ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2008…

«Οι Γάλλοι βαριούνται… Η νεολαία βαριέται… Ο στρατηγός ντε Γκωλ βαριέται». [Εφημερίδα Le Monde Mαρτίου του 1968 (Λίγες ημέρες μετά το Παρίσι φλέγεται)]

«Μια κυνική άποψη για τα μέλη της γενιάς που πήρε το όνομά της από το γεγονός, άποψη η οποία προέρχεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά, υποστηρίζει ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 απέκτησαν κομφορμιστικά χαρακτηριστικά, προδίδοντας τα νεανικά τους ιδανικά με αντάλλαγμα σημαντικές θέσεις εξουσίας στην ελληνική κοινωνία. Εφόσον το Πολυτεχνείο περιγράφεται συχνά ως «ύστερο ’68», η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε παρόμοια με την ανάληψη θέσεων ισχύος από εκπροσώπους της γενιάς του Μάη του ’68 σε πολλές δυτικές χώρες». Κωστής Κορνέτης, Τα Παιδιά της Δικτατορίας

Ἐχουμε χαρακτηρίσει σε παλαιότερο κείμενό μας την εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 ως την εξέγερση, που υποχώρησε αήττητη θέλοντας να υπογραμμίσουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο την ανάγκη να αναζητούνται διαρκώς σημαντικές όψεις ενός γεγονότος, οι οποίες θα φωτίζουν και θα οδηγούν σε διαφορετικούς δρόμους από εκείνους, που υποδεικνύουν κοινότυπα συμπεράσματα εκπορευόμενα άλλοτε από λογικές πολιτικής νίκης και άλλοτε πολιτικής ήττας. Είναι άλλωστε κατά την γνώμη μας αναμφισβήτητο γεγονός ότι ιδιαίτερα σε περιόδους κινηματικής ευμάρειας, η ικανοποίηση, που πηγάζει από την βελτίωση της θέσης των πολιτικών δυνάμεων του κινήματος, εξαφανίζει στην κυριολεξία ακόμη και τους χλιαρότερους προβληματισμούς, που εκφράζονται για τις αφομοιωτικές ικανότητες κάθε μορφής εξουσίας.

Αυτή, όμως, η ενίσχυση της κινηματικής εξουσίας, γιατί περί αυτού πρόκειται, οδηγεί βήμα βήμα στην φανερή, πλέον, ενσωμάτωσή της σε όμορους (αριστερά) ιδεολογικούς χώρους. Η εκτίμηση, όμως, αυτή παραμένει ανολοκλήρωτη αν δεν αναζητηθούν οι προϋπάρχοντες δίαυλοι, τα ενδιάμεσα πολιτικά σχήματα, δομές κοκ, που εμφανιζόμενοι ως αντισυστημικοί μπορούν αφ’ ενός να υποδεχθούν και να εκφράσουν πολιτικά την αποξένωση και την βαθιά αντιπάθεια για την πολιτική και τα κόμματα στο όνομα της αυτοοργάνωσης, ενώ την ίδια στιγμή οι κομματικές λογικές όχι μόνο κυριαρχούν στο εσωτερικό τους, αλλά είναι αυτές που διαπαιδαγωγούν πολιτικά τους υποψήφιους «αυτοοργανωμένους».

Να το πούμε πιο απλά. Οι κάθε είδους κινηματικοί δεσμοί με κόμματα δεν δημιουργούνται ούτε ενισχύονται από την μια ημέρα στην άλλη. Η ιδεολογική, πολιτική, αλλά και οργανωτική όσμωση προϋπάρχει και ουσιαστικά τα μεγάλα γεγονότα ή οι «κρίσεις» την φέρνουν στο προσκήνιο, καθώς σ’ αυτές τις «στιγμές» το πολιτικό παιχνίδι χοντραίνει, τα πολιτικά διακυβεύματα μεγαλώνουν, η επιτακτική ανάγκη για την διαχείριση των κοινωνικών συγκρούσεων επιτρέπει την διεκδίκηση μεγαλύτερων πολιτικών ανταλλαγμάτων.

Σύμφωνα με τον Ν. Ξυδάκη μετέπειτα υπουργό του καθεστώτος Τσίπρα: «Η συρροή σκανδάλων, η δομική διαφθορά που κατατρώει τη διοίκηση και το κοινωνικό σώμα, η ανικανότητα και το ψεύδος, έχουν απογυμνώσει τις ηγεσίες από την πολιτική νομιμοποίηση, την απολύτως αναγκαία για να ζητήσουν συναίνεση και θυσίες, σε μια ιστορική καμπή. Ο πρωθυπουργός σε κάθε υπουργικό συμβούλιο καλεί την τηλεόραση και εμμέσως απευθύνει διάγγελμα στον λαό. Έχει όμως το σθένος και το απαιτούμενο πολιτικό κεφάλαιο, ώστε να συνεγείρει τον δύσθυμο λαό, να τον καλέσει σε συστράτευση για εθνική και κοινωνική ανασυγκρότηση, να ζητήσει θυσίες, να ξεβαλτώσει η χώρα και να επιχειρηθεί η φυγή προς τα εμπρός; Αυτό τον σκοτεινό Δεκέμβρη του ’09, δεν φαίνεται πιθανό τέτοιο ενδεχόμενο. Η οικονομική κρίση επιστρέφει την πολυδιαπιστωμένη πολιτική κρίση, οξύνει την ήδη σοβούσα κοινωνική κρίση, δείχνει ακόμη πιο δραματική την κρίση θεσμών και αξιών. Κάποια από τα βαθύτερα αίτια της εξέγερσης του περσινού Δεκέμβρη παραμένουν ίδια, σκοτεινά και απαράλλαχτα ― παρότι διάφοροι φαιδροθλιβεροί καθηγητίσκοι επιμένουν ότι αυτό το συμβάν δεν συνέβη ποτέ». (Ν. Ξυδάκης, Δεκέμβρης 2009, Η Απονομιμοποίηση).

Το πρόβλημα, λοιπόν, της «απονομιμοποίησης» των «κακών» και «φαύλων» διαχειριστών, αλλά και του πολιτικού «αδιεξόδου», που πηγάζει απ’ αυτήν εντοπίζεται για να προταθεί αμέσως μετά η «λύση». Ο Ξυδάκης σπεύδει να κατοχυρώσει την πολιτική διαθεσιμότητα, όχι μόνο την δική του, αλλά και του κομματικού σχηματισμού, που θεωρεί ότι είναι ο μόνος ικανός να διαχειριστεί την «ιστορική καμπή».

Ας δούμε όμως ορισμένες όψεις του προβληματισμού, αλλά και τις πολιτικές φιλοδοξίες στην συγκεκριμένη περίπτωση όπως εκφράστηκαν δύο χρόνια αργότερα από τον Δεκέμβρη του ’08.

«Ο ΣΥΡΙΖΑ (τότε ακόμα στις ημέρες της δημοσκοπικής ανόδου) υπερασπίστηκε σωστά και με κόστος το κίνημα στα εχθρικά ΜΜΕ. Προσπάθησε να γίνει η ασπίδα του κινήματος, αλλά αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ήταν πολύ ευάλωτος για κάτι τέτοιο. Η προσπάθεια της ηγεσίας του χώρου να θέσει “πολιτικά αιτήματα” (αφοπλισμός αστυνομίας, παραίτηση υπουργού) προς αξιοποίηση από το κίνημα αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να πετύχει.

Αφ’ ενός γιατί ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ (ιδίως του ΣΥΝ), χρόνια εθισμένος σε μια μονοδιάστατη πολιτική λειτουργία (από τα πάνω προς τα κάτω), είχε προ πολλού απωλέσει τη δυνατότητα να δημιουργεί πολιτικά γεγονότα ή έστω να τα επηρεάζει.

Αφ’ ετέρου γιατί ένα κίνημα βασισμένο στην αγανάκτηση απέναντι σε ένα συμβάν τόσο άδικο όσο ο φόνος ενός δεκαπεντάχρονου, ούτε ήθελε ούτε μπορούσε να ανταποκριθεί σε ένα τέτοιο κάλεσμα ορθολογικοποίησης της δράσης του. Κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη ο χώρος του ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τη σωστή υπεράσπιση του κινήματος στη δημόσια συζήτηση, δεν μπόρεσε να πάρει μία πολιτική πρωτοβουλία που να συνομιλήσει θετικά με το κίνημα. Δεν μπόρεσε καν να σηματοδοτήσει τη διακριτή παρουσία του χώρου στο κίνημα έστω με ένα σύνθημα. Οι αριστεροί του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν στις πορείες του Δεκέμβρη αγανακτισμένοι για το φόνο του Αλέξη, αλλά ταυτόχρονα αμήχανοι απέναντι στη βία και στο γεγονός ότι πορεύονταν με τα συνθήματα των αναρχικών. Είναι απολύτως ενδεικτικό όλων αυτών ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο Δεκέμβρη δεν μπόρεσε καν να έχει ένα σημείο αναφοράς, όπως η εξωκοινοβουλευτική αριστερά την κατάληψη της Νομικής» (10-12-2010, Β. Παπαστεργίου, Χίλιες λέξεις για το Δεκέμβρη, η Αριστερά τον Δεκέμβρη).

Σ’ αυτούς ακριβώς τους προβληματισμούς έρχεται, όπως είπαμε, να δώσει λύσεις η επίδειξη πολιτικού εξτρεμισμού και η ενδυνάμωση των σχέσεων με τα «κινήματα» παρά την «αμηχανία» των «συντηρητικών» φωνών στο εσωτερικού του κομματικού σχηματισμού (Συριζα).

«Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως η πολιτική δύναμη, η οποία κατεξοχήν ενισχύθηκε ως εκφραστής ακριβώς των δυνάμεων, που εξεγέρθηκαν το 2008, και, πρώτα απ’ όλα, των νέων και των άνεργων, υπήρξε ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν λογάριασε κόστος στην συμπαράταξή του με τους εξεγερμένους. Το παράδοξο είναι πως, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν στελέχη του, που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τη μνήμη αυτού του κορυφαίου για την ελληνική κοινωνία συμβάντος» (8-12-2012 Χ. Λιάσκος).

Σημειωτέον ότι παρ’ όλο που τα πολιτικά αιτήματα ήταν ανύπαρκτα και άλλο τόσο οι επαναστατικοί στόχοι, το μέγεθος του «προβλήματος» αναγνωρίζεται διεθνώς ως ιδιαίτερα σοβαρό. Ο Νικολά Σαρκοζί αποσύρει άρον άρον τα νομοσχέδια που έχει στα σκαριά για την εκπαίδευση, ενώ την ίδια στιγμή ο τότε επικεφαλής του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος Καν προειδοποιούσε ότι οι κοινωνικές ανισότητες εκτρέφουν Δεκέμβρηδες σε όλο τον κόσμο.

Το νερό, όμως, έχει μπει πλέον στο αυλάκι. Η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού προβλέπεται σαρωτική γεγονός που παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή και ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι παλαιοί σύντροφοι: «Αλλά είναι επίσης ενδεικτικό της λογικής δυνάμεων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που συνεχίζουν να αξιοποιούν το γεγονός της δολοφονίας του μαθητή, αναδεικνύοντας τα τότε γεγονότα που επακολούθησαν ως εξέγερση και προσπαθώντας να καλλιεργήσουν συνειρμούς, ιδιαίτερα στη νεολαία, ότι με τέτοιες ενέργειες, τέτοια δράση, θα αναστρέψουν την άθλια ζωή στην οποία τους καταδικάζει η πολιτική του κεφαλαίου για διέξοδο από την κρίση σε όφελός του. Και με στόχο την αλλαγή κυβέρνησης για διαφορετικής μορφής διαχείριση του συστήματος, μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ […] Ο ΣΥΡΙΖΑ, που προβάλλει ως στρατηγική του την κυβέρνηση της «αριστεράς» για τη διαχείριση του καπιταλισμού, μιλώντας ταυτόχρονα για αγώνες και εξεγέρσεις που φτάνουν μέχρι την αλλαγή κυβέρνησης, και όχι αλλαγή τάξης στην εξουσία, υιοθετεί ως κίνημα, γι’ αυτό και μιλά για τέτοιες «επετείους», μορφές δράσης που όχι μόνο δε δυσκολεύουν την εξουσία του κεφαλαίου, αλλά αντικειμενικά της δίνουν αφορμές για ενίσχυσή της με την κρατική βία και καταστολή του κινήματος» (Ριζοσπάστης, 7-12-2012).

Η απάντηση έρχεται γρήγορα με ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

«Είναι πολλές οι φορές, τα τελευταία χρόνια, που το ΚΚΕ μας άφησε άφωνους με πράξεις και παραλείψεις του. Η στάση του τον Δεκέμβρη του 2008 είναι, από αυτή την άποψη, εμβληματική. Την ώρα που, ως πρελούδιο αυτών που έμελλε να ζήσουμε στην περίοδο της κρίσης, ευρύτατα τμήματα της νεολαίας –και όχι μόνο– έβγαιναν στο δρόμο και απείλησαν τους κυρίαρχους σε έκταση και με ένταση σχεδόν πρωτοφανή ιστορικά, το ΚΚΕ είδε και κατήγγειλε… κουκουλοφόρους. Επιβεβαίωσε, τότε, πόσο απέναντι βρίσκεται πάντοτε στα πραγματικά κινήματα, δηλαδή στα κινήματα τα οποία δεν τα ελέγχει το ίδιο. Και, βέβαια, το σύστημα πολύ χάρηκε τότε με την απομόνωση των… αριστεριστών. Σήμερα, μετά την τοποθέτηση της Αλέκας Παπαρήγα στη Βουλή για τον προϋπολογισμό, η χαρά και η «εκτίμηση» προσλαμβάνει ασύλληπτες διαστάσεις. Ο Αλέξης Παπαχελάς ένιωσε την υποχρέωση να γράψει πόσο σοβαρή και συγκροτημένη υπήρξε η γ.γ. του ΚΚΕ — σε αντίθεση με τον παλιοΣΥΡΙΖΑ, προφανώς.» (Χρήστου Λιάσκου και Ε. Τσακαλώτου, 9-12-2012).

Τα πραγματικά κινήματα λοιπόν είναι εκείνα, που δεν ελέγχει το ΚΚΕ, μόνο που στην προκειμένη περίπτωση ούτε ο Συριζα έλεγχε στο ελάχιστο τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008 κατά την ομολογία δεκάδων στελεχών του, όπως φαίνεται άλλωστε από τις παραπάνω ενδεικτικές αναφορές.

Αλλά είπαμε τα κάστρα πέφτουν από μέσα. Παντού και πάντα…

Συσπείρωση Αναρχικών

Both comments and trackbacks are currently closed.