Η ταράτσα της Μπουμπουλίνας

Καταστολή και βασανιστήρια στην Ελλάδα του ’67-’69

Κωστής Γιούργος, Τάκης Καμπύλης

Τζέιμς Μπέκετ (1969), Athénes Presse Libre (1969)

 Εκδόσεις Ποταμός, 2009 / σελ. 139

Η έκδοση ξεκινά με ένα επτασέλιδο κείμενο που υπογράφει ο Κωστής Γιούργος με τον τίτλο «ΑΛΛΩΝ Ο ΚΛΗΡΟΣ».

«Άλλων ο κλήρος έγραφε ΕΑΤ-ΕΣΑ. Και άλλων Ιππόδρομος. Καραϊσκάκη. Στρατόπεδο Παύλος Μελάς, Διονύσου, Πεζοναυτών Αγίας Παρασκευής, Αντιτορπιλικό Έλλη. Ασφάλεια Πειραιώς Ηρακλείου, Πατρών, Τριπόλεως, Χανίων, Λαρίσης, Ιωαννίνων, Αστυνομικό Τμήμα Κυψέλης, Πατησίων, Νέας Ιωνίας, Περισσού, Χολαργού, Κυπριάδου, Αιγάλεω, Νέου Ψυχικού, Λαυρίου…

Ο δικός σας έγραφε οδός Μπουμπουλίνας.

Και ταράτσα, φάλαγγα, ξύλο, χυδαιότητες, εξευτελισμοί, ταπεινώσεις, τρομοκράτηση. Προσβολές, τρομοκράτηση, «να σε εξευτελίσουν, να σε λυγίσουν, να νιώσεις ταπεινωμένος, ξεχασμένος, ψυχικά τελειωμένος», να «σπάσεις». Και υπόγεια. Στα κελιά της απομόνωσης και στους απόπατους, στα ούρα που λιμνάζουν στο μισοφωτισμένο διάδρομο, τα αίματα που ξεραίνονται στους τοίχους· τις φωνές, τα ουρλιαχτά του πόνου, το γδούπο των χτυπημάτων του κορμιού που σωριάζεται στο τσιμέντο· τις στριγκλιές των γυναικών, τις βρισιές. Τα γουρούνια: «Τον Χριστό σου, πουτάνα, πούστη, τη μάνα σου, την αδερφή σου, τη δημοκρατία σας, κωλόπαιδα, εδώ θα σβήσετε, θα σπάσετε, θα ξεχάσετε, θα ξεράσετε, μίλα, μωρή, μίλα ρε…». Να στραπατσάρουν –αυτήν την λέξη δεν χρησιμοποίησες, Νίκο, καλέ μου-, να «σου στραπατσάρουν την προσωπικότητα, να σε εξευτελίσουν, να νιώσεις ταπεινωμένος, ξεχασμένος, ψυχικά τελειωμένος, να λυγίσεις. Σ’ αυτό απέβλεπαν… σ’ αυτό αποβλέπουν τα βασανιστήρια…».

Οδός Μπουμπουλίνας 18 και Τοσίτσα γωνία. «Υποδιεύθυνσις Γενικής Ασφαλείας Αθηνών». Απέναντι, διαγωνίως, το Πολυτεχνείο, ακριβώς μπροστά το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το «Κεντρικόν Μαιευτήριον Αθηνών» στην άλλη γωνία.

[…] Η μπομπίνα καταβροχθίζει τον εαυτό της με ξέφρενη ταχύτητα. Τα γεγονότα βιάζουν τον χρόνο να τρέξει, να πυκνώσει. Σαράντα χρόνια τώρα, η πικρή άνοιξη του ’68 θα διαπερνά τη μνήμη σαν μετέωρο, σαν τρένο, που διασχίζει τη νύχτα με φωτισμένα παράθυρα –σκοτάδι/φως, ασφυξία/ανάσα, εις Άδου κάθοδος/θανάτω θάνατον…

Σε τραβούν σε τρέχουν σχεδόν σηκωτό, δεμένο. Ανεβαίνεις τα φαγωμένα πέτρινα σκαλιά της εισόδου. Γραφεία δεξιά, αριστερά, πόρτες μισάνοιχτες, ανοιχτές, φωτισμένες, σκοτεινές. Φάτσες μουντές, δυσοίωνες. Τα πλακάκια του διαδρόμου σαν σκακιέρα: μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο, μαύρο, άσπρο, μαύρο, μαύρο, μαύρο. Μια λάμπα εξήντα κεριά, τρία τραπέζια, τέσσερις πέντε όρθιοι πίσω σου. Λύνουν τις χειροπέδες. Βγάλε. Βγάζεις. Σακάκι, ζωστήρα, κορδόνια, ρολόι. Τίποτ’ άλλο; Δεν έχεις. Λέγεσαι; Πατρός; Μητρός; Γεννηθείς; Άγαμος; Άγαμος.

Η μπομπίνα ρολάρει τρελά. Σκαλιά, στροφή, πλατύσκαλο, στροφές, διάδρομος. Γραφείο. Μικρό δωμάτιο, ένα παράθυρο που βλέπει, υποθέτεις, στην Τοσίτσα που δε φαίνεται, στα κλειστά τζάμια αντανακλάται η κουστωδία. Πίσω από το γραφείο κάθεται ο Μπάμπαλης. Αστυνόμος Β́. Στον τοίχο, κρεμασμένο, πίσω απ’ τον περιβόητο Προϊστάμενο Υπηρεσίας Παρακολουθήσεως, Κωνσταντίνος και Άννα Μαρία, το βασιλικό ζεύγος χαμογελώντας. Όλοι μέσα σ’ ένα στενάχωρο, πνιγηρό δωμάτιο. Αυτό με τον αριθμό 95 στην κάτοψη του τετάρτου ορόφου.

Αυτόν τον ξέρεις; Τον τάδε τον συνάντησες; Εκείνος τι σου είπε; Μ’ αυτόν τι κάνατε; Δεν τον ξέρεις, δεν σου είπε, δεν τον συνάντησες, δεν κάνατε. Μπάτσος. Ο Καραπαναγιώτης ουρλιάζει δίπλα στο αυτί σου, ότι του τρως την ώρα κι έχει πέντε μέρες να πάει νωρίς στο σπίτι του να προλάβει ξύπνια τα παιδιά του. Μπάτσος. Το βλέμμα σου, ανεξήγητα, εξωπραγματικά, γαντζώνεται στο αναρριχητικό που μαραζώνει αφρόντιστο σε μια πήλινη γλάστρα στη γωνιά κάτω από το παράθυρο.

Μπουνιά. Μίλα, ρε.

Χτυπήματα.

«Στον τέταρτο όροφο, θαρρώ στο γραφείο του Καραπαναγιώτη. Καθισμένος σε μια καρέκλα, ολόγυρα μια κουστωδία, σαν κοράκια έτοιμα να επιπέσουν στο ψοφίμι, να κατασπαράξουν. Έχουν δύναμη εκεί όλοι αυτοί μαζί απέναντι σε έναν. Τόλμησες να ζητήσεις δικηγόρο, ρε πούστη; Ωρύεται ο Καραπαναγιώτης. Και πέφτουν όλοι επάνω του να τον λυγίσουν. Του χτυπούν το κεφάλι στο τοίχο, γρονθοκοπούν, κλοτσούν όπου βρουν…».

Μίλα, ρε.

Πάρτε τον επάνω. Απάνω. Ορμούν σμήνος. Αρπάζουν, τραβούν, τρέχουν, χτυπούν, βρίζουν, κλοτσούν, ορκίζονται, αλαλάζουν. Καραπαναγιώτης, Χριστάκης, Γκραβαρίτης, Μαρτίνος, Καλύβας. Σκάλες που στρίβουν, σκοτάδι που στραβώνει, αμυδρό άνοιγμα στην κορυφή. Μια σπρωξιά, δυο κλωτσιές. Είσαι στην ταράτσα. Την ταράτσα.

«Ζαλισμένο τον ανεβάζουν στην ταράτσα…»

[…] Το φθισικό λαμπιόνι στο δοκάρι της σκεπής. Ο ξύλινος πάγκος, ο σιδεροσωλήνας, δυο μέτρα μακρύς, ακουμπισμένος δίπλα. Μάτσο χοντρά καλώδια, ο βούρδουλας, πανιά, κουρέλια, παλιοπάπουτσα στο τσιμεντένιο δάπεδο, σύρματα, αθύρματα, σχοινιά.

Σε πετούν, σε δένουν ανάσκελα στον πάγκο, ξαπλωτό κατά μήκος, γερά, σαν λουκάνικο, να μην κουνιέσαι, να μην αναπνέεις. Μόνο οι πατούσες, σφιχτά δεμένες μεταξύ τους, κολλητές, να περισσεύουν στο κάτω μέρος. Δυο πατούσες κι ένα φτενό ζευγάρι καλοκαιρινά παπούτσια χωρίς κορδόνια, και η απόφαση, η ελπίδα, η ευχή να αντέξουν στην αναμέτρηση με το σιδεροσωλήνα.

Πρώτο χτύπημα. Δεύτερο. Τρία. Πέντε. Επτά; Εννιά; Δέκα; Έντεκα; Πόσο κρατήθηκε να μη βγει το πρώτο ουρλιαχτό; Πόσα ουρλιαχτά μετρήσανε πριν σου χώσουν στο στόμα το παλιοπάπουτσο; Σκάσε, κωλόπαιδο. Μίλα, πούστη, λέγε.

Μαζεύεσαι εντός σου. Συσπειρώνεσαι να αμυνθείς. Όλος ένα, όλα ένα. Εσύ, οι δικοί σου, πρόσωπα αγαπημένα σου, φίλοι που νοιάζεσαι, σύντροφοι. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ στην θαλπωρή του σπιτιού, μικρός, ευτυχισμένος, γιατί έχεις διαβάσει όλα σου τα μαθήματα για αύριο και νυστάζεις κι η ανάσα της μάνας σου μυρίζει κανέλα. Καλοκαίρια στο χωριό, συγγνώμες και χίλια ευχαριστώ. Συμμαθητές, κοπάνες, οι τύψεις, οι αληταρίες, η χαρά της ανυπακοής,, οι ντροπές του πρώτου έρωτα. Όλα εντός σου. Σαν φυλαχτό περασμένο στο λαιμό».

Ακολουθεί κείμενο του Τάκη Καμπύλη με τίτλο Η ΤΑΡΑΤΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ. Όπως εύστοχα καταγράφει μεταξύ άλλων ο Καμπύλης:

«Μέσα στο φορτισμένο κλίμα των πρώτων μηνών της Μεταπολίτευσης πολλοί από τους βασανισθέντες στην Μπουμπουλίνας (και στην συνέχεια αλλού) χρειάστηκε να δώσουν μια ακόμη μάχη, που μάλλον σήμερα έχει λησμονηθεί. Χαρακτηρίστηκε τότε από αρκετούς βασανισθέντες ως τουλάχιστον περίεργη η πρόταση απόφαση των κομματικών ηγεσιών (ιδίως των κομμάτων που προέκυψαν από την προδικτατορική κομμουνιστική Αριστερά) να καταθέσουν οι ίδιοι μηνύσεις κατά των βασανιστών τους.

Μερικοί αρνήθηκαν να το πράξουν εκτιμώντας πως η δίωξη των βασανιστών δεν ήταν ζήτημα προσωπικής διαφοράς, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Και πως η νεοσύστατη Ελληνική Δημοκρατία είχε αυτό το καθήκον και αυτήν την ευθύνη.

Οι πρώτοι αντιστασιακοί εκείνης της περιόδου (και οι πολλές –ας το πούμε- αποτυχημένες ένοπλες απόπειρες κατά της χούντας) δεν βρήκαν χώρο αντίστοιχο αυτού που δόθηκε στους μεταγενέστερους σπουδαστές των φοιτητικών επιτροπών. Προφανώς δεν έπεσαν οι άνθρωποι της ταράτσας θύματα κάποιας σκοτεινής συνωμοσίας –απλώς άλλες ήταν οι προτεραιότητες της Μεταπολίτευσης: Να ξεμπερδεύουμε με το παρελθόν και να αναδείξουμε νέους πρωταγωνιστές που δεν είχαν άμεση σχέση με τα μετεμφυλιακά και προδικτατορικά βάρη. Μια λυτρωτική μέση λύση».

Την σκυτάλη παίρνει ο Τζέιμς Μπέκετ με κείμενο που τιτλοφορείται ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ (1969). Το συγκεκριμένο κείμενο του Μπέκετ, ο οποίος υπήρξε απεσταλμένος της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ελλάδα, προέρχεται από το αφιέρωμα της επιθεώρησης Les Temps Modernes, Aujourd’ hui la Grθce, 1969.

Ο Τζέιμς Μπέκετ επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι:

«Είναι δύσκολο να ξέρουμε πόσα άτομα βασανίστηκαν από το καθεστώς των συνταγματαρχών. Ξέρουμε τώρα στο εξωτερικό το όνομα και τις ιστορίες περισσοτέρων από τριακόσια άτομα, εκ των οποίων ορισμένα πέθαναν από τα βασανιστήρια. Είναι πιθανό τη στιγμή αυτήν ο αριθμός των θυμάτων βασανιστηρίων να ανέρχεται σε 1.500. (Όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις καταστάσεις, η δυναμική πηγαίνει προς την αύξηση και όχι προς την μείωση· οι ίδιοι οι βασανιστές προσπαθούν να φέρνουν έναν ολοένα αυξανόμενο αριθμό συναδέλφων τους για να εφαρμόζουν βασανιστήρια. Όσο μεγαλώνει η λίστα των βασανιστών και των θυμάτων, η Αστυνομία φοβάται περισσότερο για την τύχη του καθεστώτος, εξ ου και αυξάνονται τα βασανιστήρια για να διαφυλαχθεί το καθεστώς). Δεν πρόκειται εδώ για «μεμονωμένες περιπτώσεις», όπως θα ήθελαν οι συνταγματάρχες κι οι Αμερικανοί να κάνουν τον κόσμο να πιστέψει, αλλά, όπως σημείωνε και η πρώτη έκθεση της Αμνηστίας, «τα βασανιστήρια χρησιμοποιούνται συνειδητά και επίσημα και συνιστούν μια πολύ διαδεδομένη πρακτική εναντίον των Ελλήνων πολιτών που είναι ύποπτοι για έμπρακτη αντίθεση με την κυβέρνηση».

Ακολουθεί η ενότητα με τον τίτλο ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑΣ 18, όπου βλέπουμε ακριβή σχεδιαγράμματα του 4ου ορόφου, των γραφείων, αρχείων, αποθηκών, των κρατητηρίων κλπ, πλούσιο φωτογραφικό υλικό της ταράτσας, των κελιών του υπογείου, του περίφημου κελιού με την ονομασία «Ιούδας», των λουτρών κλπ.

Στην συνέχεια παρατίθενται δύο κατάλογοι.

Ο πρώτος συμπεριλαμβάνει τα ονόματα 85 βασανισθέντων σύμφωνα με τα πρακτικά της υπόθεσης και αφορά μόνο την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Αθηνών στην οδό Μπουμπουλίνας 18.

Ο δεύτερος κατάλογος περιέχει τα ονόματα βασανιστών τα οποία παρατίθενται με την σειρά που υποδεικνύει το πλήθος τών εναντίον τους καταγγελιών.

Ασφάλεια Αθηνών:

Λάμπρου (23), Καραπαναγιώτης (19), Μάλλιος (19), Μπάμπαλης (19), Γκραβαρίτης (17), Καλύβας (10), Σπανός (10), Γιαννικόπουλος (7), Χριστάκης (6), Καραθανάσης (4), Κοντογεωργάκος (4), Βλάσσης (3), Σπυρόπουλος (3), Παπαγγελής (3), Γουρνιάς (3).

Ασφάλειας Πειραιώς:

Κουβάς (10), Γιαννούτσος (9), Αγγελόπουλος (8), «Αντίκος» (3).

Στρατόπεδο Διονύσου:

Ιωαννίδης (6), Θεοφιλογιαννάκος (5), Μανουσακκάκης (3).

Χωροφυλακή Θεσσαλονίκης:

Καραμήτσος (6), Μητρομάρας (3), Δίπλας (3).

Κρήτη:

Καμπασής (6), Τροχαλάκης (6), Χουλάκης (6), Κακκαβάς (6), Κουρκουλάκης (4), Παχινάκης (3).

Πάτρα: Αδαμόπουλος (3).

Ακολουθεί απόσπασμα (με τον τίτλο «ΦΑΚΕΛΟΣ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ») από την έκδοση Le livre Noir de la Dictature en Grθce της εφημερίδας Athθnes Presse Libre, που επιμελήθηκαν και εξέδωσαν το 1969 οι Άρης Φακίνος, Κλεμάν Λεπίδης και Ριχάρδος Σωμερίτης. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο κολαστήριο της Μπουμπουλίνας και στον αρχιβασανιστή Βασίλη Λάμπρου.

Στην συνέχεια καταγράφονται οι τεχνικές των βασανιστηρίων, που διακρίνονται σε σωματικά βασανιστήρια (φάλαγγα, κάψιμο, σκαμνάκι, κρεμάλα, μαστίγωμα, ηλεκτρισμός, φίμωμα, σεξουαλικά βασανιστήρια κ.ά), και σε ψυχικά (απειλές βιασμού, ακρωτηριασμού, δολοφονίας κ.ά.), παρατίθεται Αναφορά της Διεθνούς Αμνηστίας, γίνεται μνεία στα προληπτικά βασανιστήρια και στην στόχευσή τους, παρατίθενται επώνυμες μαρτυρίες, επιστολές, αλλά και ορισμένες περιπτώσεις δολοφονιών. Επίσης γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους «σπεσιαλίστες» του Στρατού, αλλά και στα ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως εκείνο του Τάγματος 645 της Θεσσαλονίκης, του Στρατιωτικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και βέβαια του (ατλαντικού) στρατοπέδου Αγίας Παρασκευής.

Τέλος παρατίθεται ένα ενδεικτικό και ιδιαίτερα περιεκτικό χρονολόγιο που κατέγραψε ο Κωστής Γιούργος και αφορά την περίοδο από το 1965 μέχρι και το 1980.

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 187, Νοέμβριος 2018

 

Both comments and trackbacks are currently closed.