ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ…

«Η ανοχή, επιφυλάσσοντας στους ηττημένους έναν βαθμό εξουσίας και ασφάλειας, και διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο αναστροφής της ήττας τους, συντηρεί την αντιπολίτευσή τους, ενώ επιτρέπει στον νικητή να εφαρμόσει τα προγράμματα και τις πολιτικές του». S.F. Hartenberg, Εξτρεμισμός και Ανοχή στην Πολιτική, (1967)

«Η συνεργασία υποδηλώνει εκτενή εμπλοκή με κόμματα-παρίες σε συνδυασμό με υψηλό επίπεδο ανοχής. Σαφώς, και επιπροσθέτως, συνεπάγεται επίσης και ένα «δράμα» για το κομματικό σύστημα και για τη δημοκρατία. Συνεργασία μπορεί να προκύψει σε ένα ή περισσότερα πεδία: εκλογικό, νομοθετικό, ή/και εκτελεστικό. Οι εκλογικές δεσμεύσεις και διαπραγματεύσεις εμπεριέχουν συμφωνίες –επίσημες ή σιωπηρές– δημιουργίας περιφερειακού ανταγωνισμού που θα είναι αμοιβαία επωφελής». William M. Downs, Πολιτικός εξτρεμισμός στις δημοκρατίες, (2012)

Σύμφωνα μ’ έναν ορισμό της «σύγκρουσης», που βασίζεται σε μια περιοριστική σημασία του όρου, η «σύγκρουση» παραπέμπει σε μια αντιληπτή διάσταση ενδιαφερόντων ή στην πεποίθηση ότι οι φιλοδοξίες των εμπλεκομένων μερών δεν μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ορισμό αυτό η σύγκρουση λαμβάνει χώρα, όταν οι «εμπλεκόμενοι» θεωρούν ότι οι φιλοδοξίες τους είναι ασύμβατες ή προβάλλουν τεχνηέντως αυτή την εικόνα, γιατί κάτι τέτοιο ωφελεί αμφότερους. Στην τελευταία περίπτωση ενδείκνυται η προβολή της παράστασης μιας εικονικής σύγκρουσης, η οποία για να πείθει ενδύεται κυρίως τον συγκρουσιακό λόγο, με το σκηνικό να συμπληρώνεται από συνεχείς απειλές, που διατηρούν την ένταση και δίνουν την δυνατότητα σε ενδιάμεσους μηχανισμούς, όπως λόγου χάρη τα ΜΜΕ, αλλά όχι μόνον, να την διαφημίζουν.

Για τους παίκτες της εξουσίας, βέβαια, όπως υποστήριζε και ο Μακιαβέλι, «καλή» είναι πρώτα απ’ όλα κάθε ενέργεια και επιλογή, που στηρίζει το στόχο της κατάληψης ή της διατήρησης της εξουσίας. Ο Μακιαβέλι, όμως, στο δοκίμιο του με τον τίτλο «Συνομωσίες» προειδοποιούσε, επίσης, τους ηγεμόνες με δηκτικό τρόπο για ορισμένους κινδύνους από τους οποίους όφειλαν να φυλάγονται: «ο ηγεμόνας που θέλει να φυλάγεται από συνομωσίες πρέπει να φοβάται περισσότερο εκείνους στους οποίους έχει επιδαψιλεύσει υπερβολικές χάρες, παρά εκείνους στους οποίους έχει κάνει βαρύτατες αδικίες. Επειδή οι τελευταίοι στερούνται ευκαιρίες, ενώ οι πρώτοι διαθέτουν εν αφθονία και έχουν όλοι τούς ίδιους πόθους. Διότι ο πόθος να κυβερνάς είναι τόσο μεγάλος –μεγαλύτερος ίσως– όσο και ο πόθος για εκδίκηση».

Ας δούμε, όμως, ορισμένα πράγματα πιο συγκεκριμένα.

Το συριζαίικων συμφερόντων περιοδικό Επίκαιρα στις αρχές του Φλεβάρη 2014 κυκλοφόρησε με κεντρικό τίτλο «Μυστική συνάντηση Καραμανλή-Τσίπρα» και υπότιτλο «Οργή Σαμαρά για ΜΜΕ, Διαπλοκή και σενάρια συγκυβέρνησης». Στο ανυπόγραφο άρθρο υποστηρίζεται ότι η «μυστική συνάντηση» πραγματοποιήθηκε πριν από το τέλος του 2013 και κρατήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας «για λόγους, που γίνονται εύκολα αντιληπτοί», και ότι ακόμη ο δίαυλος μεταξύ τους παραμένει ανοικτός. Εμείς θα προσθέσουμε ότι άλλο τόσο αντιληπτοί γίνονται και οι λόγοι που τα Επίκαιρα «αποκάλυψαν» το κρυφό παρασκήνιο.

Μεταξύ άλλων το δημοσίευμα αναφέρει και τα εξής:

«Σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία το πολεμικό κλίμα επικυριαρχεί στην αντιπαράθεση Μεγάρου Μαξίμου και Κουμουνδούρου, τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων για τις τάσεις που διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη εμφανίζουν ένα όχι αμελητέο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας να προκρίνει ως κυβερνητική λύση τη δημιουργία ενός «μεγάλου συνασπισμού» μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Σενάριο που εδώ και αρκετό διάστημα διατυπώνεται από στελέχη του «καραμανλικού» μπλοκ, αλλά και από άλλους παράγοντες της ΝΔ, που εμφανίζονται να αμφισβητούν την στρατηγική της σκληρής σύγκρουσης με τον Συριζα, διαφωνούν με την ρητορική «των δύο άκρων» και υποστηρίζουν ότι κυβερνητική πλειοψηφία μπορεί να σχηματιστεί την επομένη ημέρα των εκλογών με την συνεργασία των δύο κομμάτων».

Ο άγνωστος αρθρογράφος στην συνέχεια αποδεικνύεται ιδιαίτερα διορατικός.

«Η τρόικα έχει παγιδεύσει την όποια επομένη ημέρα, όποιοι κι αν είναι οι πρωταγωνιστές της. Πολλώ δε μάλλον που το ρευστό πολιτικό σκηνικό εξαντλεί τα πολιτικά αποθέματα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα, όσο παρατείνεται το χρονικό διάστημα έως την προκήρυξη των εκλογών, αποδυναμώνει την αντι-μνημονιακή ρητορική του Συριζα».

Μ’ άλλα λόγια η συνέχεια, όχι μόνο ήταν γνωστή και αναμενόμενη, αλλά στο λεγόμενο παρασκήνιο οι διεργασίες συνδιαχείρισης του «παλιού» και του «νέου» πολιτικού προσωπικού προχωρούσαν με αμείωτους ρυθμούς, πολύ νωρίτερα, και συγκεκριμένα τουλάχιστον από τα τέλη του 2012. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά, με την εμπειρία του «ιστορικού συμβιβασμού» αριστεράς-δεξιάς, δεκαετίες πριν το 1989, να αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη, ενώ ορισμένοι από τους αρχιτέκτονες εκείνης της συγκυβέρνησης όχι μόνο παραμένουν στις επάλξεις αλλά διατηρούν ισχυρό λόγο και εξουσιαστική ισχύ (Δραγασάκης κ.ά.).

Ας καταγράψουμε, όμως, κάτι εξ ίσου ενδιαφέρον, που αφορά τις μετακινήσεις ψηφοφόρων στις διπλές βουλευτικές εκλογές του Μαΐου-Ιουνίου του 2012.

«Το ήμισυ των ψηφοφόρων που συγκέντρωσε η Χρυσή Αυγή προέρχονται από εκλογείς του ευρύτερου δεξιού και κεντροδεξιού φάσματος· αλλά και ένα αριθμητικά σημαντικό τμήμα πρώην ψηφοφόρων του Πασοκ μετατοπίστηκε προς αυτήν. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα μόρφωμα με τόσο έντονα ιδεολογικά φορτία δεξιού εξτρεμισμού, όπως η Χρυσή Αυγή συγκέντρωσε τα 2/3 της εκλογικής του δύναμης με ροές ψήφων από τα δύο κόμματα, που μέχρι το 2009, εναλλάσσονταν στη διακυβέρνηση και καταλάμβαναν μεγάλο μέρος του πολιτικο-ιδεολογικού πεδίου στις κεντρώες τοποθετήσεις του άξονα Αριστεράς-Δεξιάς» (Ο Δεξιός εξτρεμισμός στην Ευρώπη, συλλ., Από την Εθνική Παράταξη στην Χρυσή Αυγή. Δεξιός λαϊκισμός και εξτρεμισμός στην Ελλάδα της κρίσης, Βασιλική Γεωργιάδου).

Το ίδιο ενδιαφέρον έχει ότι σύμφωνα με το κοινό exit poll της 17ης Ιουνίου 2012 από τις εταιρείες δημοσκοπήσεων Metron Analysis, Opinion, MRB, Marc και Alco το 4,6% των ψήφων, που πήρε η Χρυσή Αυγή προέρχεται από τον Συριζα και τον 1,8% από το ΚΚΕ. Μπορούμε, λοιπόν, να αναγνώσουμε όλη αυτή την κινητικότητα των ψηφοφόρων με άλλη ματιά, αν σκεφτούμε ότι πολύ απλά ο λεγόμενος πολιτικός κόσμος στην περίοδο της «κρίσης» συναπαρτίζεται και από τα λεγόμενα κόμματα-παρίες, δηλαδή τόσο από την Χρυσή Αυγή, αλλά και την Ένωση Κεντρώων, τους Ανελ οι οποίοι και συγκυβερνούν για την ώρα. Μ’ άλλα λόγια δεν θα μπορούσε ποτέ να βρίσκεται στην εξουσία ο Συριζα, εάν ταυτόχρονα η Χρυσή Αυγή δεν είχε μπει στο κοινοβούλιο, παρέα με τον «κουζουλό» του χωριού Β. Λεβέντη, αλλά και τους Ανελ και το Ποτάμι.

Η επερχομένη αναδίπλωση του πολιτικού σκηνικού, που έχει σκηνοθετηθεί για το επόμενο διάστημα με αφορμή την ψήφιση της κατάπτυστης συμφωνίας των Πρεσπών, που επιβάλλουν οι ΗΠΑ και ΕΕ είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική.

Η συμφωνία των Πρεσπών αναφέρει στο άρθρο 20 παρ. 9 ότι οι διατάξεις της «θα παραμείνουν σε ισχύ για αόριστο χρονικό διάστημα και είναι αμετάκλητες. Δεν επιτρέπεται καμία τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας που περιέχεται στο άρθρο 1 (3) και στο άρθρο 1 (4)». Σύμφωνα με το άρθρο 56 της Συμβάσεως της Βιέννης ορίζεται ρητώς ότι συνθήκη, που δεν περιέχει διάταξη για καταγγελία «δεν δύναται να καταγγελθή ή να λυθή δια αποχωρήσεως», ενώ τα προβλεπόμενα στο άρθρο 60 περί δυνατότητας λήξεως ή αναστολής εφαρμογής σε περίπτωση μη τηρήσεως των συμφωνηθέντων, θα πρέπει να θεωρούνται, χωρίς αμφιβολία, ανάξια λόγου, και όχι μόνο, λόγω της πολυπλοκότητας, για ευνόητους λόγους.

Επομένως, όσοι δήθεν αντιπολιτεύονται το καθεστώς Τσίπρα για το ζήτημα αυτό, ουσιαστικά στηρίζουν την Συμφωνία, αφού δίνουν κάθε δυνατότητα να γίνει απολύτως διαχειρίσιμη η διαδικασία υπερψήφισής της, με αποτέλεσμα, στην συνέχεια, να μην υπάρχει ουδεμία περίπτωση ανατροπής της με όσα συνεπάγονται απ’ αυτή την εξέλιξη.

«Εάν υπάρχει μια Βόρεια Μακεδονία, τότε θα υπάρχει και μια Νότια, γεγονός που εγείρει το ερώτημα αν αυτές οι δύο περιοχές θα πρέπει μια μέρα να ενωθούν σε μία», σχολιάζει ενδεικτικά ο Stefan Troebst, Γερμανός καθηγητής πολιτικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, σε δημοσίευμα της Ελβετικής ιστοσελίδας Blick με αφορμή την Συμφωνία των Πρεσπών και προτού διεξαχθεί το δημοψήφισμα στην ΠΓΔΜ.

Η επίσκεψη της Μέρκελ στην Αθήνα, το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη 2019, δείχνει όχι μόνο το έντονο ενδιαφέρον των μεγάλων αφεντικών του καθεστώτος Τσίπρα για να κλείσει χωρίς απρόοπτα η υπόθεση, αλλά και την επόμενη εκλογική ημέρα. Οι χρήσιμοι, όπως πάντα θα διασωθούν, ενώ οι «μέτριοι» ή οι «περιττοί» θα μπουν όπως πάντα στην άκρη. Και φυσικά μια «νέα» εκδοχή του Μεγάλου Συνασπισμού θα μπει και πάλι στο τραπέζι.

Όλα κακά και όλα ωραία, μόνο που σε αχαρτογράφητα νερά έχουν βυθιστεί και τα πιο γερά και αξιόπιστα σκαριά, ειδικά όταν οι νέοι καπετάνιοι είναι εξόχως θλιβεροί, αλλά και αδιανόητα αλαζόνες. Εκτός και αν «μωραίνει», όπως λένε και οι φίλοι μας οι χριστιανοί, «Κύριος ὅν βούλεται ἀπολέσαι»…

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.