ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΙΜΑ

του
Βαρλάμ Σαλάμοφ

Εκδ. Ίνδικτος, 2011,
μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου.

Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ, γεννιέται το 1907 στη μικρή πόλη Βολοντγκά, περίπου 500 χλμ. βόρεια της Μόσχας, η οποία κατά τον 19ο αιώνα είχε χρησιμοποιηθεί ως τόπος εξορίας των πολιτικών αντιπάλων του τσαρικού καθεστώτος, κυρίως διανοούμενων. Ο πατέρας του ήταν ιερέας με έντονη κοινωνική δράση, καθώς υποστήριζε τις σχέσεις με τους εξόριστους και συνέβαλε στην εκπαίδευση και στη διάδοση της γνώσης, ενώ είχε διατελέσει ιεραπόστολος στην Αλάσκα και γενικότερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άνθρωπος με ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης, γεγονός που του δημιουργούσε προβλήματα με το καθεστώς.

Στα μαθητικά χρόνια τού Βαρλάμ Σαλάμοφ ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση. Το 1918 ολοκληρώνει τη φοίτησή του στο γυμνάσιο και το 1923 σε επαγγελματική σχολή. Το 1924, φεύγει για τη Μόσχα και το 1926 γίνεται δεκτός στη Σχολή Σοβιετικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Μόσχας. Συμμετέχει ενεργά στην μετεπαναστατική ζωή της μοσχοβίτικης νεολαίας. Ζει στην καρδιά των πολιτικών και πολιτιστικών γεγονότων της Μόσχας του ’20, «εκκολαπτόμενος ποιητής πολλά υποσχόμενος, παρακολουθεί από απόσταση αναπνοής στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και τις θεατρικές αίθουσες τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας να πραγματοποιεί την ‘‘έφοδο στον ουρανό’’ με έναν πρωτοφανή οργασμό ιδεών, δημιουργικότητας, πειραματισμών, τόλμης, ατελείωτων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών φιλονικιών, κατηγορηματικών ‘‘πάνω ’’ και κατηγορηματικών ‘‘κάτω’’, και μια γερή δόση αυθάδειας. Γνωρίζει τους σπουδαιότερους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, τους καινούργιους ‘‘θεούς’’». (Από τον πρόλογο της Ελένης Μπακοπούλου)

Συμμετέχει ενεργά στα γεγονότα του 1927, 1928 και 1929 με την πλευρά της αντιπολίτευσης. Το 1929, 22 ετών φοιτητής, συλλαμβάνεται για πρώτη φορά με την κατηγορία ότι διακινεί στο πανεπιστήμιο σε μορφή προκήρυξης την «Τελευταία διαθήκη του Β.Ι. Λένιν», η οποία περιέχει αρνητικές παρατηρήσεις για την προσωπικότητα του Στάλιν. Φυλακίζεται στις διαβόητες ανακριτικές φυλακές Μπουτίρκι της Μόσχας και ακολούθως εξορίζεται για τρία χρόνια στη Βισερά, ένα από τα πρώτα στρατόπεδα εργασίας στη βόρεια περιοχή της οροσειράς των Ουραλίων ορέων.

Αποφυλακίζεται το 1932, επιστρέφει στη Μόσχα, όπου παντρεύεται, αποκτά μια κόρη και δουλεύει ως δημοσιογράφος, ενώ δημοσιεύει και τα ποιήματά του σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Το 1937 συλλαμβάνεται εκ νέου, για αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση, και χαρακτηρίζεται με έναν από τους βαρύτερους για την εποχή χαρακτηρισμούς: αυτόν του «εχθρού του λαού». Αυτή τη φορά στέλνεται με ποινή πέντε ετών σε καταναγκαστικά έργα στην Κολιμά, «εκεί που ο χειμώνας διαρκεί δώδεκα μήνες», στα βάθη της Βόρειας και Ανατολικής Σιβηρίας (η περιοχή Κολιμά βρέχεται από τον Αρκτικό Ωκεανό βόρεια και από τη θάλασσα Οκότσκ νότια και πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο ποταμό). Πρόκειται για ένα κάτεργο πολύ πιο «αναβαθμισμένο» από εκείνο που περιγράφει ο Ντοστογιέφσκι στις Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, ένας τόπος ανθρωποφαγικός, στερημένος από κάθε ανθρώπινο συναίσθημα, κολαστήριο που ξεπερνάει όσα μπορεί να φανταστεί το «φτωχό ανθρώπινο μυαλό».

«Η περιοχή είναι πλούσια σε παντός είδους πολύτιμα μεταλλεύματα και κυρίως σε χρυσοφόρα κοιτάσματα (σ.σ. ενδεικτικά αναφέρονται: χρυσός, ασήμι, κασσίτερος, βολφράμιο, υδράργυρος, χαλκός, αντιμόνιο, κάρβουνο, πετρέλαιο, τύρφη). Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να εξορύξει το χρυσό πάση θυσία, αδιαφορώντας για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Για να το πετύχει δημιούργησε μια ολόκληρη σειρά από στρατόπεδα εργασίας –στην πραγματικότητα στρατόπεδα συγκέντρωσης–, όπου η εργασία ήταν υποχρεωτική, διεξαγόταν υπό απάνθρωπες καιρικές και κανονιστικές συνθήκες, και πάνω απ’ όλα απλήρωτη. Έτσι κατορθώνονταν δύο στόχοι: της παραγωγής και της τιμωρίας. Τα πλάνα παραγωγής, τα γνωστά «πεντάχρονα», επιβάλλονται και στην Κολιμά και υλοποιούνται δια της βίας, πέρα από κάθε λογική.

»Τα χρυσορυχεία είναι ο βασικότερος λόγος ύπαρξης της Κολιμά. Η Κολιμά κρύβει χρυσό, κι αυτό είναι γνωστό εδώ και εκατό χρόνια. Κανείς όμως δεν σκέφτηκε να εξορύξει αυτόν το χρυσό, και αυτό γιατί οι συνθήκες σε κάθε περίπτωση θα ήταν αδιανόητες για τις δυνατότητες ενός ανθρώπου… Στις ζοφερές εποχές, μόνο στην Κολιμά βρίσκονταν 800-900.000 κρατούμενοι.

»Για να δουλέψει καλύτερα η βιομηχανία παραγωγής πλούτου, η κυβέρνηση φροντίζει να δώσει ζωή στον αφιλόξενο «πλανήτη των θησαυρών» δια του αποικισμού. Παρέχει αξιοπρόσεκτα για την εποχή οικονομικά κίνητρα σε ελεύθερους συμβασιούχους που θα καταλάμβαναν διοικητικές θέσεις («μακρύ ρούβλι» αποκαλούνταν οι υψηλές αμοιβές στην Κολιμά) και τροφοδοτεί την παραγωγή με εργατικά χέρια κρατούμενων σκλάβων. Γύρω από τα ορυχεία αναπτύσσονται οικισμοί με τις δομές κανονικών πόλεων (δικαστήρια, νοσοκομεία, θέατρα, και προλετα­ριάτο τις ατέλειωτες «καραβιές» κρατουμένων).

»Ποιοί ήταν οι τρόφιμοι της Κολιμά; Όλοι: διανοούμενοι, κομματικοί, τεχνίτες, αγρότες, αιχμάλωτοι πολέμου –εν ολίγοις, όλοι όσοι διέθεταν δύο χέρια για να δουλέψουν. Ήταν φορές που και το ένα χέρι αρκούσε. «Από το πρώτο λεπτό της φυλακής μού έγινε ξεκάθαρο ότι στις συλλήψεις δεν γίνονταν λάθη, ότι συμβαίνει σχεδιασμένη εξόντωση ολόκληρης «κοινωνικής ομάδας», όλων όσοι από τη ρωσική ιστορία των τελευταίων χρόνων θυμούνταν ό,τι δεν έπρεπε να θυμούνται. Το κελλί ήταν πήχτρα από στρατιωτικούς, παλιούς κομμουνιστές, που μετατράπηκαν σε «εχθρούς του λαού», λέει ο συγγραφέας μας.» (από τον πρόλογο ό.π.).

[…]

Το 1943, και ενώ έχει σχεδόν τελειώσει ο χρόνος της ποινής του, τον ξαναδικάζουν και καταδικάζουν σε άλλα δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα, επειδή σε μια συζήτηση δήλωσε ότι ο Μπούνιν ήταν ένας κλασσικός ρώσος συγγραφέας (ο οποίος είχε φύγει μετά την επανάσταση για την Ευρώπη). Αυτό και μόνο κρίθηκε αρκετό να του προσάψουν «αντεπαναστατική προπαγάνδα» και φυσικά να ανανεώσουν την κατηγορία του «εχθρού του λαού».

«Η τυπική του απελευθέρωση έρχεται το 1951, αλλά –όπως όλοι– είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στην Κολιμά, με το καθεστώς του ελεύθερου μεν υπό περιορισμό δε. Βρίσκει δουλειά και παραμένει για άλλα τρία ακόμα, μέχρι το Νοέμβριο του 1953, όπου η γενική αμνηστία ήρθε να βάλει τέλος στην εφιαλτική αυτή περίοδο.» (ό.π.)

Το Μάρτιο του 1953 πεθαίνει ο Στάλιν, όποτε ο Βαρλάμ Σαλάμοφ εγκαταλείπει την Κολιμά μαζί με χιλιάδες εξόριστους των γκούλαγκ. Όμως δεν θα εγκατασταθεί στη Μόσχα, λόγω στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων, παρά το 1956.

«Όταν τελικά επιστρέφει στην πόλη, προσπαθεί να συνεχίσει μια φυσιολογική ζωή, Πώς, όμως, ξαναγυρνάει κάποιος σε μια «φυσιολογική» ζωή μετά από μια τέτοια εμπειρία; Πόσο «φυσιολογικός» μπορεί να νιώσει, μα και να είναι, ένας άνθρωπος που πέρασε είκοσι ολόκληρα χρόνια κρατούμενος σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων; Σιγά-σιγά κόβει τις γέφυρες που τον κρατούν κοντά στους ανθρώπους

Το 1956 αρχίζει να γράφει τα πρώτα διηγήματα για την Κολιμά, με αρχικό τίτλο «Τετράδια της Κολιμά». Το 1957 συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά εκδίδοντας ποιήματά του. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζονται τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας. Η κυβέρνηση του βγάζει αναπηρική σύνταξη…

«Τι μου απέμεινε ως το τέλος; Η οργή. Η οργή –το έσχατο ανθρώπινο συναίσθημα, αυτό που είναι πιο κοντά στα κόκαλα», γράφει στο αφήγημα Σεντέντσια, το οποίο αφιερώνει στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, ένα από τα 145 κείμενα της συλλογής που είναι διαρθρωμένα σε έξι αφηγηματικούς κύκλους.

Ο Βαρλάμ Σαλάμωφ έχει βγει από την Κολιμά με ανεπούλωτα τραύματα από ξυλοδαρμούς, λιμοκτονία, από τον αδιάκοπο, αγεληδόν συγχρωτισμό, την αποκτήνωση, την ηθική εκμηδένιση.

«Στο στρατόπεδο συμβαίνουν πολλά που δεν θα έπρεπε να βλέπει ένας άνθρωπος. Αλλά το να δει κάποιος τον πυθμένα της ζωής δεν είναι ακόμα το πιο τρομακτικό. Το πιο τρομακτικό είναι όταν ο άνθρωπος αρχίζει να νιώθει αυτόν τον πυθμένα στην ίδια του τη ζωή –για πάντα.» (από το κείμενο «Ο μηχανικός Κισελιόφ»)

Η υγεία του Βαρλάμ Σαλάμοφ επιδεινώνεται συνεχώς τη δεκαετία του 1970. Σχεδόν τυφλός και κουφός θα οδηγηθεί το 1979 σε ίδρυμα αναπήρων της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο και ανυπεράσπιστος απέναντι στην απάνθρωπη σοβιετική κατασταλτική ψυχιατρική, η οποία με γνωματεύσεις ειδικών ιατρικών επιτροπών τον κρατούσε όμηρο. Θα συνεχίσει παρ’ όλα αυτά πεισματικά να σκέφτεται με στίχους και να υπαγορεύει στο φίλο του Σάσα Μαρόζοφ τα τελευταία του ποιήματα: «Όπως και πριν θα ζήσω και δίχως κερί / χωρίς ανυψωτήρα θα σηκώσω τον εαυτό μου», υπό τη συνεχή επιτήρηση της KGB, την οποία ανησυχούσαν οι επισκέψεις ξένων δημοσιογράφων. Το καθεστώς δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει. Ήταν ένας ενοχλητικός αυτόπτης μάρτυς.

Το 1982 θα μεταφερθεί παρά τη θέλησή του σε ψυχιατρείο, όπου και θα πεθάνει λίγες μέρες αργότερα.

«Την ίδια στιγμή, ο σκεπτικιστής μέσα του αναρωτιόταν: «Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιόν θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού –αφού στην ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης».

[…] […]

«Όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα –η αγάπη, η φιλία, η ζήλια, η φιλανθρωπία, το έλεος, η δίψα για δόξα, η τιμιότητα– μας είχαν εγκαταλείψει μαζί με το κρέας που στερούμασταν στη διάρκεια της παρατεταμένης λιμοκτονίας μας. Σ’ αυτή την ασήμαντη μυϊκή στοιβάδα που παρέμενε ακόμα πάνω στα κόκαλά μας, που μας έδινε ακόμα τη δυνατότητα να τρώμε, να κινούμαστε και να αναπνέουμε, ακόμα και να πριονίζουμε κορμούς δέντρων και να γεμίζουμε με το φτυάρι τα καρότσια με χώμα και πέτρες, και μάλιστα να σπρώχνουμε τα καρότσια πάνω σε ένα ατελείωτο ξύλινο μονοπάτι μέσα στα ορυχεία του χρυσού, κι από ένα στενό ξύλινο διάδρομο πλύσης, σε αυτή, λοιπόν, τη μυϊκή στοιβάδα είχε θέση μόνο ο θυμός, το πιο παλιό ανθρώπινο συναίσθημα». (σ. 76-77, απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο Ξηρά τροφή, γραμμένο το 1959 )

[…] […]

«Οι συλλήψεις της δεκαετίας του τριάντα ήταν συλλήψεις τυχαίες. Οι συλλαμβανόμενοι ήταν θύματα της λαθεμένης και τρομαχτικής θεωρίας της αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης στο βαθμό που σταθεροποιείται ο σοσιαλισμός. Οι καθηγητές, οι κομματικοί υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, οι μηχανικοί, οι αγρότες, οι εργάτες, που γέμιζαν τις φυλακές εκείνης της εποχής, δεν είχαν πίσω τους τίποτα θετικό, εκτός ίσως από την προσωπική τους ευπρέπεια, αφέλεια ίσως, με λίγα λόγια ιδιότητες που μάλλον διευκόλυναν παρά δυσκόλευαν το σωφρονιστικό έργο της τότε «Δικαιοσύνης». Η απουσία ενιαίας συνδετικής άποψης αποδυνάμωνε εξαιρετικά την ηθική αντοχή των κρατουμένων. Δεν ήταν ούτε εχθροί της εξουσίας ούτε κρατικοί εγκληματίες, και πεθαίνοντας δεν καταλάβαιναν γιατί έπρεπε να πεθάνουν. Ο εγωισμός τους, ο θυμός τους, δεν είχε πού να στηριχθεί. Κι αποκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον πέθαιναν στη λευκή έρημο της Κολιμά από πείνα, κρύο, πολύωρη δουλειά, ξυλοδαρμούς κι αρρώστιες. Έμαθαν αμέσως να μην υπερασπίζονται τον συνάδελφό τους, να μη στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Αυτό ακριβώς επεδίωκαν και οι Αρχές. Οι ψυχές όσων επέζησαν υφίσταντο πλήρη αποσύνθεση και τα σώματά τους δεν διέθεταν τις αναγκαίες για σωματικό μόχθο ιδιότητες». (σ. 603, απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο Η τελευταία μάχη του ταγματάρχη Πουγκατσιόφ, γραμμένο το 1959)

Π.

Both comments and trackbacks are currently closed.