Το Μυθιστόρημα Ενός Ανθρώπου Δίχως Πεπρωμένο

«Όταν υπάρχει μοίρα, τότε η ελευθερία είναι αδύνατη˙ όταν όμως υπάρχει ελευθερία, θα πει ότι η μοίρα είμαστε εμείς οι ίδιοι»[1].

Με τα λόγια αυτά συνοψίζει τις σκέψεις του στο ερώτημα τι σήμαινε να είσαι «Εβραίος», αλλά και γενικά άνθρωπος, ο Γκιόργκι Κόβατς, ένας έφηβος Ούγγρος εβραϊκής καταγωγής, όπως τον έπλασε ο Ίμρε Κέρτες στο Μυθιστόρημα Ενός Ανθρώπου Δίχως Πεπρωμένο. Ο Κέρτες γεννήθηκε στην Βουδαπέστη στις 9 Νοεμβρίου του 1929, από εβραϊκή οικογένεια. Το 1944, σε ηλικία 14 χρόνων, εκτοπίστηκε για έναν χρόνο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς-Μπίργκεναου και κατόπιν σε εκείνο του Μπούχενβαλντ. Μετά την ήττα των Εθνικοσοσιαλιστών, επέστρεψε στην Βουδαπέστη, όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές του και στην συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής. Εξ αιτίας των προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το κομμουνιστικό καθεστώς της μεταπολεμικής Ουγγαρίας, το 1951 απολύθηκε από την εφημερίδα, όπου εργαζόταν και από το 1953 δούλευε ως συνεργαζόμενος δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα, ενώ παράλληλα έγραφε οπερέτες για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Γνώστης της γερμανικής γλώσσας, μετέφρασε έργα των Νίτσε, Φρόυντ, Βιττγκενστάιν και Ελίας Κανέττι. Μετά το 1990 μετακόμισε στο Βερολίνο, αναζητώντας τους ρυθμούς μιας ζωής αλλοιώτικης από εκείνη της Βουδαπέστης. Το 2002 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 31 Μαρτίου του 2016 στην Βουδαπέστη, σε ηλικία 86 ετών.

Ο Κέρτες ξεκίνησε να γράφει Το Μυθιστόρημα Ενός Ανθρώπου Δίχως Πεπρωμένο το 1960 και το ολοκλήρωσε το 1973. Το κομμουνιστικό καθεστώς απαγόρευσε αρχικά την κυκλοφορία του εν λόγω έργου, το οποίο τελικά εκδόθηκε για πρώτη φορά δύο χρόνια αργότερα. Σε αυτό, ο Κέρτες καταθέτει τις εμπειρίες ενός δεκατετράχρονου εβραίου, του Γκιόργκι Κόβατς, ο οποίος κατά την διάρκεια του πολέμου συλλαμβάνεται στην Ουγγαρία μαζί με τους συμμαθητές του και μεταφέρεται για λίγες μέρες στο Άουσβιτς, κατόπιν στο Μπούχενβαλντ και τέλος καταλήγει στο στρατόπεδο εργασίας του Τσάιτς. Παρ’ ότι το μυθιστόρημα δεν είναι μία αυτοβιογραφία, ο χαρακτήρας που έπλασε ο Κέρτες αποδίδει μία συγκεκριμένη αντίληψη, βιωματική για τον ίδιο, σχετικά με το τι ήταν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως αναφέρει, «επινόησα ένα αγόρι ακριβώς διότι σε μία δικτατορία ο καθένας παραμένει εγκλωβισμένος σε μια παιδική κατάσταση άγνοιας και ανημπόριας»[2].

Στα μάτια του μικρού αγοριού, η σύλληψη των παιδιών εμφανίζεται σαν ένα απροσδόκητο γεγονός, που σπάει την μονοτονία της εργασίας, που τους είχε ανατεθεί στα εργοστάσια της περιοχής όπου ζούσαν. Το ταξίδι προς την Γερμανία δεν είναι παρά μία ακατανόητη ταλαιπωρία, που όμως σύντομα θα περάσει, καθώς εκεί τους περιμένει μια αξιοπρεπής δουλειά, όπως τους είχε υποσχεθεί το «Εβραϊκό Συμβούλιο», όταν βρίσκονταν ακόμα στην Ουγγαρία. Στο Άουσβιτς, η θέα των αιχμαλώτων προκαλεί μεγάλη έκπληξη στο μικρό αγόρι, που βλέπει πρώτη φορά στην ζωή του –τουλάχιστον από τόσο κοντά– πραγματικούς κρατούμενους. Μάλιστα, σύντομα αρχίζει να αναρωτιέται με ενδιαφέρον και περιέργεια ποια ήταν τα αδικήματα που είχαν διαπράξει αυτοί οι κρατούμενοι, δίχως να μπορεί ακόμα να αντιληφθεί ποιος ήταν και ο δικός του προορισμός. Μέσα στην αναστάτωση των εξαθλιωμένων, ανθρώπων που κατέβαιναν από τα τραίνα στο στρατόπεδο, το αγόρι νιώθει μια μικρή ανακούφιση βλέποντας τους αξιωματικούς των Ες-Ες, που η ηρεμία και η αταραξία τους τού δίνει την αίσθηση της οργάνωσης και της ασφάλειας. Κατάπληξη, καχυποψία, προσμονή, ακόμα και ανία, αυτά είναι τα συναισθήματα του αγοριού τις λίγες μέρες της παραμονής του στο Άουσβιτς. Αρχικά όλα μοιάζουν σαν «κοροϊδία, σαν φοιτητική φάρσα». Ο μικρός Γκιόργκι περιγράφει την πρώτη νύχτα στο στρατόπεδο: «τότε είδα για πρώτη φορά το χρώμα που έχει η νύχτα εδώ, αλλά και ένα από τα φαινόμενά της: τα βεγγαλικά, ένα πραγματικό πυροτέχνημα από φλόγες και σπίθες σε ολόκληρη την αριστερή πλευρά του ουρανού. Ολόγυρά μου ο κόσμος ψιθύριζε, μουρμούριζε και επαναλάμβανε: «Τα κρεματόρια!» μάλλον, όμως, με την έκπληξη, θα έλεγα, που προκαλεί ένα φυσικό φαινόμενο». Αποσβολωμένοι και σε κατάσταση παράλυσης, οι κρατούμενοι μαγνητίζονταν από τον ίδιο τον επικείμενο χαμό τους.

Όταν αποκαλύπτεται σταδιακά η φύση των στρατοπέδων και η θέση των φυλακισμένων μέσα σε αυτά, το αγόρι βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα κατάσταση· την ανταμοιβή, που θα έβρισκε κάποτε σε ένα παιχνίδι, πρέπει τώρα να την αναζητήσει στην ίδια την προσπάθεια να επιβιώσει. Τα στρατόπεδα ξεδιπλώνονται σιγά σιγά στα μάτια του μικρού Γκιόργκι σαν ολόκληρες πολιτείες, με τους πύργους και τα παραπήγματά τους, με την δική τους εσωτερική ζωή, τους ποικίλους διαχωρισμούς και τις διαβαθμίσεις μεταξύ των ίδιων των κρατουμένων, ακόμα και το εμπόριο που έστηναν οι «μαυραγορίτες», κρατούμενοι και αυτοί οι ίδιοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ευθύνη για την εφαρμογή των διαταγών που έβγαζαν οι Γερμανοί αξιωματικοί είχαν αναλάβει ορισμένοι από τους, κατά σειρά εγκλεισμού, «αρχαιότερους» των φυλακισμένων. Αυτοί είχαν να εκτελέσουν την βάρδιά τους και κατόπιν μπορούσαν να κυκλοφορούν και με πολιτικά, ενώ μερικοί είχαν στην διάθεσή τους ακόμα και φτηνά αρώματα· «αυτός ο αριστοκράτης δεν ήταν παρά ένας κρατούμενος σαν και εμάς», σκέφτεται το μικρό αγόρι όταν αντικρίζει για πρώτη φορά έναν θαλαμοφύλακα της Ασφάλειας Μονάδας.

Το Τσάιτς ήταν ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, όπου οι αιχμάλωτοι σέρνονταν στα κάτεργα της γερμανικής «Ανωνύμου Εταιρίας Λιγνίτη-Βενζίνης». Στα εργοτάξια την φρούρηση αναλάμβαναν Γερμανοί στρατιώτες της οργάνωσης Τόντ[3]. «Μόνο στο Τσάιτς κατάλαβα ότι και η αιχμαλωσία έχει την καθημερινότητά της, μάλιστα, ότι η πραγματική αιχμαλωσία αποτελείται κατά βάθος από μια γκρίζα καθημερινότητα», αναφέρει ο Γκιόργκι. Και όταν τσακισμένος από αυτή την καθημερινότητα, ίδιος ένα απλανές λείψανο, οδηγείται πίσω στο Μπούχενβαλντ, η ελπίδα πως ίσως θα μπορούσε τελικά να επιβιώσει, εμφανίζεται ξανά. Και ενώ πιστεύει πως οδηγείται για εκτέλεση, το κάρο που τον μεταφέρει στοιβαγμένο πάνω σε άλλα πολλά ανθρώπινα λείψανα περνά δίπλα από ένα καζάνι με το συσσίτιο των φυλακισμένων. Η μυρωδιά της σούπας που άλλοτε έφερνε αναγούλα στο μικρό αγόρι, τώρα φαντάζει σαν αληθινή ευωδιά. Και η ελπίδα παρασέρνει το παιδί: «Ήταν κρίμα, γιατί αυτή η στιγμή, αυτή η ευωδιά προκάλεσε στο κατά τα άλλα απαθές στήθος μου ένα συναίσθημα που, έτσι καθώς πλημμύριζε κατά κύματα, ανάγκασε τα κατάστεγνα μάτια μου να στάξουν μερικές ζεστές σταγόνες πάνω στην παγωμένη μύτη μου. Και όσο και αν προσπαθούσα να ζυγίσω τα πράγματα, όση λογική, όση σύνεση, όση νηφαλιότητα κι αν προσπαθούσα να επιδείξω, δεν βοηθούσε σε τίποτα – δεν ήταν δυνατόν να κλείσω τ’ αυτιά μου σ’ εκείνη τη μυστική φωνή, σ’ εκείνη τη φωνή που κατά κάποιον τρόπο ντρεπόταν κι η ίδια για τον παραλογισμό της κι ωστόσο γινόταν όλο και επίμονη, σ’ εκείνη τη φωνή μιας αμυδρής λαχτάρας: θα ήθελα να ζήσω λίγο ακόμα σε τούτο το ωραίο στρατόπεδο συγκέντρωσης».

Το αγόρι τελικά επέζησε, όπως και ο Κέρτες, και είχε την ευκαιρία να επιστρέψει στην Βουδαπέστη. Όμως ακόμα και όταν τα αμερικανικά στρατεύματα μπήκαν στο Μπούχενβαλντ, πριν από όλα σκέφτηκε πως η ώρα δεν ήταν η κατάλληλη, καθώς η γενική αναστάτωση θα ακύρωνε το συσσίτιο του μεσημεριού, και στα στρατόπεδα η λιγοστές μερίδες ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Όταν ανακοινώθηκε στους μέχρι πρότινος αιχμαλώτους πως το συσσίτιο, έστω με καθυστέρηση, τελικά θα μοιραζόταν, ο Γκιόρκι ηρέμησε: «μόνο τότε έπεσα ανακουφισμένος στο μαξιλάρι μου, μόνο τότε ένιωσα κάτι να λύνεται μέσα μου, μόνο τότε σκέφτηκα και εγώ –για πρώτη φορά στα σοβαρά – την ελευθερία».

Επιστρέφοντας στην Βουδαπέστη, το αγόρι βρέθηκε αντιμέτωπο με μια άλλη κατάσταση, που σύντομα θα γινόταν η νέα καθημερινότητα. Μετά το χρόνο της αιχμαλωσίας του, οι άνθρωποι που συναντούσε ξανά, ακόμα και οι συγγενείς του, ήταν βαθιά αλλαγμένοι, ποτισμένοι με την νέα πολιτική ιδεολογία που ανέτειλε. Οι συζητήσεις σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είχαν ήδη βρει την θέση τους στην καθημερινή διάταξη του δημόσιου λόγου, επίμονες, φανατισμένες και πολιτικά χρωματισμένες. Η απότομη μετάπτωση, η αλλαγή του φρονήματος όσων μέχρι πριν λίγους μήνες δέχονταν παθητικά και άβουλα την «μοίρα» τους, που «ήρθε» να τους επιβληθεί από ένα απρόσιτο σε αυτούς μηχανισμό, και τώρα εμφανίζονταν οργισμένοι ακόμα και στην ιδέα ότι όσα έζησαν ήταν δυνατόν να έχουν συμβεί, αφήνει τον Γκιόργκι απογοητευμένο και αποξενωμένο από την κοινότητά του. Όταν ένας δημοσιογράφος τον ρωτάει για το κολαστήριο του Άουσβιτς, ο Γκιόργκι αποκρίνεται: «(την κόλαση) θα την φανταζόμουν σαν ένα μέρος που δεν σου αφήνει τα περιθώρια να βαρεθείς, ενώ σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης μπορείς να βαρεθείς, ακόμα και στο Άουσβιτς – με κάποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις, εννοείται… τα πάντα ξεκαθαρίζουν σιγά-σιγά, με τη χρονική διαδοχή, σκαλοπάτι σκαλοπάτι. Όταν ανέβεις το ένα σκαλοπάτι, όταν το αφήσεις πίσω σου, ακολουθεί το επόμενο. Όταν το ξέρεις αυτό, τότε ήδη έχεις καταλάβει τα πάντα. Κι έχοντας καταλάβει τα πάντα, δεν μένεις άπρακτος: τακτοποιείς κάθε τι καινούργιο, ζεις, ενεργείς, κινείσαι, πληροίς τις συνεχώς καινούργιες απαιτήσεις που υπάρχουν σε κάθε σκαλοπάτι. Αν όμως αυτή η χρονική διαδοχή δεν υπήρχε και όλη αυτή η γνώση έπεφτε πάνω μας αμέσως, επιτόπου, τότε το μυαλό μας ίσως να μην μπορούσε να τ’ αντέξει, ούτε και η καρδιά μας όμως…».

Ο Κέρτες, έχοντας ζήσει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ασφαλώς και δεν επιχειρεί να τα εξωραΐσει. Εκείνο στο οποίο αντιστέκεται είναι η παραμόρφωση των γεγονότων· παραμόρφωση, θα προσθέταμε εμείς, μέσα από το πρίσμα των συμφερόντων εκείνων των μπλοκ εξουσίας που κέρδισαν τον πόλεμο. Ο Κέρτες έγραψε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης διότι, μεταξύ των άλλων, και μετά τον πόλεμο «το Άουσβιτς είναι παντού», όπως έλεγε. Αποκλεισμένος από έναν κόσμο παντοτινά ξένο για τον ίδιο, έπρεπε κάθε μέρα να βρίσκει ένα καινούργιο μονοπάτι για να εισαχθεί ξανά στην ζωή, χωρίς ελπίδα για γαλήνη και καταλλαγή. Το Μυθιστόρημα Ενός Ανθρώπου Δίχως Πεπρωμένο είναι τα βήματα ενός παιδιού, που έζησε και αυτό μια δεδομένη μοίρα, που αν και δεν ήταν μοίρα προορισμένη για αυτό το ίδιο, την έζησε όμως. Και το μυθιστόρημα αυτό απορρίπτει κάθε αναπαράσταση των στρατοπέδων που είναι ανίκανη ή απρόθυμη να κατανοήσει την οργανική σύνδεση του δικού μας παραμορφωμένου τρόπου ζωής και της ίδιας της δυνατότητας να υπάρξουν αυτά τα στρατόπεδα.

K. A.

[1] Ίμρε Κέρτες, Το Μυθιστόρημα Ενός Ανθρώπου Δίχως Πεπρωμένο, Μετάφραση Λαγουδάκου Γιώτα, Επιμέλεια Χρυσοστομίδης Ανταίος, σελ. 209, έκδ. Καστανιώτης, 2010.

[2] The PARIS REVIEW: Imre Kertιsz, The Art of Fiction No. 220, Interviewed by Luisa Zielinski.

[3] Οργάνωση που πήρε το όνομά της από τον Φριτς Τοντ, ο οποίος το 1933 έγινε γενικός διευθυντής του γερμανικού οδικού δικτύου και το 1938 ίδρυσε την ομώνυμη οργάνωση.

Both comments and trackbacks are currently closed.
Αρέσει σε %d bloggers: