«Τα πιο πολλά βασανιστήρια τα πέρασε μια Τασούλα»

Τον Απρίλιο του 2018, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο, το βιβλίο με τίτλο: «Τα πιο πολλά βασανιστήρια τα πέρασε μια Τασούλα. Οι μαρτυρίες της Τασούλας Μουτάκη και του Ηλία Ιωαννάκη για την 7η Μεραρχία του ΔΣΕ στη Θράκη, την υπερορία και τον επαναπατρισμό», επιμέλεια: Κ. Τσέκου, Β. Δαλκαβούκης, Μ. Μποντίλα.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τις μαρτυρίες, με τη μορφή συνεντεύξεων της Τασούλας Μουτάκη, ασυρματίστριας της 7ης Μεραρχίας και του γιού της Η. Ιωαννάκη, σχετικά με τα βασανιστήρια που υπέστησαν συγκεκριμένοι μαχητές της μεραρχίας από συντρόφους τους κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’40 και συγκεκριμένα το 1949. Παράλληλα με τις δύο μαρτυρίες, η Κατερίνα Τσέκου μάς εισάγει στη πολυπλοκότητα του συγκεκριμένου θέματος των βασανιστηρίων και πως αυτά σχετίζονται με τις κεντρικές αποφάσεις του ΚΚΕ. Ο Βασίλης Δαλκαβούκης, στο επίμετρο του με τίτλο, «Μια ιστορία από τα κάτω-κάτω» επισημαίνει την απουσία των «κοινοτήτων μνήμης» που θα διαχειριστούν και θα μετασχηματίσουν σε ένα αφήγημα δίπλα στα υπόλοιπα τις μαρτυρίες από τη δεκαετία του ’40. Ενώ η Μαρία Μποντίλα, στο δικό της κείμενο αναδιφεί στο ζήτημα της συντροφικής βίας και πως αυτή καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε από το κόμμα.

Τα βασανιστήρια ως δράση πηγάζουν από την εξουσία ή φανερώνουν αυτή ανεξαρτήτως από πού προέρχονται ή πως εκδηλώνονται. Ο βασανιστής, είτε ως ηθικός αυτουργός είτε ως φυσικός, ασκεί μια από τις πλέον αποκρουστικές όψεις της δύναμης, ισχύος και εξουσίας εν τέλει. Τα βασανιστήρια, ειδικότερα, που έφεραν εις πέρας τα στελέχη και τα μέλη του ΚΚΕ προσηλωμένα στην αρχή «το Κόμμα πάνω απ’ όλα» ήταν από τα πλέον απεχθή, σε σημείο του να μην τα χωράει ανθρώπινος νους. Αυτή η επισήμανση δεν γίνεται σε αντιδιαστολή με τα βασανιστήρια που έκαναν οι φασίστες, οι χίτες ή ταγματασφαλίτες της εποχής. Ούτε στη βάση ότι οι δεξιοί είναι «ιστορικά» λογικό να βασανίζουν ενώ οι αριστεροί όχι. Αυτό περισσότερο μοιάζει με μια ιδεατή συναισθηματική κατάσταση παρά με την αποτύπωση της πραγματικότητας, αφού ως γνωστό από τους πλέον ευρηματικούς βασανιστές ήταν οι σταλινικοί και επιπλέον, βασανιστήρια και εξουσία πάνε πακέτο. Ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου βιβλίου αποτελεί η παρουσία των μαρτυριών από το θύμα που έχει υποστεί τα βασανιστήρια και τη μαρτυρία του γιού του θύματος, για το πώς έχει βιωθεί αυτή η συνθήκη και μάλιστα μετά από μια σκόπιμη «λήθη» του θύματος. Είναι φανερές οι τραυματικές καταστάσεις, που είναι ανεπούλωτες δεκαετίες μετά τα βασανιστήρια καθώς και η μεγάλη επιθυμία του γιού για τη μέγιστη δημοσιοποίηση των βασανιστηρίων που έχει υποστεί η μητέρα του. Ταυτόχρονα μια ακόμη ιδιαιτερότητα αποτελεί το ίδιο το γεγονός των βασανιστηρίων εντός των μαχητών του ΔΣΕ, βασανιστές και βασανιζόμενοι ήταν σύντροφοι λίγες ώρες πριν το Κόμμα αποφασίσει διαφορετικά. Δεν αναφερόμαστε σε βασανιστήρια που έλαβαν χώρα, για παράδειγμα, μεταξύ αριστερών/δεξιών, ή σταλινικών/τροτσκιστών ή τροτσκιστών/αναρχικών αντιθετικά δίπολα δηλαδή αλλά μεταξύ συντρόφων που ζούσαν μαζί, μάχονταν τον εχθρό μαζί, κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες, που τους συνέδεαν κοινοί τόποι.

Όμως, πίσω από τις εκδηλώσεις δυσαρέσκειας και τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν από συναγωνιστές τους για την έκβαση του αγώνα, το Κόμμα και οι θύτες προσπάθησαν να ανακαλύψουν προδότες. Η 7η Μεραρχία του ΔΣΕ, ήταν μοναδική μεραρχία που παρέμεινε στην Ελλάδα μετά την επίσημη λήξη του εμφυλίου στις 29/30 Αυγούστου 1949, στη λογική του «όπλου παρά πόδα». Η καθοδήγησή της (Χείμαρος-Τζουμερκιώτης-Δάφνης) βρέθηκε υπό την πιεστική ανάγκη απάντησης στο ερώτημα ποιος φταίει για τις αποτυχίες και τον αποδεκατισμό των μαχητών της. Αυτή οργάνωσε και έστησε την υπόθεση ενός εκτεταμένου «δικτύου πρακτόρων του εχθρού», ώστε να επαρκεί για να δικαιολογήσει όλες τις αποτυχίες της. Η ιδέα και η εκτέλεση της αποδίδεται στον επιτελάρχη της Γεράσιμο Μαλτέζο (Τζουμερκιώτης). Από τους 450 μαχητές που αριθμούσε η Μεραρχία συνελήφθησαν ως ύποπτοι οι 60. Σύμφωνα με την αφηγήτρια και βασανισμένη, 17χρονη τότε, Τασούλα Μουτάκη, ο βασανισμός ήταν μέχρι θανάτου, αφού ορισμένοι πέθαναν από αυτά.

Ας δούμε πως περιγράφονται μερικά από τα βασανιστήρια που εφαρμόστηκαν με τον πλέον χυδαίο τρόπο πάνω και σε έφηβα κορμιά. Ξυλοδαρμός με ψιλές βεργίτσες στα γεννητικά όργανα ανδρών και γυναικών, καρφίτσωμα στα στήθη των γυναικών, βραστά αυγά στις μασχάλες… Για τον βασανιστή Τζουμερκιώτη, ο Β. Κασάπης (Κρίτων-βασανισμένος και ο ίδιος) γράφει: «… αφού με αφάνταστη, σαδιστική ευχαρίστηση παρακολουθούσε κι απολάμβανε το όργιο των βασανιστηρίων και το τσαλάκωμα και του τελευταίου ίχνους αγωνιστικής αξιοπρέπειας… με ιδιαίτερη προτίμηση τις κοπέλες, όπως τις απολάμβανε γυμνές και αναίσθητες πάνω στο χιόνι, μόλις άνοιγαν τα μάτια τους και επανακτούσαν τις αισθήσεις τους, ανέβαινε και με τις αρβύλες του σαν κανίβαλος χόρευε πάνω στο στήθος τους. Κι όταν ξαναλιποθυμούσαν, για να συνέλθουν τις έπιανε από τα μαλλιά, τις έσερνε στα χιόνια και τις κλωτσούσε… ούρλιαζε: «που θα μου πάτε πουτάνες, ή θα παραδεχθείτε ότι σας έστειλε ο εχθρός και θα μας πείτε τους καθοδηγητές σας και συνεργάτες σας ή σαν τα κοτόπουλα με μισοκομμένο λαρύγγι θα ψοφήσετε από αιμορραγία». Ενώ η Τασούλα Μουτάκη αναφέρει αντίστοιχα: «Ρεύμα σ΄ έβαζαν στα γεννητικά όργανα από μπαταρία από κάτι, τα νύχια μας έβγαζαν, μας έκοβαν τις ρώγες, μας κρέμασαν από τις μασχάλες στα δέντρα, γυμνούς. Τον Κισούδη τον έδενε απ’ τα γεννητικά τ’ όργανα στο δέντρο και τον χτυπούσε με ξύλο από κάτω ο Κρόκος, ο γέρο ο Κρόκος. Τον έδινε να πιεί τα ούρα τ’ με τα αίματα». Από τη μαρτυρία του Η. Ιωαννάκη διαβάζουμε για τον Μίμη Ζαχαριάδη, που με επιμονή η καθοδήγηση ήθελε να τον στιγματίσει ως «πράκτορα»: «Δυο εικοσιτετράωρα έμεινε σε μη σβησμένο ασβέστη ο άνθρωπος αυτός…μέχρι τη μέση του! Γι’ αυτό αχρηστεύθηκαν πόδια και μισό συκώτι. Και βασανιστήρια από πάνω». Και οι τρόποι βασανισμού και σαδισμού τελειωμό δεν έχουν από τα κομμουνιστικά αποβράσματα.

Τι απέγιναν όμως οι βασανιστές αυτών των ανταρτών; Σύμφωνα με τη Μουτάκη, το Κόμμα τυπικά τους διέγραψε μετά από εξεταστικές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη δεκαετία του’ 50(1951 και 1958) και παρ’ ότι ήθελε το Κόμμα να τους επαναφέρει, αντιδρούσαν οι βασανισμένοι-πολιτικοί πρόσφυγες πια στη Βουλγαρία. Αλλά «οι σπουδές σπουδές, οι συντάξεις συντάξεις, τα παιδιά τους με Πανεπιστήμια…». Συγκεκριμένα, ο Βλαντάς ήταν μέλος ΠΓ του ΚΚΕ έως το 1956, ο Γκανάτσιος αποφοίτησε από την Ανώτατη Κομματική Σχολή της Μόσχας, ο Μαλτέζος (Τζουμερκιώτης) αποφοίτησε από το Πολυτεχνείο της Σόφιας, οι Νικολακάκης, Δελίδης, Δελήμπεης από τη Στρατιωτική Ακαδημία της Σόφιας, ο Κατσιλάκης (Συμπέθερος) χρησιμοποιήθηκε στο κομματικό μηχανισμό, ο Μασούσης στη προσφυγική εφημερίδα «Λευτεριά», οι Γεωργαλής, Παπαδόπουλος, Κρόκος, Κριεμπάρδης, Καρακώστας συνταξιοδοτήθηκαν. Είναι σαφές ότι κάθε εξουσιαστικός μηχανισμός, πολιτικός ή μη, πάντα επιδιώκει και επιτυγχάνει συνήθως να «βολέψει» όλους εκείνους που αποτελούν κομμάτι της ύπαρξης του. Οι βασανιστές έπρεπε να «αμειφθούν» για τις υπηρεσίες τους και αμείφθηκαν. Το Κόμμα πάντα αμείβει τους πειθαρχημένους αλλά από την άλλη πλευρά και τα μέλη ίσως πολλές φορές να προσδοκούν και να λειτουργούν καιροσκοπικά.

Βέβαια, το κομματικό μέλος διακρίνεται για την εξαιρετική πειθαρχία και τη τυφλή υπακοή του στο Κόμμα. Ασφαλώς οι συνθήκες καθορίζουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές, αλλά πάντα υπάρχει η ελευθερία των επιλογών του ατόμου που ανατρέπει αυτή τη βεβαιότητα, όπως συνέβη και με σύντροφο των θυμάτων του βασανισμού που αυτοκτόνησε τραβώντας την περόνη της χειροβομβίδας που είχε στη κατοχή του. Όμως, όπως σημειώνεται από τη συγγραφέα: «Τα υποκείμενα, αν και κατασκευάζονται κοινωνικά μέσα από λογοθετικές πρακτικές και σχέσεις εξουσίας, έχουν τη δυνατότητα αντίστασης και επιλογής, γεγονός που οφείλεται κυρίως στις εμπειρίες τους κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους που διαμορφώνουν την μετέπειτα στάση τους». Πρόκειται για τη θεωρία του πυρηνικού εαυτού, όπου οι εμπειρίες των πρώιμων χρόνων διαμορφώνουν τον πυρήνα της ταυτότητας του για τη μελλοντική ζωή. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θεωρία ερμηνεύεται και η ύπαρξη των «κοινωνικών ανταρτών» που αντιστέκονται και δεν συμμορφώνονται στις νόρμες. Στη περίπτωση που εξετάζεται στο βιβλίο, οι θύτες δεν μπόρεσαν να διαφοροποιηθούν και να κάνουν την επανάσταση τους απέναντι στο Κόμμα, αλλά υπερέβαλον εαυτόν, προβαίνοντας σε πράξεις που δεν οφείλονται σε ξέσπασμα οργής αλλά στην τυφλή υπακοή και στην απουσία συναισθημάτων μπροστά σε αβάσταχτες καταστάσεις, γι΄ αυτό και χαρακτηρίζονται ως απάνθρωπες.

Επί πλέον ο Τρότσκυ έλεγε: «Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει δίκαιο ενάντια στο Κόμμα. Μπορεί να έχει δίκιο μόνο με το Κόμμα και μέσω του Κόμματος, αφού η ιστορία δεν δημιούργησε άλλο δρόμο για την πραγματοποίηση αυτού που είναι δίκαιο». Στο επίμετρο της η κ. Μποντίλα σημειώνει ότι η θρησκευτικού τύπου προσήλωση στο Κόμμα δεν είναι ίδιον μόνο των ελλήνων κομμουνιστών αλλά αποτελεί χαρακτηριστικό όλων των ΚΚ διεθνώς. Η ιεροποίηση της ένταξης, το στάδιο της μύησης, η αξία της κομματικής ταυτότητας, η πειθαρχία και η διαρκής επαγρύπνηση, τα συνωμοτικά μέτρα, η επέμβαση του Κόμματος στην προσωπική ζωή των μελών, οι γιορτές….ο έλεγχος και οι κυρώσεις, είναι μερικές από αυτές τις πρακτικές που επιφέρουν την ομογενοποίηση των ΚΚ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα επέμβασης του Κόμματος στη ζωή των πολιτικών προσφύγων αποτελούν η επιλογή του επαγγέλματος αλλά και του συντρόφου. Παίζοντας το ρόλο του προξενητή αλλά και της αποτροπής μικτών γάμων μεταξύ Ελλήνων και Βούλγαρων. Ο συν-συγγραφέας Βασίλης Δαλκαβούκης σημειώνει σχετικά την περίπτωση του πολιτικού πρόσφυγα Ζαχαρία Μαυρίδη που εκτελέστηκε από τη βουλγαρική κρατική ασφάλεια (κομμουνιστική φυσικά) επειδή είχε παντρευτεί βουλγάρα και της είχε απαγορεύσει να μιλά τη γλώσσα της στο σπίτι. Το συγκεκριμένο παράδειγμα φανερώνει τις διαστάσεις και τις αντιφάσεις που αναπτύχθηκαν στους κόλπους των κοινωνιών των κρατών των «υπαρκτών σοσιαλισμών» περί διατράνωσης του διεθνισμού αλλά καλλιέργειας του εθνικισμού!

Στο επίμετρο του, ο Β. Δαλκαβούκης αναπτύσσει τις ανθρωπολογικές διαστάσεις του θύματος, της Τασούλας και του γιού της Ηλία. Σύμφωνα με εκείνον η Τασούλα, ούτε επιθυμεί ούτε είναι σε θέση να αφηγηθεί χωρίς τον Ηλία. Είναι εκείνος ταυτόχρονα ο εγγυητής και υποκινητής της αφήγησης. Είναι παρών με πρόσχημα την ενίσχυση της μνημονικής της ικανότητας, έτσι οι δύο αφηγήσεις ενώνονται σε μία ενιαία, παρουσία της ιστορικού που καταγράφει και τεκμηριώνει για πρώτη φορά εκτός της οικογενειακής χρήσης. Για την Τασούλα, η «εξωτερίκευση» αυτή συνιστά «κίνδυνο», γιατί ο έλεγχος της τραυματικής της εμπειρίας ξεφεύγει οριστικά από το πλαίσιο της εύθραυστης λήθης, στο οποίο την είχε εντάξει… Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Η­λίας αφηγείται με «θυμό», θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο θυμός του Ηλία είναι δικαιολογημένος, καθώς το ζήτημα αφορά το προσφιλέστερο ίσως, πρόσωπο της ζωής του, τη μητέρα του. Ωστόσο ο «θυμός» του Ηλία είναι, κάτι πολύ περισσότερο. Σύμφωνα με τον Γ. Κόκκινο: «Η μνήμη, ειδικά η τραυματική, δεν είναι κάτι που ήδη έχουμε, αλλά κάτι που παράγουμε ως άτομα, τα οποία μοιραζόμαστε στοιχεία μιας συγκεκριμένης κουλτούρας». Και είναι ακριβώς αυτό που μας εισάγει στις έννοιες του «πολιτισμικού τραύματος» και της «πολιτισμικής μνήμης».(Σημείωση: Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόσφατη σχετική συζήτηση με αφορμή άρθρο του Στ. Καλύβα, Υποφέρουμε από εμφύλιο τραύμα;, 22/4/18 Καθημερινή και της απάντησης του Ν. Δεμερτζή, Δεν υποφέρουμε από εμφύλιο τραύμα;, 13/5/18, Καθημερινή).

Δεδομένου ότι η μνήμη δεν συγκροτείται ατομικά αλλά κοινωνικά και πολιτισμικά μέσα από συγκεκριμένα σχήματα συγκροτείται αυτό που ονομάζεται «κοινότητα μνήμης». Ποια είναι όμως η «κοινότητα μνήμης» εντός της οποίας ο Ηλίας πρωτίστως -και η Τασούλα δευτερευόντως- καλείται να διαχειριστεί την τραυματική μνήμη; «Οι επιλογές ήταν δύο, η οικογένεια και η κοινότητα των πολιτικών προσφύγων της Βουλγαρίας. Ωστόσο, για διαφορετικούς λόγους καμία από τις δυο δε στάθηκε αποτελεσματική: η οικογένεια, από τη μια μεριά, επιλέγοντας τη λήθη, σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε, όψιμα και προφανώς ακούσια, την τραυματική εμπειρία του Ηλία, όταν στην ηλικία των είκοσι πέντε χρόνων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τα γεγονότα των βασανισμών από εξωτερικές/βιβλιογραφικές πηγές κατ’ αρχήν. Η προσφυγή του έξω από τη στενή κοινότητα μνήμης της οικογένειας υπήρξε εξίσου προβληματική, τόσο εξαιτίας της γενικότερης μέχρι τότε σιωπής της κοινότητας των πολιτικών προσφύγων απέναντι του όσο και της μη ικανοποιητικής αναπαράστασης των γεγονότων στο επίπεδο του γραπτού δημόσιου λόγου (απομνημονεύματα, μαρτυρίες κλπ) από τους πρωταγωνιστές». Της αποσιώπησης, δηλαδή, των βασανιστηρίων που δέχθηκαν με τον πιο επαίσχυντο τρόπο αντάρτες/ισσες, που εργολαβικά διεκπεραιώθηκε από όλες τις βαθμίδες και τα επίπεδα του κομματικού-εξουσιαστικού μηχανισμού.

Η παρούσα μελέτη καταδεικνύει με άμεσο και ξεκάθαρο τρόπο το ποιες μεθόδους χρησιμοποιούν και τα κομμουνιστικά κόμματα για να διατηρήσουν τη κυριαρχία τους, το πώς έζησαν οι πολιτικοί πρόσφυγες στη Βουλγαρία και τα «τραύματα» που άφησαν πίσω τους για πολλούς…

Για τους ανθρώπους που θέτουν τους εαυτούς τους μακριά και έξω από κάθε ιεραρχικό σχήμα, η επίκληση έστω και συνθηματικά πολιτικοστρατιωτικών σχηματισμών που αναπτύχθηκαν τη δεκαετία του ’40, φαντάζει τουλάχιστον ξένη και άκυρη, με τις αξίες της ελευθερίας. Όποιος επιβραβεύει τον ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ για τον Μελιγαλά, ταυτόχρονα επιβραβεύει και τα αίσχη που πραγματοποιήθηκαν και, εν δυνάμει, θα ξαναχρησιμοποιήσουν προς τους συντρόφους που απλώς «δεν συνεμορφώθησαν προς τα υποδείξας». Τόσο απλά.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 183, Ιούνιος 2018
Both comments and trackbacks are currently closed.