Δουλειά, μία ακόμη εξαπάτηση της κυριαρχίας

Στην ση­με­ρι­νή ε­πο­χή της εκ­με­τάλ­λευ­σης και της α­να­διορ­γά­νω­σης της κυ­ριαρ­χί­ας στην πα­γκό­σμια σκα­κιέ­ρα των οι­κο­νο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων, ε­κα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πων, α­πό την ε­φη­βι­κή κιό­λας η­λι­κί­α, α­γω­νιούν, α­ντα­γω­νί­ζο­νται και διεκ­δι­κούν μια θέ­ση ερ­γα­σί­ας που θα τους προ­σφέ­ρει την πο­λυ­πό­θη­τη «οι­κο­νο­μι­κή ε­λευ­θε­ρί­α». Μια «ε­λευ­θε­ρί­α» που έ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά οι­κο­νο­μι­κής α­πο­κα­τά­στα­σης και συ­νε­πώς ο ο­ποιοσ­δή­πο­τε που την κα­τέ­χει θα έ­χει την ι­κα­νό­τη­τα να «ζή­σει» κα­τα­να­λώ­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρες «α­νά­γκες». Φυ­σι­κά ό­σα ε­φό­δια δια­θέ­τει κά­ποιος σε μορ­φω­τι­κό ε­πί­πε­δο (ου­σια­στι­κά ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χαρ­τιά έ­χει κά­ποιος) τό­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη «ε­λευ­θε­ρί­α» θα καρ­πω­θεί α­πό τους άλ­λους.

Η δου­λειά, λοι­πόν, σε κά­νει «ε­λεύ­θε­ρο»!!

Εί­ναι μια α­ντί­λη­ψη που έ­χει ρί­ζες α­πό τις αρ­χαί­ες πε­ριό­δους και ε­πο­χές, ό­που με το πέ­ρα­σμα των αιώ­νων α­να­δεί­χτη­κε η ω­μή και η βί­αι­η εκ­με­τάλ­λευ­ση της κυ­ριαρ­χί­ας εις βά­ρος του αν­θρώ­που, με τα θλι­βε­ρά α­πο­τε­λέ­σμα­τα των σφα­γών, των λε­η­λα­σιών, των κα­τα­κτή­σε­ων και της σκλα­βιάς.

Α­πό την στιγ­μή που η ερ­γα­σί­α χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε α­πό την το­πι­κή κυ­ριαρ­χί­α ως ερ­γα­λεί­ο οι­κο­νο­μι­κής διευ­θέ­τη­σης, κλη­ρο­νό­μη­σε ταυ­τό­χρο­να μέ­χρι και θρη­σκευ­τι­κές δο­ξα­σί­ες. Δο­ξα­σί­ες που α­πο­τέ­λε­σαν την στε­ρε­ή βά­ση της προ­πα­γάν­δας του ι­σχυ­ρού, η ο­ποία προ­κά­λε­σε την έ­ξαρ­ση του φα­να­τι­σμού του πνεύ­μα­τος της θυ­σίας, με το πρό­σχη­μα της ευ­η­με­ρί­ας της «κοι­νό­τη­τας». Ε­κα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πων εί­τε σφα­γιά­στη­καν εί­τε δού­λε­ψαν μια ο­λό­κλη­ρη ζω­ή για τα συμ­φέ­ρο­ντα της κυ­ριαρ­χί­ας, μι­κρών ή με­γά­λων δυ­να­στών.

Μια κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τεί και σή­με­ρα, με πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και εκ­μο­ντερ­νι­σμέ­νες μορ­φές οι­κο­νο­μι­κού και κοι­νω­νι­κού ε­λέγ­χου, κα­τα­πί­ε­σης, εκ­βια­σμού και εκ­φο­βι­σμού. Το δόγ­μα που ε­πι­τάσ­σουν τα κρα­τι­κά συ­στή­μα­τα: «κα­λή δου­λειά = κέρ­δος = κα­τα­νά­λω­ση», δι­καιο­λο­γεί τον ι­δρώ­τα που ρέ­ει στο μέ­τω­πο των αν­θρώ­πων και τους κά­νει να νοιώ­θουν υ­πε­ρή­φα­νοι γι’ αυ­τό που κα­τα­να­λώ­νουν.

Έ­χει, ε­πί­σης πα­γιω­θεί η νο­ο­τρο­πί­α κα­τά την ο­ποί­α η κα­ριέ­ρα και οι δια­χει­ρι­στι­κές ι­κα­νό­τη­τες, η ε­μπει­ρί­α του α­ντι­κει­μέ­νου, η ι­κα­νό­τη­τα ει­σα­γω­γής και η γνώ­ση του κυ­κλώ­μα­τος των ε­πι­χει­ρή­σε­ων εί­ναι, κυ­ρί­ως, για «ώ­ρι­μους και κοι­νω­νι­κά υ­πεύ­θυ­νους» αν­θρώ­πους.

Αν σκε­φτού­με ό­τι σε μια δια­φο­ρε­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, αρ­χέ­γο­νη, ό­που η κοι­νω­νί­α αυ­το­δια­χει­ρί­ζε­ται τις πη­γές (πό­σι­μου νε­ρού και πρώ­των υ­λών) και την καλ­λιέρ­γεια τής γης, με μο­να­δι­κό στό­χο την τρο­φή και την δη­μιουρ­γί­α α­πα­ραί­τη­των ει­δών, θα ε­πέ­τρε­πε την αυ­θόρ­μη­τη α­φο­σί­ω­ση του αν­θρώ­που στην εργασία επειδή α­κρι­βώς θα ή­ταν σε αρ­μο­νί­α με τον φυ­σι­κό δε­σμό που τον ε­νώ­νει με το πε­ρι­βάλ­λον και θα ή­ταν α­παλ­λαγ­μέ­νος α­πό την χρη­μα­τι­κή ε­ξάρ­τη­ση.

Α­ντί­θε­τα σε οι­κο­νο­μι­κά συ­στή­μα­τα που στη­ρί­ζο­νται στις ε­πι­τα­γές της κυ­ριαρ­χί­ας και τα ο­ποί­α δεν παύ­ουν να εί­ναι συ­στή­μα­τα ε­μπο­ρευ­μα­τι­κά, ο άν­θρω­πος πα­ρα­μέ­νει υ­πό­δου­λος και ε­ξα­να­γκά­ζε­ται να δου­λεύ­ει. Για τους «δια­χει­ρι­στές» τέ­τοιων συ­στη­μά­των η κοι­νω­νί­α α­πο­τε­λεί το πε­δί­ο της βί­αι­ης δρά­σης τους ό­που η δου­λι­κό­τη­τα, η εκ­με­τάλ­λευ­ση και η «ε­ξη­μέ­ρω­ση» των αν­θρώ­πων ε­πι­βάλ­λε­ται ως η μό­νη α­διά­ψευ­στη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Με αυ­τές τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες η δου­λειά εί­ναι η εκ­με­τάλ­λευ­ση του αν­θρώ­που α­πό την κυ­ριαρ­χί­α η ο­ποί­α με το πέ­ρα­σμα των αιώ­νων α­νά­δει­ξε σε η­θι­κή α­ξί­α την συ­νει­δη­τή α­φο­σί­ω­ση του α­τό­μου στην έμ­μι­σθη ερ­γα­σί­α, και συ­νε­χώς ε­πι­διώ­κει ση­μα­ντι­κά πο­λι­τι­κά και κοι­νω­νι­κά α­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Η μι­σθω­τή ερ­γα­σί­α ε­κτός των άλ­λων έ­γι­νε ση­μα­ντι­κό ερ­γα­λεί­ο της ε­ξα­πά­τη­σης των αν­θρώ­πων, συμ­βάλ­λο­ντας στα­θε­ρά στην εκ­μη­δέ­νι­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας του α­τό­μου και ει­σχω­ρεί στο ε­σω­τε­ρι­κό της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής με στό­χο να «προι­κί­σει» τον άν­θρω­πο με την λο­γι­κή του ερ­γα­ζό­με­νου, την λο­γι­κή του αν­θρώ­που μη­χα­νή.

Η ε­πι­λο­γή που θέ­τει η κυ­ριαρ­χί­α στον κα­θέ­να εί­ναι να α­πο­φα­σί­σει «να γί­νει μέ­λος της κοι­νω­νί­ας», ώ­στε να συμ­βά­λει στην πα­ρα­γω­γή και την οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη, ή δια­φο­ρε­τι­κά να α­πο­μο­νω­θεί, να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ως κοι­νω­νι­κό πα­ρά­σι­το, άρ­ρω­στος στο μυα­λό, α­να­τρε­πτι­κό στοι­χεί­ο, α­ντι­κοι­νω­νι­κός και ό­χι άν­θρω­πος.

Ζού­με σε μια πα­γκό­σμια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην ο­ποί­α αυ­τός που κα­τα­στρέ­φει την φύ­ση, που εκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται, που διοι­κεί, που ε­ξο­πλί­ζε­ται και κα­τα­στέλ­λει, που δια­χει­ρί­ζε­ται την «ε­λευ­θε­ρί­α» των άλ­λων δι­καιώ­νε­ται, ε­νώ αυ­τός που α­ντι­στέ­κε­ται και ε­ξε­γεί­ρε­ται κα­τα­δι­κά­ζε­ται.

Σή­με­ρα η έ­ντα­ξη του αν­θρώ­που στην οι­κο­γέ­νεια, στο σχο­λεί­ο, στο στρα­τό και στη δου­λειά προ­βάλ­λε­ται ως η­θι­κή α­ξί­α .

Το ό­τι ερ­γά­ζε­ται ση­μαί­νει ό­τι ει­σχω­ρεί στους μη­χα­νι­σμούς της κα­θη­με­ρι­νής πα­ρα­γω­γής. Στο βά­θος αι­σθά­νε­ται ό­τι βρί­σκε­ται μέ­σα σε μια οι­κο­γέ­νεια.

Α­πό την με­ριά της οι­κο­γέ­νειας ε­πι­χει­ρεί­ται να ε­ντα­χθούν οι νέ­οι σε αυ­τές τις λο­γι­κές και να πά­ρουν μέ­ρος στην δια­δι­κα­σί­α της πα­ρα­γω­γής, α­φού ξε­πε­ρά­σουν την «αρ­ρώ­στια» της ε­φη­βεί­ας (ό­νει­ρα, ε­πι­θυ­μί­α για ε­λευ­θε­ρί­α) με την στρα­τιω­τι­κή θη­τεί­α – «θε­ρα­πεία», με α­πο­τέ­λε­σμα να πα­γιώ­νε­ται η ι­δέ­α των θε­σμών, των α­πα­ραί­τη­των δο­μών και ε­πο­μέ­νως η ύ­παρ­ξη του κρά­τους.

Θα μπο­ρού­σε να α­να­ρω­τη­θεί κά­ποιος, πως εί­ναι δυ­να­τό να υ­φί­στα­ται τέ­τοια η­θι­κή και υ­λι­κή σκλα­βιά; Πως εί­ναι δυ­να­τό να υ­φί­στα­ται τους κα­θη­με­ρι­νούς ε­ξευ­τε­λι­σμούς στους πα­ρα­γω­γι­κούς κρί­κους; Αλ­λά ο φό­βος πα­ρα­μο­νεύ­ει στον κα­θέ­να. Έ­νας φό­βος που έ­χει να κά­νει με την α­πώ­λεια της δου­λειάς και τις τρα­γι­κές συ­νέ­πειες της «α­νερ­γίας».

Στο ε­σω­τε­ρι­κό των ερ­γο­στα­σί­ων, των ε­πι­χει­ρή­σε­ων και των άλ­λων ερ­γα­σια­κών χώ­ρων οι ψυ­χο­λο­γι­κές συν­θή­κες εί­ναι φο­βε­ρές αν και δια­φέ­ρουν με­τα­ξύ τους. Α­πό τη δυ­σκο­λί­α του τα­μί­α να πε­ρι­μέ­νει να ζη­τή­σει την ά­δεια για να πά­ει στο μπά­νιο, μέ­χρι τον η­λι­κιω­μέ­νο ερ­γά­τη που δέ­χε­ται ε­πί­πλη­ξη α­πό τον αυ­θά­δη νε­ό­τε­ρο μη­χα­νι­κό στον ο­ποί­ο υ­πο­δεί­χτη­κε να α­πο­κτή­σει κά­θε μορ­φή ε­ξου­σί­ας, με κά­θε τρό­πο, σε ο­ποια­δή­πο­τε κα­τά­στα­ση, λό­γο τις υ­ψη­λό­τε­ρης ερ­γα­σια­κής του βαθ­μί­δας.

Οι τέσ­σε­ρις θε­με­λιώ­δεις βά­σεις που φτιά­χνουν τον κα­λό ερ­γα­ζό­με­νο, την κα­λή δου­λειά και το κα­λό προ­ϊ­όν εί­ναι η ποιό­τη­τα, η α­σφά­λεια, η ε­μπι­στο­σύ­νη, και η «κοι­νω­νι­κή ευαι­σθη­σί­α». Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που πρέ­πει να με­τα­δο­θούν στον πε­λά­τη, ο ο­ποί­ος εί­ναι και αυ­τός ερ­γα­ζό­με­νος, μέ­σω μιας στε­ρε­ό­τυ­πης και χα­μο­γε­λα­στής ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Ό­λοι έ­χουν χά­σει την προ­σω­πι­κό­τη­τά τους, τον αυ­θορ­μη­τι­σμό τους, ό­λοι η­θο­ποιοί στο θέ­α­τρο που λέ­γε­ται «οι­κο­νο­μι­κή ζω­ή και α­νά­πτυ­ξη»

Εί­ναι δυ­να­τό να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει κά­ποιος ό­λα τα πα­ρα­πά­νω και να ε­ξε­γερ­θεί; Ί­σως ναι, ί­σως χρειά­ζε­ται α­κό­μα και­ρός.

Σε συν­θή­κες που οι άν­θρω­ποι ε­πι­τί­θε­νται α­διά­κρι­τα στους κα­τα­ρα­μέ­νους δυ­νά­στες (βιο­μη­χά­νους, ε­πι­στή­μο­νες, πο­λι­τι­κούς, στρα­το­κρά­τες, πο­λυε­θνι­κές…), με ά­σκη­ση ι­σχυ­ρής πί­ε­σης συ­νεί­δη­σης και κοι­νω­νι­κής δρά­σης, θα μπο­ρέ­σουν πραγ­μα­τι­κά να προ­κα­λέ­σουν κα­τα­πο­ντι­σμό στο σύ­στη­μα και με τις ε­ξε­γέρ­σεις τους θα εί­ναι ι­κα­νοί να κερ­δί­σουν μια ζω­ή που πραγ­μα­τι­κά α­ξί­ζει να την ζή­σουν, μια ζω­ή α­παλ­λαγ­μέ­νη α­πό τα ι­διω­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, το κέρ­δος και την ε­ξου­σί­α.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φύλλο 16, Ιούλιος-Αύγουστος 2003
Both comments and trackbacks are currently closed.