Οι εξόριστοι

του Π. Οικονομόπουλου

Εκδόσεις Άρδην

Πρόκειται για ένα ιστορικό-πολιτικό μυθιστόρημα που παρουσιάζει, με ρεαλιστικό και ανθρώπινο τρόπο, τις συνθήκες της ζωής των διωκόμενων για πολιτικούς λόγους την περίοδο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Από το βιβλίο λείπουν οι επικοί αγωνιστικοί φανφαρονισμοί, που συνήθως πλεονάζουν σε εξιστορήσεις για την συγκεκριμένη περίοδο, και αυτό είναι το δυνατό σημείο του βιβλίου. Οι περιγραφές είναι βιωματικές και γίνονται ζωντανές εικόνες στο μυαλό του αναγνώστη, που αυτόματα τις συγκρίνει με την σημερινή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα οι περιγραφές των αστυφυλάκων, των βασανιστών, των στρατιωτικών, των κρατουμένων, των βασανιζόμενων, των διαδηλωτών, των κομματικών της ΟΠΛΑ, των απλών καθημερινών ανθρώπων, είναι ψυχογραφική και τελικά γεννούν στον αναγνώστη ένα μάλλον βασανιστικό, αλλά ειλικρινές συμπέρασμα, για την ελληνική κοινωνία του Εμφυλίου. Παρακάτω παρατίθενται το βιογραφικό του συγγραφέα και η περιγραφή του οπισθόφυλλου.

Ο Παναγιώτης Οικονομόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα Ηλείας κι έζησε στην Αθήνα. Από 18 χρονών εντάχτηκε στην ομάδα του Α. Στίνα. Φοιτητής της Ιατρικής εκτοπίστηκε στη Λήμνο. Έμεινε στην εξορία για τέσσερα περίπου χρόνια. Μετά υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Μακρόνησο, εκεί που είχε ζήσει σαν πολιτικός εξόριστος. Συνέχισε την Ιατρική και μετά το πτυχίο του έκανε σπουδές στη Γαλλία για τρία χρόνια. Στη διάρκεια της δικτατορίας, κατέφυγε στην Ελβετία και δούλεψε στην Ιατρική σχολή του Fribourg και της Γενεύης ως ερευνητής. Μετά την πτώση της χούντας, προσελήφθη στο ερευνητικό τμήμα του αντικαρκινικού Νοσοκομείου «Αγιος Σάββας», όπου και οργάνωσε το εργαστήριο Ηλεκτρονικής Μικροσκοπίας. Ύστερα από τρία περίπου χρόνια, απολύθηκε με όλο το προσωπικό του ερευνητικού τμήματος, λόγω της πολιτικής δράσης των μελών του. Προσελήφθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου, εκτός από τη διδασκαλία των φοιτητών της ιατρικής και της οδοντιατρικής, έγραψε και βιβλία για το γνωστικό αντικείμενο του μαθήματος που δίδασκε. Ανάμεσα στις διώξεις και τις επιστημονικές του υποχρεώσεις, ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Έγραψε διηγήματα, μυθιστορήματα, θέατρο, με το ψευδώνυμο Παναγιώτης Δημητρίου. Μόνο το παρόν μυθιστόρημα φέρνει τ’ όνομά του.

Με αφορμή τις διώξεις της εποχής του Εμφύλιου Πολέμου 1947-’51, ξετυλίγονται οι ιστορίες των ανθρώπων του βιβλίου. Περιδινήθηκαν στο στρόβιλο αυτής της σύρραξης, έζησαν καταδιωγμένοι και ξεριζωμένοι, πρώτα στο γενέθλιο τόπο τους, μετά εκτοπίστηκαν, για να οδηγηθούν τελικά στα ειδικά στρατόπεδα. Στο πρώτο μισό του βιβλίου, οι εξόριστοι, στις συνθήκες απραξίας και απομόνωσης, ξετυλίγουν τη ζωή τους, ένα μακρύ κομποσκοίνι από αγωνίες, φόβους και στραπατσαρισμένες ελπίδες. Αυτοί οι άνθρωποι σηκώνουν ο καθένας το δικό του σταυρό, μικρό ή μεγάλο, και μοιράζονται μεταξύ τους το στεναγμό, όχι το βάρος του. Ζουν σε χώρους όπου, παράλληλα με την ατομική τους περιπέτεια, βιώνουν ταυτόχρονα την παρουσία ολοκληρωτικών μορφωμάτων, που προσπαθούν να ομοιογενοποιήσουν τη συμπεριφορά τους και να ισοπεδώσουν κάθε ιδεολογική ανομοιομορφία. Στο δεύτερο μισό, οι εξόριστοι μεταφέρονται στα Ειδικά Στρατόπεδα Αναμορφώσεως (Ε.Σ.Α.Ι.), κάτω από στρατιωτική διοίκηση. Ζουν στοιβαγμένοι σε σκηνές, σε συνθήκες απαράδεκτες και για σταύλιση ζώων, ανυπεράσπιστοι, κάτω από ένα εξουσιαστικό μηχανισμό, που η ηθική ή και φυσική εξόντωση του «αντίπαλου» αποτελεί τη μόνη κατάφαση, δικαιώνει τη λειτουργία του, επιβεβαιώνει την αναγκαιότητά του. Η βία και τα βασανιστήρια των επιμορφωτών υποδύονται τη μεσσιανική ψύχωση σωτηρίας των «παραπλανημένων». Ο σαδισμός μεταμφιέζεται σε εθνικιστική ιδεοληψία, σ’ ένα πνευματικό πλαίσιο συλλογικού κρετινισμού.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 26, Ιούνιος 2004
Both comments and trackbacks are currently closed.