρμόσει στις κοινωνίες, αφού μόνο εξέγερση, αντίσταση και πόλεμο ξέρει να κάνει; Πως θα χτίσει εν ειρήνη, όταν χρειάζεται να εξολοθρεύει όσους δεν τον ασπάζονται, τους διαφορετικούς; Δεν αποδεικνύουμε την πίστη μας σε μιαν ιδέα καίγοντας ανθρώπους, αλλά όταν φλεγόμαστε εμείς για χάρη της”».

Μπορεί ένα αμοιβαίο έγκλημα πολέμου να γίνει αφορμή για να γραφεί ένα λυρικό – ποιητικό μυθιστόρημα; Αυτό κατορθώνει η Μαρία Στεφανοπούλου με τον καλύτερο, κατά τη γνώμη μας, και βαθιά ανθρώπινο τρόπο.

Όπως αναφέρει και η ίδια η συγγραφέας σε συνέντευξή της, «Πρόκειται για την ιστορία της Μαριάνθης, συζύγου του Άθου και μητέρας του επίσης δολοφονημένου γιου που απέκτησε με τον Άθο, του Γιάννου, της κόρης της Μαργαρίτας και της εγγονής της, της Λευκής. Πλάι στη Μαριάνθη, που είναι σημαδεμένη δια βίου από τον σπαραγμό ως επιζήσασα και πιασμένη στον «τροχό της μοίρας» (λέει σε κάποιο σημείο: «Γέρασα με το μίσος του πολέμου. Μίσος για τους Γερμανούς, μίσος για τους αντάρτες … Η μνησικακία έκαιγε σαν φωτιά μέσα μου»), μεγαλώνει δίχως πατέρα η κόρη. Αυτή, προσπαθεί να ξεχάσει, βάζοντας τις αναμνήσεις στον πάγο, στομωμένη. Η κόρη της, η Λευκή, ξεφεύγει σπουδάζοντας στο εξωτερικό, επιστρέφει ωστόσο ως γιατρός στα Καλάβρυτα και ιδρύει την κλινική Πόνου στο νοσοκομείο της πόλης. Εκεί, στον τόπο του εγκλήματος, αποδέχεται μέσα της το τραύμα, μπαίνει στη θέση του παππού της, του Άθου, κι αφήνεται να βιώσει ολόκληρη τη διαδικασία του πένθους. Καθόλου τυχαίο που τόσο η Μαργαρίτα όσο και η κόρη της, η Λευκή, είναι μητέρες που μεγαλώνουν παιδιά χωρίς πατέρα.»

Ο Άθος από μικρός ζει και μεγαλώνει μέσα στη φύση της Ευρυτανίας.

[…] Στα μέρη μου, στα ψηλά βουνά της Ευρυτανίας, λένε ότι η ανθρώπινη μιλιά του πουλιού είναι η φωνή του ευεργετημένου νεκρού. […] Μικρός δεν ήξερα τι είναι οι βίαιοι θάνατοι. Αλλά την ανθρώπινη φωνή του πουλιού, που τη γνώριζα καλά, είχα ασκηθεί να την ακούω…».

Το 1928, σε ηλικία 18 ετών αποφασίζει να γίνει δασονόμος και πηγαίνει στη Δασονομική Σχολή της Βυτίνας.

[…] Κανείς δεν μπαίνει στο δάσος για πρώτη φορά. Όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται ότι, σε παλαιότερη εποχή, προτού το είδος τους εξελιχθεί σε ζωώδες κορμί που καταλήγει σε πόδια ώστε να μπορεί να περπατάει, το αρχαίο φυτικό σώμα τους, προφανώς χάρη σε κάποιες αόρατες ρίζες, φύτρωνε στη γη και τρεφόταν, μες στην αμέριμνη ακινησία του, από τα υπόγεια ύδατα. Το νερό είναι το κοινό ριζικό για ό,τι κινείται και ό,τι μένει ακίνητο, για ανθρώπους και δέντρα. Ό,τι η καταγωγή, έτσι και το πεπρωμένο. Αν σου λείψει αυτό που σου έδωσε ζωή, πεθαίνεις. Αν, πάλι σου περισσεύει, σε πνίγει. […]

Παντρεύεται την Μαριάνθη «λίγες εβδομάδες μετά την τελετή απονομής του πτυχίου του και τον διορισμό του» στην Βυτίνα. Μετά από κάποιους διορισμούς (στη Μυτιλήνη όπου γεννιέται ο Γιάννος, στο Ζαγόρι όπου γεννιέται η Μαργαρίτα), παραμονές πολέμου, το 1939, αναλαμβάνει το δασονομείο Καλαβρύτων.

ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΡΑΤΑΓΑ το στόμα μου κλειστό. Όταν ζεις κοντά στη φύση μαθαίνεις στη σιωπή. Οι βοσκοί, που ζουν σιωπηλό και μοναχικό βίο, μπορούν να ακούν τι συμβαίνει σε μεγάλη απόσταση από το σημείο που βρίσκονται, ως την αντικρινή πλαγιά ή πέρα χαμηλά στην πεδιάδα, μπορούν να ακούν και τι γίνεται κάτω απ’ τη γη. Τα ζώα που ευγνωμονούν τον αφέντη τους για τη στοργή του ή τον άνθρωπο που κάποτε τα βοήθησε να βγουν απ’ την παγίδα του δάσους τούς μιλούν με το βλέμμα και, καμιά φορά, τούς μιλούν με ανθρώπινη φωνή, όταν είναι να τους συντρέξουν ή να τους προστατέψουν από τον κίνδυνο, αλλά τούτο το βλέμμα ή η φωνή είναι τόσο βαθιά, τόσο ανιδιοτελή και συνάμα περήφανα, σοφά και έξυπνα, σαν μαγικό τέχνασμα που σε βγάζει μεμιάς από τη δύσκολη θέση με τρόπο αφοπλιστικά αθώο και μαλακό, ώστε εκείνο το βάθος τους δεν είναι άλλο παρά πυκνή και αδιαπέραστη σιωπή, όπως οφείλει να είναι κάθε πράξη ευγνωμοσύνης. […]

Τα Καλάβρυτα στιγματίζονται με τη μαζική εκτέλεση του αντρικού πληθυσμού τους από τους Γερμανούς, στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Στήνονται προς εκτέλεση 500 άνδρες, (ανάμεσά τους ο Άθος και ο 12χρονος γιός του Γιάννος), ως αντίποινα για προηγούμενη εκτέλεση 78 Γερμανών από τους αντάρτες. Ο Άθος και άλλοι δώδεκα άντρες γλυτώνουν με σοβαρά τραύματα από την εκτέλεση. Ο γιός του ο Γιάννος εκτελείται. (Ο Άθος περιπλανιέται στα βουνά για τα επόμενα έξι χρόνια). Συνολικά εκτελούνται 487 άντρες.

Οι 78 Γερμανοί στρατιώτες είχαν συλληφθεί στη μάχη της Κερπινής, μαζί τους και άλλοι τρεις τραυματίες, τους οποίους περιέθαλψαν στο νοσοκομείο Καλαβρύτων. Οι αιχμάλωτοι κρατήθηκαν και τους έκρυψαν σε γύρω χωριά, όπου ζούσαν αρμονικά με τους κατοίκους.

[…] Οι αντάρτες ζητούσαν από τους Γερμανούς να ελευθερώσουν επώνυμους Έλληνες κομμουνιστές που βρίσκονταν στα στρατόπεδα της Πολωνίας και όχι ντόπιους ομήρους ή αντιστασιακούς. Αυτό, βέβαια, δεν ήταν δυνατόν να το αποφασίσει η μεραρχία μας στην Πελοπόννησο, και εξίσου μάταιο και εξωπραγματικό θα ήταν να το προωθήσει ως αίτημα σε ανώτερα όργανα, εκτός αν ήθελε να τους διασκεδάσει. […]

Οι τρεις τραυματίες Γερμανοί, μετά την ανάρρωσή τους, δεν αφήνονται να φύγουν μαζί με τους υπόλοιπους, αλλά τους σκοτώνουν εν ψυχρώ με κασμάδες και τους πετούν σε ξεροπήγαδο. Οι Καλαβρυτινοί, στην προσπάθειά τους να διορθώσουν το λάθος, τούς κηδεύουν κανονικά, όμως οι Γερμανοί τούς ξεθάβουν και κάνοντας νεκροψία ανακαλύπτουν τα σημάδια κακοποίησης. Ακολούθως ξεκινούν αντίποινα με ομηρίες αμάχων, ομαδικές εκτελέσεις και πυρπολήσεις χωριών.

Στις 7 Δεκεμβρίου, οι αντάρτες, μετά την αποτυχία στις διαπραγματεύσεις, ανεβάζουν τους αιχμαλώτους στην χαράδρα του Μαγέρου, τους δένουν τον έναν με τον άλ­λο και τους πυροβολούν στο γκρεμό.

Είναι 13 Δεκεμβρίου που οι Γερμανοί εκτελούν 487 άτομα και καίνε τα Καλάβρυτα.

[…] Κουράγιο, Άθο, ψιθύρισα. Ο κύκλος του πηγαδιού ανοίγει. Εγώ γεννήθηκα έτσι κι αλλιώς έξω από τη στρογγυλή τροχιά του. Δεν μπόρεσα όμως να τραβήξω και τη μητέρα μου. Εκείνη υπέκυψε στον πειρασμό της θυσίας. […] Τον τάφο σου οι γυναίκες τον βρήκαν άδειο. Καλύτερα να επιστρέψεις στο χώμα. Τα κόκαλα είναι για τους επιζώντες. Η τέφρα, για τις σελίδες της ιστορίας.

[…] ποιος αρνείται τον ηρωισμό της αντίστασης, σαράντα χρόνια μετά, σε καιρούς ειρήνης; Πού θα στηριχτεί το ηθικό των ανθρώπων; Ένας ένδοξος πόλεμος προηγήθηκε. Αυτό έχει ανάγκη τώρα ο κόσμος. Αλλά άλλο είναι να έχεις επίγνωση – το πώς αυτή η αντίσταση οργανώθηκε, πώς εξελίχθηκε και εντέλει αυτοπυρπολήθηκε μέσα στο ταξικό μίσος. Πόλεμος αντιποίνων. Πόλεμος εκτελέσεων ομήρων. «Προτιμώ να εκτελώ ανθρώπους, παρά να μου ξεφύγει ο προδότης», έλεγε ο Άρης Βελουχιώτης. […]

Αυτό που αμφισβητήθηκε από όσους επιβίωσαν και αργότερα από ιστορικούς ήταν και είναι το δίλημμα αν πρόκειται για θυσία των καλαβρυτινών ή για αμοιβαίο έγκλημα πολέμου.

Όπως αναφέρει η ίδια η συγγραφέας, σε άλλη συνέντευξή της: «Μέχρι σήμερα τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1943 αντιμετωπίστηκαν μόνο μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων που τα έζησαν και βέβαια από την ιστοριογραφία των μελετητών, πάντοτε υπό το πρίσμα του ηρωισμού, του μαρτυρίου και της θυσίας. Στο δικό μου βιβλίο τώρα, που είναι λογοτεχνία, έχουμε την εσωτερική οπτική ενός υπαρξιακά καθοριστικού πένθους των επιζώντων από ένα έγκλημα και μιας δυνατότητας ανάνηψης από το πένθος αυτό.

»Τις κοινωνίες, όμως, που στους κόλπους τους αναπνέουν και επιβιώνουν ακόμα οι ιδεολογίες, ενώ οι άνθρωποι, ζωντανοί, εξακολουθούν να ανταλλάσσουν εκεί τις απόψεις τους, δεν μπορείς να τις κάνεις μουσεία, ούτε τόπους μαρτυρίου. Ούτε η λήθη του κακού θα επιτευχθεί χάρη στις φιλικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας και στις επενδύσεις της γερμανικής βιομηχανίας στην Πτολεμαΐδα, ούτε η μνήμη των μαρτύρων θα εξασφαλιστεί χάρη στα επιβλητικά μουσεία και στη ρητορεία περί ηρώων και αίματος των αθώων».

Κανείς/ δεν μαρτυρεί για τον /μάρτυρα

Π.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 174, Σεπτέμβριος 2017

Both comments and trackbacks are currently closed.