ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Επανήλθε στο προσκήνιο και στη δημοσιότητα το θέμα των σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας και μιας ενδεχόμενης συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών. Όπως είπε, σε δεύτερο χρόνο, ο Ιερώνυμος «υπήρξε πρόθεση για συμφωνία» και όχι συμφωνία, αλλά φυσικά δεν γνωρίζουμε πότε δυο μέρη και φορείς συζητούν ένα θέμα με την, εκ των προτέρων, πρόθεση να διαφωνήσουν. Στη διαπραγμάτευση ο στόχος της κάθε πλευράς είναι να υπάρξει συμφωνία που τουλάχιστον η κάθε πλευρά είτε θα είναι είτε θα νιώθει ωφελημένη είτε θα μπορεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά/πολιτικά τα οφέλη μιας απόφασης. Διαφορετικά εάν η πρόθεση είναι η διαφωνία τότε δεν υφίστανται συζητήσεις προς τη κατεύθυνση για μια νέα θεσμική συμφωνία. Ασφαλώς γνωρίζουμε ότι η συγκεκριμένη δήλωση απευθυνόταν αποκλειστικά και κύρια στους ιεράρχες και στις άμεσα εκφρασμένες αντιρρήσεις τους ως προς τη «συμφωνία».

Η ελληνική Εκκλησία, ως επίσημος θεσμικός και εκτελεστικός φορέας της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας στον ελλαδικό χώρο, εξ αρχής είχε άμεση και στενή σύνδεση με το Κράτος από την ίδρυση του ελληνικού μοναρχικού κρατιδίου. Άλλωστε, από το 1833 η Αντιβασιλεία της Ελλάδας επεξεργάζεται σχέδια απόσπασης της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ίδρυση αυτοκέφαλης εκκλησίας του ελληνικού βασιλείου. Τις προτάσεις αυτές παρουσιάζει την εποχή εκείνη ο Σπυρίδων Τρικούπης και η Αντιβασιλεία εκδίδει, χωρίς απόφαση και συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, βασιλικό διάταγμα όπου ανακηρύσσεται η αυτονομία της. Η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει πια δογματική σχέση με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και όχι διοικητική.

Το 1833 ήταν ένα έτος τομή για τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας αφού πέρα από την αυτονομία της Εκκλησίας, μια σειρά διαταγμάτων προσδιορίζουν θέματα διοίκησης και περιουσίας της. Την ίδια χρονιά διαλύονται οι μικρές, σε δυναμικότητα μοναχών, μονές με απόφαση της Αντιβασιλείας κάτι το οποίο προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Η περιουσία των μονών αυτών περνάει στις νομαρχίες. Εύλογη είναι η απορία, για το αν οι μονές συνέχιζαν να ανήκουν διοικητικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και όχι στην νεοσυσταθείσα Εκκλησία της Ελλάδος, η Αντιβασιλεία θα είχε προβεί στην ίδια απόφαση; Να διευκρινιστεί ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν τον γεωγραφικό χώρο τού τότε ελλαδικού Κράτους όπου δεν περιλαμβάνονταν για παράδειγμα η Θεσσαλία, η Μακεδονία, η Κρήτη και λοιπά νησιά. Και γι’ αυτό και σήμερα αυτές οι περιοχές υπάγονται στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο το 1850 παραχώρησε το αυτοκέφαλο καθεστώς στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Είναι φανερό ότι Εκκλησία χωρίς Κράτος δεν υπάρχει. Με την έννοια ότι το ίδιο το Κράτος που θέτει τους κανόνες και εκχωρεί εξουσίες σε συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά πεδία είναι εκείνο που επιτρέπει την ύπαρξη ή μη της Εκκλησίας. Αυστηρά αναφερόμαστε στη διοικητική λειτουργία της Εκκλησίας και επ’ ουδενί στη θρησκεία και εν προκειμένω στην ορθόδοξη χριστιανική, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και δεν απαιτείται κανενός άδεια αλλά η αυτόβουλη θέση των ανθρώπων για τη πίστη σε ένα δόγμα. Φυσικά όπως η Εκκλησία δεν υπάρχει χωρίς το Κράτος έτσι και το Κράτος, από διαφορετική αφετηρία και λόγους, επιζητά την σύνδεση με την Εκκλησία. Διότι όπως εύστοχα είχε γράψει ο Μπακούνιν στο «Θεός και Κράτος»: «Όντας δούλοι του Θεού, οι άνθρωποι οφείλουν να είναι, επίσης, δούλοι της Εκκλησίας και του Κράτους, στο μέτρο που το Κράτος ιεροποιείται απ’ την Εκκλησία. Την αλήθεια αυτή κατάλαβε ο Χριστιανισμός καλύτερα από κάθε άλλη θρησκεία που υπήρξε ή υπάρχει, μη εξαιρούμενων ακόμα και των παλιών ανατολικών θρησκειών που αγκάλιασαν μόνο μερικά ξεχωριστά και προνομιούχα έθνη, ενώ ο Χριστιανισμός φιλοδοξεί ν’ αγκαλιάσει ολόκληρη την ανθρωπότητα κι αυτή την αλήθεια, απ’ όλες τις Χριστιανικές αιρέσεις, μόνον ο Ρωμαιοκαθολικισμός μπόρεσε να διακηρύξει και να υλοποιήσει με απόλυτη συνέπεια. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Χριστιανισμός είναι η απόλυτη θρησκεία, η τελευταία θρησκεία και για τον ίδιο λόγο, η Αποστολική και Ρωμαϊκή Εκκλησία είναι η μόνη συνεπής, γνήσια και θεϊκή εκκλησία».

Κράτος και Εκκλησία πάνε χέρι-χέρι από τότε που η χριστιανική θρησκεία από αίρεση έγινε επίσημη θρησκεία της βυζαντινής αυτοκρατορίας το 380μχχ ενώ είχε προηγηθεί το Διάταγμα των Μεδιολάνων το 313μχχ όπου η χριστιανική πίστη δεν εδιώκετο. Αλλά και πάλι, όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κυρτάτας[1]: «Το όραμα του Κωνσταντίνου να συνενώσει θρησκευτικά την αυτοκρατορία με το χριστιανισμό σκόνταψε σε ένα εμπόδιο που δεν το είχε φανταστεί κανείς. Ο χριστιανικός μονοθεϊσμός εξαφάνισε τις πολλές θρησκείες των εθνικών αλλά χάραξε στη θέση τους νέες και πολύ βαθύτερες διαχωριστικές γραμμές».

Έτσι συναντάμε, στη συνέχεια, στο πρώιμο οθωμανικό κράτος, τις επιμέρους Εκκλησίες να διευθετούν θέματα που αφορούν τα μοναστικά ιδρύματα, καθώς κανένα εκκλησιαστικό κέντρο δεν βρισκόταν εντός της επικράτειας των Οθωμανών. Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453. Ο Μεχμέτ Β΄ βρήκε ένα ακέφαλο και βαθιά διαιρεμένο Οικουμενικό Πατριαρχείο εξ αιτίας της διαμάχης ενωτικών και ανθενωτικών. Ο αυτοκράτορας και η βυζαντινή αντιπροσωπεία είχαν υπογράψει την ένωση των Εκκλησιών το 1439 στη Φλωρεντία. Φροντίζοντας για την εκλογή στον πατριαρχικό θρόνο του ηγέτη των ανθενωτικών Γεννάδιου Σχολάριου, λίγους μήνες μετά την Άλωση, ο σουλτάνος έδειξε την πρόθεσή του να αναδείξει τη Μεγάλη Εκκλησία σε κεντρικό εκκλησιαστικό θεσμό για τους ορθόδοξους υπηκόους του και να την απομακρύνει από την επιρροή της Ρώμης. Τριάντα χρόνια μετά, το 1483-1484, η ιερά σύνοδος που συγκάλεσε ο οικουμενικός πατριάρχης, με συμμετοχή και εκπροσώπων των πατριαρχών Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, ακύρωσε και επίσημα την ένωση.

Όπως και στην περίπτωση της Εκκλησίας της Ελλάδας με την πρωτοβουλία της Αντιβασιλείας να αποσχιστεί διοικητικά από το Πατριαρχείο, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι Εκκλησιαστικές-Πατριαρχικές αποφάσεις φέρουν την Κρατική-Πολιτειακή σφραγίδα. Επί πλέον ο Μεχμέτ Β΄ είχε απόλυτη συνείδηση της διαδικασίας μετεξέλιξης του οθωμανικού εμιράτου σε αυτοκρατορία. Η πολιτική που ακολούθησε αμέσως μετά την Άλωση δείχνει ένα επεξεργασμένο σχέδιο καθιέρωσης του οθωμανικού κράτους ως διαδόχου και κληρονόμου της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Ο σουλτάνος προώθησε με συνέπεια τα μέλη των παλιών αριστοκρατικών βυζαντινών οικογενειών σε αξιώματα, επιθυμώντας έτσι από τη μια να επωφεληθεί από την πείρα τους στη διαχείριση των σχέσεων με τη χριστιανική Ευρώπη κι από την άλλη να διακηρύξει έμμεσα πως η εξουσία του δεν συνιστούσε ρήξη αλλά συνέχεια του βυζαντινού αυτοκρατορικού παρελθόντος. Όψη της ίδιας πολιτικής, η πιο σημαντική μακροπρόθεσμα, ήταν και η ανασύσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την επιλογή του Γεννάδιου Σχολάριου για τον πατριαρχικό θρόνο[2].

Ασφαλώς πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης ο θεολόγος Γεννάδιος Σχολάριος ήταν γνωστός ως ένας από τους ηγέτες της λεγόμενης «ανθενωτικής» παράταξης, αν και ως μέλος της βυζαντινής αντιπροσωπείας είχε διαπραγματευθεί την ένωση των Εκκλησιών (με αντάλλαγμα την υπόσχεση στρατιωτικής βοήθειας) την οποία και εκείνος είχε υπογράψει στη Φλωρεντία το 1439.

Τα χρόνια πριν από την Άλωση οι ανθενωτικοί είχαν φθάσει να αντιμετωπίζουν με λιγότερη καχυποψία τους μουσουλμάνους Οθωμανούς απ’ ό,τι τους καθολικούς «Φράγκους»[3]. Τη στάση αυτή αντικατοπτρίζει η περίφημη φράση «κρειτόττερον ἐστίν εἰδέναι ἐν μέσῃ τῇ πόλει φακιόλιον βασιλεῦον Τούρκων ἤ καλύπτραν Λατινικήν»[4]. Γενικότερα, η ιστορική εμπειρία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204 είχε δείξει πως οι συνθήκες ζωής των ορθοδόξων στις υπό λατινική κυριαρχία περιοχές ήταν χειρότερες απ’ ό,τι στις μουσουλμανικές ηγεμονίες. Ως εκ τούτου, στο συρρικνωμένο Βυζάντιο των τελευταίων χρόνων πριν από την Άλωση, είχαν δημιουργηθεί οι όροι της συμφιλίωσης με το ενδεχόμενο της οθωμανικής επικράτησης, κυρίως στους εκκλησιαστικούς κύκλους. Ήταν, επομένως, λογική η επιλογή του Μεχμέτ Β΄ να επιλέξει ως πατριάρχη τον Γεννάδιο. Τον Ιανουάριο του 1454 η ανάρρηση του Γενναδίου επικυρώθηκε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό με την εκλογή του ως πατριάρχη από σύνοδο των επισκόπων, η οποία απλώς επιβεβαίωσε τη σουλτανική επιλογή. Ωστόσο, όσο λογική κι αν ήταν η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου, η ίδια η ανασύσταση του πατριαρχικού θεσμού με την επίσημη αναγνώριση του Γενναδίου από τον σουλτάνο δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε αναμενόμενη πράξη. Η Κωνσταντινούπολη είχε κυριευτεί μετά από πολιορκία και σύμφωνα με τον ισλαμικό ιερό νόμο οι κάτοικοί της είχαν απωλέσει κάθε δικαίωμα σε θρησκευτικές, φορολογικές και περιουσιακές ελευθερίες, τις οποίες θα δικαιούνταν αν είχαν παραδώσει την πόλη στους Οθωμανούς. Όμως, αν και οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης εξανδραποδίστηκαν και οι περιουσίες τους λεηλατήθηκαν, ο σουλτάνος προχώρησε στον διορισμό πατριάρχη και κατέστησε την Κωνσταντινούπολη έδρα της Εκκλησίας.

Και εάν κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου οι έννοιες κρατική διοίκηση και Εκκλησία, εν πολλοίς, συσχετίζονται ή είναι σχεδόν ταυτόσημες, διαπιστώνουμε ότι και στη συνέχεια του Κράτους (ως Κράτος εννοούμε, εν προκειμένω, τη διοικητική εξουσία με κυρίαρχη ισχύ σε οποιαδήποτε μορφή, αυτοκρατορική, μοναρχική, δημοκρατική κλπ) στην οθωμανική περίοδο Κράτος και Εκκλησία συνεργάζονται αγαστά. Ασφαλώς και δεν λείπουν οι εντάσεις και οι εχθρικές στάσεις (δολοφονία Παρθενίου Β’, κατηγορούμενου ως «μοσχοβίτη»), οι οποίες όμως και αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της στενής αλληλεπίδρασης μεταξύ των ενδοεξουσιαστικών μετασχηματισμών.

Από την εποχή της Άλωσης και μετά, η οθωμανική επέκταση σε περιοχές με ορθόδοξους πληθυσμούς συνεπαγόταν και επέκταση της δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επί πλέον, με την οθωμανική κατάκτηση της Συροπαλαιστίνης και της Αιγύπτου στις αρχές του 16ου αιώνα, τα παλαιά ορθόδοξα πατριαρχεία των Ιεροσολύμων, της Αλεξάνδρειας και της Αντιόχειας ξαναβρέθηκαν στην ίδια αυτοκρατορική επικράτεια με εκείνο της Κωνσταντινούπολης για πρώτη φορά μετά τις αραβικές κατακτήσεις. Όπως επισημαίνει ο Παρασκευάς Κονόρτας, «ο πατριάρχης του τέλους του 16ου αιώνα δεν είναι πια ένας ταπεινός μοναχός όπως ο Γεννάδιος Β΄. Πρόκειται μάλλον για έναν πολιτικό άνδρα που ταξιδεύει και διατηρεί επαφές και διπλωματικές σχέσεις με πολιτικούς παράγοντες, οι οποίοι βρίσκονται και εκτός των οθωμανικών ορίων». Οι σχέσεις λοιπόν Κράτους και Εκκλησίας δεν περιορίζονται σε μια απλή επίσημη εκχώρηση της θρησκευτικής πίστης στον τάδε φορέα αλλά αποτελούν βασικά συστατικά των πολιτειακών δομών για πολλούς αιώνες. Και σίγουρα αυτή η σχέση δεν εντοπίζεται μονάχα στην βυζαντινή εκδοχή αλλά επεκτείνεται και στην ρωμαϊκή και δυτική με έντονη και αμφίδρομη ένταση. Ταυτόχρονα η έννοια του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, κατά τη περίοδο του Διαφωτισμού, κάνει την εμφάνιση της (Λοκ, Μπαίηλ, Μοντεσκιέ) και μέσω αυτής της τάσης προωθούνται διάφορες αποφάσεις εκκοσμίκευσης του Κράτους στον δυτικό κόσμο (ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο κ.α.).

Στη σύγχρονη εποχή παρατηρούμε ότι τα ευρωπαϊκά κράτη εντάσσουν το μάθημα των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση τους αλλά με διαφορετικούς χαρακτήρες και τύπους, όπως Ομολογιακή θρησκευτική (υποχρεωτική) ή κατ’ επιλογή εκπαίδευση, Μη ομολογιακή ή διδασκαλία θρησκειών. Παράλληλα η φορολογία και η χρηματοδότηση των Εκκλησιών ποικίλλει από χώρα σε χώρα, αλλά σχεδόν σταθερή είναι η ενίσχυση της επικρατούσας Εκκλησίας είτε απευθείας μέσω προϋπολογισμού, μέσω φορολογικού συστήματος ή εκκλησιαστικού φόρου για τα μέλη των θρησκευτικών ομάδων. Ενώ και στο ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Γερμανίας, η οποία ναι μεν δεν μισθοδοτεί απ’ ευθείας τους κληρικούς, αλλά τους επιχορηγεί κατ’ έτος εν είδει αποζημιώσεων για «απαλλοτριώσεις περιουσιών».

Το τελευταίο παράδειγμα τέθηκε τελευταίως και για την εν Ελλάδι μισθοδοσία των κληρικών αποδεικνύοντας περίτρανα ότι «άλλαξε ο Μανωλιός και φόρεσε τα ρούχα του αλλοιώς». Δηλαδή αντί να υπάρχει κωδικός μισθοδοσίας κληρικών στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών θα υπάρχει αντίστοιχο ποσό εκταμιευμένο κάθε χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό το οποίο θα πιστώνει κάποιο τρίτο εκκλησιαστικό τραπεζικό λογαριασμό-Ταμείο.

Στον ελλαδικό χώρο για πρώτη φορά προβλέπεται η μέρους μισθοδοσία των κληρικών από το Δημόσιο, το 1945 και η ισοσκέλιση της με εκείνη του δημοσίου υπαλλήλου το 1968 (Τι «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» θα είχαμε άλλωστε;). Επί πλέον η περιβόητη εκκλησιαστική περιουσία, η οποία χρονολογείται φυσικά από τα βυζαντινά έτη και από τη μεγάλη δύναμη που είχαν τότε τα μοναστήρια, τα οποία είχαν στην κατοχή τους εκτός από γαίες και ακίνητα, παρέμεινε άθικτη από τους οθωμανούς (βακούφια) λόγω του «ιερού» χαρακτήρα τους και γι’ αυτό το λόγο πολλοί έλληνες που κατείχαν γη τη δώριζαν στην εκκλησία με αντάλλαγμα να εργάζονται στα πρώην χωράφια τους! Το ίδιο γινόταν μερικούς αιώνες πριν με τους πάροικους όπου τα μοναστήρια μαζί με τις γαίες αποκτούσαν και τα «εργατικά χέρια» της περιοχής.

Σίγουρα το ελληνικό κράτος σε πολλές περιπτώσεις έχει υφαρπάξει τεράστιες εκκλησιαστικές περιουσίες στη προσπάθεια του να παράσχει κοινωνική πολιτική, όπως επίσης ότι οι δυο θεσμοί Εκκλησία και Κράτος αλληλοσυμορφώνονται στις απαιτήσεις αμοιβαίου οφέλους. Τα σκάνδαλα τύπου Μονής Βατοπεδίου αποδεικνύουν περίτρανα αυτή τη σχέση και το αλισβερίσι μεταξύ πολιτευτών και μοναστικών-εκκλησιαστικών παραγόντων, το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο. Και γι’ αυτό το λόγο δεν πιστεύουμε ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ούτε συντρέχει ούτε υπάρχει λόγος για ουσιαστική συζήτηση περί χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας.

Γιατί απλούστατα είναι τόσο στενά σφιχταγκαλιασμένες οι δυο λειτουργίες, που πραγματικά θεωρούμε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίον άνοιξε η συζήτηση είναι για να προπαγανδισθούν ακόμη 10.000 προσλήψεις στο Κράτος και για τίποτα περισσότερο. Ούτε καν για μια «στάχτη στα μάτια» των αριστερών με μια υποτιθέμενη προσπάθεια εκκοσμίκευσης του Κράτους!

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας.

[1]. Δημήτρης Κυρτάτας, «Απόκρυφες Ιστορίες», εκδ. Άγρα.

[2]. Ελένη Γκαρά, Οθωμανικό Κράτος και Χριστιανικές Εκκλησίες.

[3]. Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Δέκα τουρκικά έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία (1483-1567) Ἐκδοση: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΤΕ), 1996.

[4]. Με άλλα λόγια: «καλύτερα να δούμε στην Πόλη κυρίαρχους τους μουσουλμάνους παρά τους καθολικούς».

 

Both comments and trackbacks are currently closed.