Μωρίας Εγκώμιον

Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ

Μετάφραση Στρατής Τσίκρας

1970/ σελ. 191

«Παρακαλώ τους συκοφάντες μου να καταλάβουν πως αφιέρωσα τα νειάτα μου μελετώντας με πάθος τ’ αρχαία γράμματα και με πολλά ξενύχτια μπόρεσα ν’ αποχτήσω μια μέτρια γνώση της λατινικής και της ελληνικής γλώσσας, όχι γιατί αναζητούσα κάποια μάταιη δόξα ή για να ευφράνω μ’ ασήμαντες χαρές το πνεύμα μου, αλλά για να ομορφύνω το ναό του Κυρίου, που τον ντροπιάζουν η αμάθεια και η βαρβαρότητα…» Desiderius / Erasmus

Μέσα από αυτό το σατιρικό βιβλίο του, ο Έρασμος, κάνει κριτική στους ασύδοτους και αδίστακτους ισχυρούς της γης, με σκοπό «να δασκαλέψει και να ορμηνέψει». Προσωποποιώντας την Μωρία, την  τρέλλα, τής δίνει φωνή και τής επιτρέπει να μιλήσει για τον εαυτό της, για την δύναμη που διαθέτει, την ακαταμάχητη γοητεία και τον έλεγχο που ασκεί πάνω στους ανθρώπους. Έτσι, η  τρέλλα «ελέγχοντας ειρωνικά τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα», χωρίς πολλές πολλές τσιριμόνιες, περιγράφει ανάγλυφα και με λεπτομέρειες τα έργα και τις ημέρες αυτών που δρουν υπό την επιρροή της. Όμως, κατά τον Έρασμο, πώς να θυμώσεις με μία τρελλή, αφού υποτίθεται ότι δεν ξέρει τί λέει ή μάλλον, αφού είναι τρελή, δεν μπορεί να μιλήσει σοβαρά;

Με αυτόν τον τρόπο, ο Έρασμος, (ή μάλλον η Μωρία), τα λέει έξω από τα δόντια και περνά γενεές δεκατέσσερεις θεούς και θνητούς, ηγεμόνες και αυλικούς, νέους και γέρους, πλούσιους και φτωχούς, φιλόσοφους, εμπόρους, νομικούς, ποιητές και στρατιωτικούς, θεολόγους και καρδινάλιους, ακόμα και τον ίδιο τον Πάπα – αρκετά τολμηρό και μάλλον απαγορευμένο εγχείρημα για εκείνη την εποχή.

Καυτηριάζει τις συνήθειες των ανθρώπων της εποχής του (1500 μΧ) – την προσήλωση στα υλικά αγαθά, τον πλούτο, την δόξα, την δύναμη, την επιβολή και την κολακεία, ενώ, επηρεασμένος από τον Πλάτωνα και τους αρχαίους σοφούς, υπογραμμίζει αυτά που, κατά την γνώμη της, τελούν υπό έλλειψη, δηλαδή, την κριτική σκέψη, την αυτογνωσία και την διαρκή αναζήτηση της αλήθειας.

Σε επιστολή του προς τον φίλο του Θωμά Μωρ, ο Έρασμος γράφει σχετικά:

«Πάλι, αν μένει πια κανένας πεισματάρης, που μήτε αυτά τα λόγια δεν τον μαλακώνουν, τον παρακαλώ να στοχαστεί πως είναι ωραίο να σε κατακρίνει η  τρέλλα». Ωστόσο το τολμηρό, για την εποχή, εγχείρημά του προκαλεί την μήνιν του εκκλησιαστικού σώματος και γι’ αυτό τιμωρείται…

Γράφει ο Στρατής Τσίρκας στον πρόλογο του βι­βλίου «Πόσο συγκαιρινός μας φαίνεται ο κατατρεγμός του από τα φανατισμένα στίφη των σχολαστικών, των καλογέρων, των ισχυρών της ημέρας, τα βιβλία του ν’ αφορίζονται ή να καίονται στην πυρά, κι αυτός κυνηγημένος, πότε από τον πόλεμο ή την μισαλλοδοξία και πότε από την πανούκλα, όλο να φεύγει από τόπο σε τόπο, «ευρωπαίος» με τη σημερινή σημασία της λέξης, πρόδρομος από ανάγκη αλλά κι από πεποίθηση της ιδέας να καταργηθούν τα σύνορα και οι πόλεμοι, αιώνιος εξόριστος, που κουβαλούσε παντού το καταπονημένο σαρκίο του, σκεύος σοφίας και ανθρωπισμού».

Σύντομο Ιστορικό:

Μετά την Άλωση της Κων/πολης από τους Οθωμανούς το 1453, πολλοί βυζαντινοί λόγιοι και φιλόσοφοι καταφεύγουν σε χώρες της Δύσης, μεταφέροντας μαζί τους χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων, γνωρίζοντας την αρχαία γραμματεία και τους κλασσικούς φιλόσοφους. Αυτοί οι «φυγάδες» διδάσκουν και, μεταδίδοντας τις γνώσεις τους, συμβάλλουν στην εμφάνιση του Ανθρωπισμού και της Αναγέννησης των Γραμμάτων και των Τεχνών στην Ευρώπη. Μιας Ευρώπης που αγωνίζεται να απομακρυνθεί από τον Μεσαίωνα, την επιβολή και το αλάθητο του Πάπα, την εξουσία του κλήρου, την Ιερά Εξέταση, την θανάτωση στην πυρά των «αιρετικών», το κυνήγι κάθε είδους «μαγισσών», τον φεουδαλισμό, την αμάθεια και τον αναλφαβητισμό…

Ο Ντεζιντέριους Έρασμους Ροτεροντάμους (Desi-de­rius Erasmus Roterodamus, 28 Οκτωβρίου 1466 – 12 Ιουλίου 1536), Ολλανδός, καθολικός ιερέας, θεολόγος και λόγιος, επηρεασμένος από τον κλασσικό ελληνισμό, συμβάλλει μαζί με τον Θωμά Μωρ στην «μεγάλη χειραφέτηση της ανθρώπινης σκέψης». Γνωστά έργα του (μεταξύ πολλών άλλων) είναι το Εγχειρίδιο του Χριστιανού Ιππότη (Institutio principis christiani), η Πραγματεία στην Προετοιμασία για τον Θάνατο (De preparatione ad mortem) και το Περί της Ευγενείας των Παίδων (De civilitate morum puerilium).

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφηκε το Μωρίας Εγκώμιον

Ο Έρασμος, ενώ φιλοξενείται στο σπίτι του φίλου του Θωμά Μωρ και «ενώ ένας πόνος στα νεφρά με κρατούσε από μέρες […] και δεν με άφηνε να αφιερωθώ με πάθος σε πιο σοβαρές εργασίες […] μη έχοντας τι να κάνω βάλθηκα να διασκεδάζω με αυτό το Μωρίας Εγκώμιον, όχι με πρόθεση να το δημοσιέψω αλλά για να ελαφρώσω μ’ ένα τέτοιο περισπασμό τους πόνους της αρρώστιας […] διαβάζω την αρχή του έργου μου σε πολλούς καλούς φίλους για να γελάσουμε μαζί του, όλοι παρέα … τους άρεσε πολύ και με παρακίνησαν να συνεχίσω […] αφιέρωσα σ’ αυτή τη δουλειά περίπου εφτά μέρες – χάσιμο καιρού άλλωστε […] οι ίδιοι αυτοί φίλοι ανέλαβαν να πάνε το βιβλιαράκι μου στη Γαλλία όπου τυπώθηκε»…

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Η Τρέλλα συστήνεται και μιλά για την καταγωγή της:

Δεν πα να λέει το κοπάδι των ανθρώπων, –και ξέρω το τί σέρνουνε της Τρέλλας ακόμα και οι τρελλοί–, όμως εγώ, μονάχα εγώ, σας λέω, ευφραίνω τους ανθρώπους και θεούς…

[…]

Εγώ, η Τρέλλα, είμαι, όπως βλέπετε, η αληθινή δωρήτρια της ευτυχίας, που οι Λατίνοι ονομάζουν Stultitia και οι Έλληνες Μωρία…

Αχάριστη φάρα οι άνθρωποι, μα την αλήθεια! Μπορεί να είναι οι καλύτεροι οπαδοί μου, όμως, δημόσια τ’ όνομά μου το σέρνουν κατάμουτρα στους άλλους σαν βρισιά. Ε, λοιπόν, αυτούς που είναι πιο τρελλοί, μωρότατοι, και θέλουν από πάνω να περνούν και για σοφοί, για Θαλήδες, εμείς θα πρέπει να τους λέμε μωρόσοφους. Δεν έχω δίκιο;

[…]

Μήτε το Χάος, μήτε ο Άδης, μήτε ο Κρόνος, μήτε ο Ιαπετός, μήτε κανένας απ’ αυτούς τους ξεπεσμένους και σκουριασμένους θεούς είναι ο πατέρας μου. Με γέννησε ο Πλούτος, μόνος πατέρας ανθρώπων και θεών, και να με συμπαθά ο Ησίοδος κι ο Όμηρος, ακόμα κι ο Δίας. Μ’ ένα γνέψιμο του πατέρα μου του Πλούτου, σήμερα όπως και παλιά, όλος ο κόσμος έρχεται τ’ απάνω κάτω, εμ ιερός εμ βέβηλος. Αυτός κανονίζει με τα κέφια του πολέμους, ειρήνη, κυβερνήσεις, συμβούλια, δικαστήρια, συνελεύσεις, γάμους, συνθήκες, συμμαχίες, νόμους, τέχνες, αγώνες, απολαύσεις, δουλειές, –ωχ, μου κόπηκε η ανάσα–, κοντολογής, όλες τις δημόσιες κι ιδιωτικές υποθέσεις των ανθρώπων.

[…] Μητέρα μου η Ήβη, με βύζαξαν η νύμφη Μέθη, κόρη του Βάκχου και η Απαιδευσιά κόρη του Πάνα […] και έχω συντροφιά πλήθος αυλικών: Την Φιλαυτία, την Κολακεία, την Λήθη, την Τεμπελιά, την Χαζομάρα, την Τρυφή, την Ηδονή και δύο θεούς τον Καλοφαγά και τον Υπναρά. Αυτοί είναι όλοι κι όλοι οι αυλικοί μου· με υπηρετούν πιστά κι έτσι κυβερνώ τα πάντα, κι απλώνω την αυτοκρατορία μου ως και πάνω στους ίδιους τους αυτοκράτορες. […]

Πρέπει να σας δείξω τώρα πως δεν γίνεται ηρωικό κατόρθωμα χωρίς εμένα· δεν βρίσκεται καλή τέχνη που να μην την έχω εμπνεύσει εγώ η Μωρία, η Τρέλλα.

Δεν είναι τάχα στα πεδία του πολέμου που σοδιάζονται τ’ ανδραγαθήματα; Υπάρχει ωστόσο πιο μεγάλη  τρέλλα από τ’ αρχίνισμα, για δεν ξέρω ποιούς λόγους, μιας μάχης, απ’ όπου και τα δυο στρατόπεδα βγαίνουν στο τέλος πιο πολύ ζημιωμένα παρά κερδισμένα; Άνθρωποι σκοτώνονται και κανείς δεν τους λογαριάζει, σα να ’ταν απ’ τα Μέγαρα. Αλλά όταν οι σιδερόφραχτοι στρατοί αντικρίζονται, κι αντηχούν οι στριγγές σάλπιγγες, σε τί θα ωφελούσαν, σας παρακαλώ, εκείνοι οι σοφοί, οι εξαντλημένοι απ’ τη μελέτη, με το λίγο αίμα που τους απόμεινε, φτωχό και κρύο, όσο για ν’ ανασαίνουν; Τότε χρειάζονται άντρες χοντροί και παχουλοί, με λίγο μυαλό και πολύ κουράγιο. Ή μπας και προτιμάτε το Δημοσθένη στρατιώτη, που θυμήθηκε τη συμβουλή του Αρχίλοχου, πέταξε την ασπίδα του και το ’βαλε στα πόδια μόλις φάνηκε ο εχθρός; Δειλός στον πόλεμο, όσο δεινός ήταν στη ρητορική.

Θα μου πείτε ότι παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο η εξυπνάδα στον πόλεμο. Αν την έχει ο στρατηγός, συμφωνώ· όμως, και πάλι, εξυπνάδα στρατιώτη, όχι φιλόσοφου· όσο για τα ρέστα, παράσιτοι, ρουφιάνοι, λωποδύτες, ληστές, χερομάχοι, ηλίθιοι, μπαταξήδες, κοντολογίς το κατακάθι της κοινωνίας, αυτοί χρειάζονται για να γίνει σωστά ο ευγενικός πόλεμος. Κι όχι οι φιλόσοφοι που ξενυχτούν κάτω απ’ την λάμπα. […]

Ποιά δουλειά μπορούν να κάνουν στη ζωή αυτοί οι φιλόσοφοι; Καμμιά. Παράδειγμα ο Σωκράτης, που το μαντείο του Απόλλωνα, –πολύ άσοφα, να λέγεται–, τον ανακήρυξε Σοφό, πρώτον και καλύτερο. […] Λαμπρά! Μα καλύτερα θα ’κανε να εξηγήσει, πως για να ζήσεις σαν άντρας πρέπει να μην ανακατεύεσαι με την σοφία. Γιατί, τέλος πάντων, τί τον καταδίκασε να πιει το κώνειο, αν όχι η σοφία; Κι αλήθεια, φιλοσοφούσε για τα σύννεφα και τις ιδέες, μετρούσε μαθηματικά τα πόδια του ψύλλου κι εκστασιαζόταν με το ζιζίνισμα της σκνίπας, μα δεν κατάλαβε τίποτα από την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. […]

Μα τους θεούς! Κι έρχονται ύστερα απ’ αυτά κι ανεβάζουν στα ουράνια το περίφημο γνωμικό του Πλάτωνα: «Ευτυχισμένες οι Πολιτείες που θα τις κυβερνούσαν φιλόσοφοι ή που οι κυβερνήτες τους θα φιλοσοφούσαν»… Το αντίθετο! […]

Οι άνθρωποι αυτοί (οι σοφοί), στα δημόσια λειτουργήματα, περιορίζονταν να φέρνονται όπως ο γάιδαρος με τη λύρα. Αλλά και στις παραμικρές πράξεις της καθημερινής ζωής δείχνονται αδέξιοι. Κάνε σ’ ένα σοφό τραπέζι, θα σου το χαλάσει ή με την κατσουφιασμένη βουβαμάρα του ή με τις πληχτικές ελληνικούρες του. Ζήτησέ του να χορέψει: λες γκαμήλα που κουνά τα πισινά της. Τράβηξέ τον στο θέατρο: τα μούτρα του μονάχα θα κόψουν τα κέφια του κοινού… Έχει κάποια αγορά, ένα συμβόλαιο, κοντολογής να κάνει κάτι από τις απαραίτητες πράξεις που ζητά η καθημερινή ζωή; Ε! τότε δεν συμπεριφέρεται σαν άνθρωπος αυτός, αλλά σαν κούτσουρο! […]

Ποια Δημοκρατία κυβερνήθηκε ποτέ με τους νόμους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ή τα διδάγματα του Σωκράτη; Καμμία! Μόνο η Δόξα κινεί τα νήματα […] Κανείς άλλος από τη μάταιη δόξα: μια πολύ γλυκειά Σειρήνα που δεν παύουν να την αναθεματίζουν οι σοφοί! «Μα υπάρχει πιο παράλογο», λένε οι σοφοί, «απ’ το να παρακαλάς για μια θέση κολακεύοντας το λαό, ν’ αγοράζεις τις ψήφους με κεράσματα, να κυνηγάς τα χειροκροτήματα που σκορπούν τόσοι τρελοί, να χαίρεσαι όταν σε ζητωκραυγάζουν, να σε σηκώνουν θριαμβευτικά στα χέρια σαν είδωλο ή να κοιτάζεσαι φτιαγμένος μπρούτζινο άγαλμα στην Αγορά; Βάλε τώρα και τα δανεισμένα επίθετα, τις θεϊκές τιμές σ’ αυτό το ανθρωπάκι, και τις δημόσιες τελετές στις οποίες οι πιο εγκληματικοί τύραννοι αποθεώνονται. Τρέλες, που για να γελάσεις με δαύτες, ένας Δημόκριτος δεν θα σου έφτανε».

Ποιος λέει το αντίθετο; Απ’ αυτές όμως τις τρέλες γεννήθηκαν τα ηρωικά κατορθώματα που τόσες και τόσες σελίδες τ’ ανεβάζουν στους ουρανούς· η  τρέλλα (η μωρία) γεννά τις πολιτείες, αυτή βαστά τις αυτοκρατορίες, τις αρχές, τη θρησκεία, τις βουλές και τα δικαστήρια. Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα παιχνίδι της  τρέλλας. […]

Οι πιο μεγάλοι βασιλιάδες προτιμάνε τους τρελούς από τους αγέλαστους σοφούς, που τους συντηρούν, ωστόσο, από συνήθεια, για το γόητρο. Οι σοφοί δεν κομπιάζουν να πούνε τσουχτερές αλήθειες που συχνά πληγώνουν τα ντελικάτα αυτιά των βασιλιάδων, ενώ οι τζουτζέδες τούς δίνουν με απλοχεριά το μόνο που γυρεύουνε: διασκέδαση, χαμόγελα, χάχανα και χαρές. […] Τα αυτιά του ηγεμόνα την αλήθεια την σιχαίνονται· αν αποφεύγουν τους γνωστικούς, είναι γιατί φοβούνται μη λάχει κανένας πιο ντόμπρος και τολμήσει να τους πει αλήθειες κι όχι κολακείες. […]

Θέλω να σας μιλήσω για τους βασιλιάδες και τους πρίγκιπες αυλικούς· αυτοί τουλάχιστον, με την ειλικρίνεια που ταιριάζει σ’ ελεύθερους ανθρώπους, με λατρεύουν με καθαρή καρδιά. Και τώντις, αν είχαν κι ένα δράμι μυαλό, ποια ζωή θα ήταν πιο θλιβερή από τη δική τους, που να κόβεις δρόμος μακριά; Αν το καλοζύγιζε τί χαμαλίκι αναλαβαίνει όποιος θέλει να κυβερνήσει αληθινά, κανείς δεν θα δεχόταν ν’ αγοράσει την εξουσία πατώντας τον όρκο του ή σκοτώνοντας τον πατέρα του. Γιατί, μόλις πάρει στα χέρια του τα γκέμια, πρέπει να ξεχάσει τις δικές του δουλειές και να σκοτίζεται μόνο για τις δημόσιες υποθέσεις, να μην λογαριάζει παρά τι συμφέρει στον τόπο, να μην ξεμακραίνει στιγμή από τους νόμους που ο ίδιος έφτιασε και να τους εφαρμόζει πρώτα αυτός με το νι και με το σίγμα, ν’ απαιτεί από τους υπουργούς και τους δικαστές του να είναι ακέραιοι άνθρωποι, να ξέρει πως απάνω του είναι καρφωμένα όλα τα μάτια, και με την ενάρετη ζωή του, σαν καλό αστέρι, μπορεί να σώσει τους ανθρώπους ή, σαν όλεθρος κομήτης, να φέρει την καταστροφή. Γιατί, τα κουσούρια των άλλων δεν τα προσέχουν τόσο, και η επίδρασή τους δεν είναι μεγάλη· μα ο ηγεμόνας έχει τέτοια θέση, που και το παραμικρό στραβοπάτημά του από τον ίσιο δρόμο, γίνεται κακό παράδειγμα κι απλώνεται αμέσως σ’ όλους τους ανθρώπους σα θανατικό. […]

Αλήθεια λέω, αν ένας ηγεμόνας τα καλοζύγιζε όλα αυτά κι άλλα παρόμοια, –κι αυτό θα έπρεπε να το κάνει, αν ήταν μυαλωμένος–, δεν θα μπορούσε να ευχαριστηθεί μήτε τον ύπνο, μήτε το φαΐ.

Αλλά να, που χάρη σε εμένα, τις έγνοιες αυτές τις αφήνουν στους θεούς και φροντίζουν μόνο για τις δικές τους απολαύσεις. […] Έτσι, έχουμε έναν ηγεμόνα σας κι αυτούς που βλέπουμε συχνά: αγνοεί τους νόμους, εχθρεύεται σχεδόν το καλό του λαού γιατί γυρεύει μόνο το δικό του, παραδίνεται στις απολαύσεις, σιχαίνεται τη μόρφωση, μάχεται την ελευθερία και την αλήθεια, γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τη σωτηρία της χώρας και δε λογαριάζει για νόμιμα παρά μόνο τα πάθη του και τα συμφεροντά του… […]

Τι να πω τώρα για τους αυλικούς; Γενικά, δεν έχει πιο πουλημένους, δουλικούς, χαζούς και πρόστυχους απ’ αυτούς, […] διαρκώς φτιασιδώνονται και κολακεύουν χαριτωμένα. […]

Στην συνέχεια αναφέρεται με τον ίδιο τρόπο στους πάπες, τους καρδινάλιους και τους επισκόπους, στους πολέμους που κήρυξε η εκκλησία.

Τους ηγεμόνες συναγωνίζονται οι ποντίφηκες, οι καρδινάλιοι, οι επίσκοποι. […] Η χριστιανική Εκκλησία μ’ αίμα θεμελιώθηκε, μ’ αίμα στερεώθηκε και μ’ αίμα μεγάλωσε· γι’ αυτό ίσως κι αυτοί όλα τα κανονίζουν με το σπαθί. […] Ο πόλεμος είναι τόσο φριχτός, που ταιριάζει στα θεριά, όχι στους ανθρώπους· είναι μανία που τη στέλνουν οι Ερινύες, έτσι τον φαντάστηκαν οι ποιητές· είναι πανούκλα που σκορπάει παντού όπου περάσει τη διαφθορά· είναι άδικος, αφού οι χειρότεροι ληστές είναι συχνά κι οι καλύτεροι στρατιώτες· είναι ασέβεια που δεν έχει καμιά δουλειά με το Χριστό. Οι Πάπες, ωστόσο, τα παραμελούν όλα κι ασχολούνται μόνο με τον πόλεμο.

Στο τέλος του βιβλίου η Τρέλλα καταλήγει:

Μα ξεχάστηκα τόση ώρα, ξεπέρασα τα όρια! Ε, λοιπόν, αν νομίζετε πως το παράκανα στην αυθάδεια και στην πολυλογία, να σκεφτείτε πως σας μίλησα σαν τρελή και σαν … γυναίκα…

Αναρχία και Ζωή

Both comments and trackbacks are currently closed.